array(0) {
}
        
    
Menu
0.25%
Τζίρος: 227.93 εκατ.

Το φαινόμενο «Godzilla» και η αντικαρκινική ασπίδα: Η επόμενη μέρα στη μάχη με την παχυσαρκία

Aλέξης Τσίπρας - Μαρία Καρυστιανού - Αντώνης Σαμαράς
Comments

Τρία νέα πολιτικά εγχειρήματα φαίνεται πως ετοιμάζονται να διεκδικήσουν ρόλο στην προσπάθεια αποκαθήλωσης της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Αν επιβεβαιωθούν οι σχετικές κινήσεις, θα επιχειρήσουν να αποδείξουν ότι η λεγόμενη «κατάρα της τρίτης θητείας» δεν είναι απλώς δημοσιογραφικό σχήμα, αλλά πραγματικός πολιτικός κίνδυνος για τη Νέα Δημοκρατία.

Το παράδοξο είναι ότι κανένα από τα τρία αυτά εγχειρήματα δεν εμφανίζεται, μέχρι στιγμής, ως πειστική εναλλακτική πρόταση εξουσίας. Ακόμη περισσότερο, κανένα από τα τρία πρόσωπα που τα συμβολίζουν δεν θεωρείται σήμερα κατάλληλο να διεκδικήσει την πρωθυπουργία. Και όμως, γύρω από αυτά τα πρόσωπα καλλιεργείται η προσδοκία μιας πολιτικής ανατροπής. Πρόκειται για μία από τις ιδιομορφίες της ελληνικής αντιπολίτευσης: η εξουσία αμφισβητείται, αλλά η εναλλακτική της παραμένει θολή.

1

Ο Αλέξης Τσίπρας, η Μαρία Καρυστιανού και ο Αντώνης Σαμαράς κινούνται σε διαφορετικά πολιτικά πεδία, αλλά έχουν ένα κοινό στοιχείο: επιχειρούν να εκφράσουν, ο καθένας με τον τρόπο του, το κύμα αγανάκτησης που υποτίθεται πως φουσκώνει στην κοινωνία. Η Καρυστιανού και ο Τσίπρας στρέφονται συνολικά κατά του Μεγάρου Μαξίμου και της Νέας Δημοκρατίας. Ο Σαμαράς, αντιθέτως, παραμένει σχεδόν εμμονικά προσανατολισμένος κατά του Κυριάκου Μητσοτάκη προσωπικά. Στη μονομέρεια αυτή συναντά, παρά τις προφανείς ιδεολογικές διαφορές τους, τον Νίκο Ανδρουλάκη.

Το βασικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν υπάρχει ή όχι κοινωνική δυσαρέσκεια. Το ερώτημα είναι αν αυτή η δυσαρέσκεια μπορεί να μετατραπεί σε πολιτική πρόταση. Και, κυρίως, αν μπορεί να τη μετατρέψει σε πολιτική ισχύ κάποιος από τους τρεις νέους κομπάρσους του πολιτικού σκηνικού.

Η Μαρία Καρυστιανού έδειξε ήδη τα πρώτα της πολιτικά χρώματα. Δεν αναφέρομαι στο άσπρο πουκάμισο με το μαύρο τριαντάφυλλο, του οποίου ο συμβολισμός —αν υπάρχει— παραμένει ασαφής. Αναφέρομαι στο πολιτικό μείγμα που εμφανίστηκε γύρω της. Ένα άθροισμα ανθρώπων, τάσεων και ιδεολογικών καταβολών που δύσκολα μπορεί να συγκροτήσει συνεκτικό πολιτικό φορέα. Φιλοδυτικοί και φιλορώσοι, μνημονιακοί και αντιμνημονιακοί, πολυπολιτισμικοί και εθνικιστές, όλοι μαζί σε ένα σχήμα που μοιάζει περισσότερο με ετερόκλητη ομάδα διαμαρτυρίας παρά με πολιτική πρόταση.

