Διαβάζω με ιδιαίτερη προσοχή τις δημοσκοπήσεις, όχι μόνο για να δω τα ποσοστά —όπου οι βελόνες φαίνεται να είναι κολλημένες για πολλούς και, όταν δεν είναι, συνήθως προς τα κάτω δείχνουν— αλλά και για να εξετάσω αν μπορούν να εξαχθούν κάποια συμπεράσματα και από τις ίδιες τις ερωτήσεις.
Η επιστήμη των δημοσκοπήσεων, άλλωστε, μας προειδοποιεί πως μία έρευνα κοινής γνώμης δεν αποτελεί απλή καταγραφή μιας αντικειμενικής και ήδη διαμορφωμένης πραγματικότητας. Η διατύπωση της ερώτησης, η σειρά με την οποία τίθενται οι ερωτήσεις, οι διαθέσιμες επιλογές απάντησης, ακόμη και το πολιτικό κλίμα της συγκεκριμένης στιγμής μπορούν να επηρεάσουν το αποτέλεσμα. Οι δημοσκοπήσεις είναι περισσότερο φωτογραφίες μιας συγκεκριμένης στιγμής παρά ακτινογραφίες των βαθύτερων αντιλήψεων μιας κοινωνίας.
Καταρχήν, θα αναφερθώ στο θέμα της αυτοδυναμίας, όπου υπάρχει σαφής αντίθεση ανάμεσα στην πλειοψηφία των πολιτών που δηλώνει ότι την επιθυμεί και της καταγραμμένης διασποράς των ψήφων, η οποία δεν οδηγεί σ’ αυτήν. Τι υποβόσκει αυτής της αντίθεσης; Για ποιο λόγο εμφανίζεται; Και τι μας λέει για την κατανόηση των πολιτών ως προς την πρακτική λειτουργία του πολιτεύματος;
Εδώ υπάρχει ένα ενδιαφέρον δημοσκοπικό ζήτημα. Άλλο πράγμα είναι να ερωτάται ο πολίτης αφηρημένα αν προτιμά μία αυτοδύναμη κυβέρνηση και άλλο να καλείται να επιλέξει συγκεκριμένο κόμμα ώστε αυτή να προκύψει. Η πρώτη ερώτηση καταγράφει προτίμηση ως προς το επιθυμητό αποτέλεσμα· η δεύτερη απαιτεί πραγματική πολιτική επιλογή. Η απόσταση μεταξύ των δύο μπορεί να αποκαλύπτει όχι μόνο πολιτική δυσαρέσκεια, αλλά και ασυνέπεια μεταξύ του τι επιθυμούν οι πολίτες από το σύστημα και του τρόπου με τον οποίο το αντιλαμβάνονται και χρησιμοποιούν την ψήφο τους.
Στο τέλος-τέλος, μήπως αυτή η αντίφαση αντανακλά και μία ευρύτερα ατελή πολιτική εκπαίδευση όσον αφορά τη μορφή και τις απαιτήσεις της δημοκρατίας;
Το υψηλό ποσοστό αυτών που δηλώνουν ότι θα καταψηφίσουν το πολιτικό σύστημα —θα μπορούσα να υποστηρίξω πως ουσιαστικά πρόκειται σε μεγάλο βαθμό για διαμαρτυρία προς την κυβέρνηση— επίσης αντανακλά έλλειψη βαθύτερης κατανόησης της έννοιας της ψήφου. Η ψήφος «κατά», όταν δεν συνοδεύεται από μία στοιχειώδη αντίληψη για το ποιο κυβερνητικό αποτέλεσμα επιδιώκεται, ενέχει υποχρεωτικά και τη διάσταση της πιθανής ακυβερνησίας. Οπότε δημιουργείται και το ερώτημα αν πίσω από τη διαμαρτυρία υποκρύπτεται σε ορισμένες περιπτώσεις μία μορφή αδιαφορίας για το τελικό αποτέλεσμα.
Και εδώ οι δημοσκοπήσεις θα μπορούσαν ίσως να εμβαθύνουν περισσότερο. Δεν αρκεί να γνωρίζουμε ποιον θα καταψηφίσει ο πολίτης. Χρειάζεται να γνωρίζουμε τι αποτέλεσμα θεωρεί αποδεκτό την επόμενη ημέρα: αυτοδύναμη κυβέρνηση, κυβέρνηση συνεργασίας, επαναληπτικές εκλογές ή ακόμη και παρατεταμένη πολιτική αβεβαιότητα. Η διαφορά ανάμεσα στην αρνητική ψήφο και στην προτίμηση για συγκεκριμένο κυβερνητικό αποτέλεσμα είναι πολιτικά εξαιρετικά σημαντική.
Μπορεί η ακρίβεια να κυριαρχεί στην ιεράρχηση των προβλημάτων, αλλά τα άλλα θέματα που αναφέρονται δείχνουν μία τάση των πολιτών που κυμαίνεται ανάμεσα στον εντυπωσιασμό και στο σήμερα. Πρόκειται για μία βραχυχρόνια οπτική, που δεν λαμβάνει σχεδόν υπόψη τα διαρθρωτικά προβλήματα που υπάρχουν.