Το πρόβλημα της Καρυστιανού είναι αυτή η ίδια η μετάβαση από το ηθικό σύμβολο στο πολιτικό πρόσωπο. Όσο ταυτιζόταν με τη χαροκαμένη μάνα, η κοινωνική συμπάθεια ήταν σχεδόν αυτονόητη και η εικόνα της ήταν λαμπερή. Το «είμαστε μαζί σου» δεν χρειαζόταν πρόγραμμα, θέσεις ή οργανωτική συνοχή. Όταν όμως το είδωλο στον καθρέφτη μετατράπηκε σε πολιτικό υποκείμενο, η εικόνα θόλωσε. Επικίνδυνα. Η συμπάθεια τώρα δεν αρκεί. Η οδύνη δεν γίνεται αυτομάτως πολιτική νομιμοποίηση.

Και η ηθική υπεροχή, όταν μεταφέρεται αυτούσια στην πολιτική, συχνά καταλήγει σε μανιχαϊσμό.

Το ερώτημα για την Καρυστιανού είναι σαφές: πιστεύει πράγματι ότι ένα τόσο ετερόκλητο σχήμα μπορεί να εκφράσει τη λαϊκή αγανάκτηση χωρίς να εξαερωθεί μέσα στην ασάφεια των θέσεων του;

Ο Αλέξης Τσίπρας βρίσκεται σε διαφορετική θέση. Δεν αναζητά πολιτική γέννηση, αλλά πολιτική επαναφορά. Έχει ήδη δώσει δείγματα των προθέσεών του: οι παρουσιάσεις της «Ιθάκης», η εμμονή στην παραίτηση από τις έδρες όσων βουλευτών θελήσουν να ενταχθούν στο νέο του εγχείρημα, ακόμη και η επιλογή των χρωμάτων —μπλε και κόκκινο— δείχνουν την προσπάθεια να στηθεί ένας φορέας πέρα από τον παλιό ΣΥΡΙΖΑ και πέρα από τα στενά όρια της παραδοσιακής Αριστεράς.

Η έννοια της «πατριωτικής Αριστεράς», που φαίνεται να διεκδικεί, είναι αποκαλυπτική, διότι θέτει, έστω και εμμέσως, το αντίθετό της: μια Αριστερά μη πατριωτική. Η διάκριση αυτή είναι πολιτικά επικίνδυνη. Θυμίζει παλαιούς διχασμούς, παλαιές κατηγοριοποιήσεις, σχήματα εθνικοφρόνων και μη εθνικοφρόνων, τα οποία η χώρα πλήρωσε ακριβά. Αν ο Τσίπρας επιχειρεί να επανέλθει ως εκφραστής μιας νέας εθνικής-λαϊκής σύνθεσης, οφείλει πρώτα να εξηγήσει τι ακριβώς εννοεί και τι αφήνει πίσω του.

Είναι προφανές ότι δεν θέλει να επαναλάβει τον ΣΥΡΙΖΑ των συνιστωσών. Με τον τρόπο αυτό, άλλωστε, αποδίδει εμμέσως στις συνιστώσες μέρος της ευθύνης για αποτυχίες της διακυβέρνησής του. Είναι επίσης προφανές ότι θεωρεί το ΠΑΣΟΚ ανεπαρκές να εκφράσει, σε όρους πραγματικής πολιτικής, τη σημερινή κοινωνική δυσαρέσκεια. Το πρόβλημα είναι ότι η κοινωνία δεν χωρά εύκολα στα ιδεολογικά κουτάκια που της ετοιμάζουν τα κόμματα.

Το δημοψήφισμα του 2015, π.χ., έδειξε κάτι που η ελληνική πολιτική τάξη προτιμά να ξεχνά: ότι ένα σημαντικό τμήμα της κοινωνίας απέρριπτε τη λογική του εισαγόμενου από την Ευρωπαϊκή Ένωση νεωτερισμού. Έδειξε πως υιοθετεί την κατά Κώστα Αξελό λογική, πως «νεωτερικός σημαίνει ισχυρός, συνειδητός, οργανωτικός, τεχνικός», αλλά τελικά δεν άντεξε αυτό το σχήμα και υπέκυψε στην γοητεία της απραξίας. Ήθελε συμμετοχή παραγνωρίζοντας τους όρους ευθύνης, ήθελε ρήξη χωρίς κόστος. Ο ίδιος ο Τσίπρας απέδειξε τότε, με τον πιο θεαματικό τρόπο, ότι το «συμμετέχω» δεν σημαίνει αναγκαστικά και «κατέχω». Απέδειξε πως δεν μπορείς να κινητοποιήσεις την κοινωνία χωρίς να είσαι σε θέση να κυβερνήσεις σύμφωνα με την εντολή που της ζήτησες.

Το ερώτημα για τον Τσίπρα, λοιπόν, είναι ακόμη πιο δύσκολο: πώς μπορεί ο άνθρωπος που ενσάρκωσε την πιο εντυπωσιακή διάψευση της αγανάκτησης να εμφανιστεί ξανά ως αυθεντικός εκφραστής της;

Ο Αντώνης Σαμαράς αποτελεί τρίτη και διαφορετική περίπτωση. Δεν διεκδικεί ούτε ηθική δικαίωση όπως η Καρυστιανού, ούτε πολιτική επαναφορά με όρους νέας σύνθεσης, όπως ο Τσίπρας. Καραδοκεί. Και αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημά του. Η στάση αναμονής, η αίσθηση ότι περιμένει τη στιγμή της ρεβάνς, ακυρώνει μεγάλο μέρος του ηθικού πλεονεκτήματος που –έστω έμμεσα– εμφανίζεται να θέλει να διεκδικήσει.

Στην κοινωνική πλειοψηφία, όμως, υπάρχει η εντύπωση ότι ο Σαμαράς δεν κινείται κυρίως από αγωνία για την παράταξη ή τη χώρα, αλλά από προσωπική βεντέτα με τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Αυτή η εντύπωση μπορεί να είναι άδικη αλλά πολιτικά υπάρχει. Και στην πολιτική, η εντύπωση συχνά μετρά όσο και η πρόθεση.

Το βαθύτερο πρόβλημα του Σαμαρά βρίσκεται, βέβαια, στην εξωτερική πολιτική. Υποστηρίζει μια σκληρή γραμμή έναντι της Τουρκίας, μολονότι γνωρίζει τα όριά της—διότι, αν την εκφράσει πλήρως, θα κατηγορηθεί για πολεμική ρητορική. Γνωρίζει επίσης ότι μια τέτοια ρητορική μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο θερμού επεισοδίου, με την ευθύνη να αποδίδεται τότε στην Ελλάδα. Η κοινωνία θέλει την χώρα να υπερασπίζεται τα κυριαρχικά της δικαιώματα, χωρίς όμως να οδηγηθεί σε σύρραξη με ευθύνη της.

Αυτό είναι το όριο κάθε σκληρής πατριωτικής γραμμής στην Ελλάδα: πρέπει να ακούγεται αποφασιστική, αλλά να μη μοιάζει επικίνδυνη. ΚΙ αυτή είναι η παγίδα στην οποία έχει ουσιαστικά αυτοεγκλωβιστεί ο Σαμαράς.

Ο Αντώνης Σαμαράς γνωρίζει, επίσης, ότι μπορεί ίσως να στερήσει από τη Νέα Δημοκρατία την αυτοδυναμία. Αυτό ίσως να είναι και το ισχυρότερο του χαρτί– ταυτόχρονα και η μεγαλύτερη αδυναμία του. Διότι όσο περισσότερο εμφανίζεται ως ο άνθρωπος που μπορεί να πλήξει τη Νέα Δημοκρατία, τόσο πιο βάσιμα θα του αποδοθεί η κατηγορία της δεύτερης προδοσίας — μετά την πρώτη του 1993.