Βεβαίως, η δημοσκοπική επιστήμη γνωρίζει καλά το φαινόμενο της «διαθεσιμότητας»: οι πολίτες τείνουν να θεωρούν σημαντικότερα τα προβλήματα που αισθάνονται άμεσα ή εκείνα που κυριαρχούν στη δημόσια συζήτηση τη δεδομένη στιγμή. Αυτό, όμως, ακριβώς δημιουργεί την ανάγκη να διερευνούμε όχι μόνο «ποιο είναι σήμερα το σημαντικότερο πρόβλημα», αλλά και ποια προβλήματα θεωρούν οι πολίτες ότι θα καθορίσουν τη χώρα σε πέντε ή δέκα χρόνια.
Η έμφαση στην αλλαγή προσώπων επιβεβαιώνει τη θέση της επιφανειακής προσέγγισης στα βαθύτερα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας και του κράτους. Κανένα πρόσωπο δεν μπορεί, «ως πρόσωπο», να τα λύσει, κι αυτή η προσωπολατρία μάς έχει συχνά οδηγήσει σε καταστροφές.
Σε μία από τις έρευνες, της Interview, το 18% δηλώνει ότι θέλει να περιοριστεί η δύναμη της κυβέρνησης. Πρόκειται για ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον εύρημα, αλλά κι εδώ η ερώτηση γεννά περισσότερες απορίες από όσες λύνει. Τι ακριβώς αντιλαμβάνεται ο ερωτώμενος ως «δύναμη της κυβέρνησης»; Την εκτελεστική εξουσία; Τον έλεγχο των θεσμών; Την κρατική παρέμβαση στην οικονομία; Την αποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης; Ή την αυθαιρεσία της εξουσίας;
Η διάκριση είναι κρίσιμη, διότι στη σημερινή εποχή το μεγάλο ζητούμενο για τα κράτη που χαρακτηρίζονται και παραμένουν δημοκρατικά —δηλαδή κυρίως για την Ευρώπη— είναι ακριβώς το αντίθετο: πώς θα αυξηθεί αναγκαστικά η ικανότητα και η ισχύς του κράτους χωρίς να θιγούν θεμελιώδεις αρχές της δημοκρατίας.
Οι προκλήσεις μέσα σ’ έναν άναρχο κόσμο —όπου οι κανόνες έχουν υποχωρήσει και η ισχυρή δύναμη που μέχρι τώρα τους διαφύλαττε, έστω με πολλά προβλήματα, έχει αποσυρθεί— απαιτούν ένα κράτος με αυξημένες αρμοδιότητες, ικανότητες και δυνατότητα παρέμβασης, χωρίς όμως να υπονομεύεται το δημοκρατικό πολίτευμα. Η αναζήτηση σε ακαδημαϊκό, ερευνητικό και, ως έναν βαθμό, πρακτικό επίπεδο αφορά ακριβώς αυτό το νέο κράτος.
Οι δημοσκόποι, λοιπόν, καλά κάνουν τη δουλειά τους. Το ερώτημα είναι μήπως κινούνται υπερβολικά μέσα στο παραδοσιακό κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο, με αποτέλεσμα οι ίδιοι οι πολίτες να καθηλώνονται σε προκαθορισμένα όρια απάντησης. Η δημοσκόπηση δεν καταγράφει μόνο τι σκέφτονται οι πολίτες– μέσα απ’ αυτά που επιλέγει να ρωτήσει καθορίζει, σε κάποιον βαθμό, και το πεδίο μέσα στο οποίο καλούνται να σκεφτούν.
Εάν υπάρχει πράγματι συνείδηση των τεράστιων διακυβεύσεων που παίζονται αυτή τη στιγμή στο παγκόσμιο σκηνικό, μήπως πρέπει να αλλάξουν και η μορφή και το αντικείμενο ορισμένων ερωτήσεων; Να μην περιορίζονται στο ποιος προηγείται, ποιος είναι καταλληλότερος και ποιο είναι το σημαντικότερο σημερινό πρόβλημα, αλλά να διερευνούν πώς αντιλαμβάνεται η κοινωνία το κράτος που θα χρειαστεί αύριο, τα όρια της εξουσίας του και τις δημοκρατικές εγγυήσεις που πρέπει να το συνοδεύουν;
Μήπως, τελικά, οι δημοσκόποι έχουν να παίξουν και έναν έμμεσα παιδαγωγικό ρόλο; Όχι υποδεικνύοντας απαντήσεις, κάτι που θα αναιρούσε την ίδια την επιστημονική τους λειτουργία, αλλά διευρύνοντας το πεδίο των ερωτήσεων. Διότι σε εποχές μεγάλων μετασχηματισμών δεν αρκεί να μετράμε τι πιστεύει σήμερα η κοινωνία· έχει σημασία να ανακαλύπτουμε κι αν έχει αρχίσει να αντιλαμβάνεται τα ερωτήματα στα οποία θα κληθεί να απαντήσει αύριο.
Διαβάστε επίσης
Η νέα εποχή της παγκόσμιας αταξίας – κι εμείς ομφαλοσκοπούμε