Το ερώτημα για τον Σαμαρά, επομένως, είναι διπλό: πώς μπορεί να επηρεάσει θετικά την εξωτερική πολιτική χωρίς να εμφανιστεί ως παράγοντας αποσταθεροποίησης;

Και πώς μπορεί να χτυπήσει τον Μητσοτάκη χωρίς να κατηγορηθεί ότι χτυπά, για δεύτερη φορά στην πολιτική του διαδρομή, την ίδια του την παράταξη;

Οι τρεις αυτοί πόλοι έχουν διαφορετικές αφετηρίες, διαφορετικά ακροατήρια και διαφορετικές φιλοδοξίες. Τους ενώνει, όμως, η ίδια υπόθεση εργασίας: ότι η κοινωνική αγανάκτηση αναζητά πολιτικό φορέα. Το ερώτημα είναι αυτοί προσφέρουν φορέα ή απλώς περιστασιακή εκτόνωση, υποσχόμενοι ρήξη χωρίς να διαθέτουν σχέδιο;

Η Καρυστιανού μοιάζει να αναζητά πολιτική μορφή. Ο Τσίπρας αναζητά δεύτερη ευκαιρία. Ο Σαμαράς αναζητά δικαίωση. Κανείς από τους τρεις, όμως, δεν έχει ακόμη απαντήσει στο βασικό ερώτημα: τι ακριβώς θα κάνουν με την αγανάκτηση, αν τελικά καταφέρουν να την εκφράσουν; Διότι η οργή μπορεί να ρίχνει κυβερνήσεις, αλλά σπάνια χτίζει από μόνη της καινούργιες. Και η Ελλάδα έχει ήδη πληρώσει ακριβά την αυταπάτη ότι η διαμαρτυρία αρκεί για να γίνει εξουσία—και το 1993 και το 2015.

Διαβάστε επίσης

Καρυστιανού: «Στελέχη του κόμματoς είναι μόνο τα πρόσωπα που θα δημοσιευθούν στην ιστοσελίδα μας»

Ο Αλ. Τσίπρας αποκάλυψε τα χρώματα του νέου κόμματος – «Το μπλε της πατρίδας μας και το κόκκινο των αγώνων μας»

Απάντηση Βορίδη σε Σαμαρά για τα εθνικά: Η κυβέρνηση έχει στριμώξει την Τουρκία

Comments
Ακολουθήστε το mononews.gr στο Google News και ενημερωθείτε πρώτοι.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Παραιτήθηκε από μέλος του ΣΥΡΙΖΑ ο Διονύσης Τεμπονέρας
Ο Αλ. Τσίπρας αποκάλυψε τα χρώματα του νέου κόμματος – «Το μπλε της πατρίδας μας και το κόκκινο των αγώνων μας»
Ο Αλέξης με ζουρνάδες, η Μαρία με τα ρόδα, η Αγιά Σοφιά για τον Αντώνη και η Ιστορία ως ομελέτα

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Αλέξανδρος Γιωτόπουλος: Η εξίσωση του 17
Αντιπολίτευση χωρίς πρόταση: ο ασφαλέστερος σύμμαχος της κυβέρνησης
Η Δημοκρατία δεν περίμενε την Μαρία Καρυστιανού
Το ξεπούλημα των ομολόγων και το τέλος μιας παλιάς βεβαιότητας
Ελπίδα χωρίς πυξίδα
Επιτέλους χαλινός
Οι όψιμοι «Τσιπροφύλακες» και «Ανδρουλακοφύλακες» και τα «τζουκ μποξ» της δημόσιας ζωής
Όταν ο προγραμματισμός γίνεται αιφνιδιασμός: Το θολό παρασκήνιο του Ταμείου Ανάκαμψης
Γιατί πάνε όλοι στην Κίνα;
Από τον Καραμανλή στον Μητσοτάκη: Συνέχεια στην Ευρώπη, ρήξη στο κράτος