Άρθρα

Οικονομία και μεταρρυθμίσεις απαγορεύουν τις εκλογές

Στην κρίση, ηγεσία σημαίνει φυγή προς τα εμπρόςσύγκρουση ΕΚΤ- Επιτροπής και ΕΜΣ;

Αντώνης Κεφαλάς-Αρθρογράφος


Όποιος νομίζει ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης και το επιτελείο του δεν γνώριζαν από πριν πως οι εξαγγελίες στη ΔΕΘ θα ερμηνευόντουσαν ως προεκλογικό βήμα, θα πρέπει να είναι αφελής.

Και βέβαια το γνώριζαν και, ακόμη πιο σημαδιακό, το ήθελαν. Η πανοπλία της αριστερής ιδεολογίας εμμένει να ερμηνεύει αποφάσεις αυτής της μορφής με αυτόν τον συγκεκριμένο τρόπο. Ο πρωθυπουργός διόλου δεν ενοχλείται με το γεγονός ότι η αξιωματική αντιπολίτευση είναι μόνιμα στις… μύτες των ποδιών της. Το στρες κάνει καλό!

Ο Αλέξης Τσίπρας είναι, φυσικά, αρκετά έμπειρος να μην ζητά εκλογές. Εξάλλου, με την ΝΔ 14 πόντους μπροστά, τι εκλογές να ζητήσει;

Ο Μητσοτάκης τις ζητούσε διότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είχε ποτέ αυτοδυναμία. Έμεινε στην εξουσία χάρις στους Ανεξάρτητους Έλληνες—δηλαδή χάρις προσωπικά στον Παναγιώτη Καμμένο.

Εκλογές δεν υπάρχουν. Το νωρίτερα που θα γίνουν είναι η άνοιξη του 2023. Η μεταρρυθμιστική ατζέντα και η οικονομική πολιτική αυτό καθορίζουν.

Αυτός ο πρωθυπουργός και αυτή η κυβέρνηση είναι αποφασισμένοι να ολοκληρώσουν αλλαγές σε σημείο όπου το πισωγύρισμα θα είναι αν όχι αδύνατο, εξαιρετικά κοστοβόρο πολιτικά. Αυτή ήταν η στρατηγική από την αρχή. Η πανδημία την ενίσχυσε. Και το Ταμείο Ανάκαμψης την έκανε εφικτή.

Στην εποχή του κορονοϊού, η κοινωνία έδειξε ανοχή στις αλλαγές. Ήδη κουρασμένη από την τετραετή διαχειριστική ανεπάρκεια του ΣΥΡΙΖΑ, επικρότησε την αντίστοιχη επάρκεια της Ν.Δ. και της έδωσε το πράσινο φως. Η ταχύτητα της έγκρισης και η απουσία ουσιαστικών αντιδράσεων επίσης ερμηνεύεται ως απόδειξη ότι το κοινωνικό σύνολο ήταν έτοιμο για τις μεταρρυθμίσεις. Ήταν πιο ώριμο πολιτικά από μεγάλο μέρος του πολιτικού κόσμου μας.

Στη βάση αυτή, οι μεταρρυθμίσεις στην παιδεία, στην εργασία, στην ενέργεια, στο ασφαλιστικό, απαιτούν χρόνο για να αποκτήσουν θεμέλια. Η στόχευση, λοιπόν, είναι η δεύτερη τετραετία και η στρατηγική εκεί βασίζεται. Αυτό σημαίνει ότι δεν χάνονται χρόνια κουτσουρεύοντας την πρώτη τετραετία.

Ως προς την οικονομική πολιτική, θα μπορούσε να υποστηριχτεί ότι σε εποχή όπου υπάρχει ανάπτυξη και ταυτόχρονα υψηλό χρέος, η χώρα θα όφειλε να ακολουθήσει περιοριστική δημοσιονομική πολιτική—η νομισματική έτσι κι αλλιώς αποφασίζεται από την Φρανκφούρτη. Η κυβέρνηση ορθά επέλεξε να αγνοήσει αυτόν τον κανόνα.

Είναι σαφές ότι αν ήθελε θα μπορούσε να δώσει μεγαλύτερες και περισσότερες παροχές. Η επιδίωξη μίας λεπτής ισορροπίας αντανακλά την αναγνώριση των διαρθρωτικών αδυναμιών από τις οποίες ακόμη υποφέρει η Ελλάδα. Μία από τις μεγαλύτερες είναι η μεγάλη διαφορά στην ανταγωνιστικότητα ανάμεσα στους τομείς που παράγουν διεθνώς εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες και αυτούς που απευθύνονται στην εγχώρια αγορά. Η αντιμετώπιση του φαινομένου αυτού απαιτεί χρόνο, καθώς το πιο αποτελεσματικό όπλο -η ψηφιοποίηση- μόλις έφτασε.

Η εκτίμηση του οικονομικού επιτελείου του Χρήστου Σταϊκούρα είναι απλή –και θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως χαμηλού κινδύνου. Πολύ απλά, εκτιμάται ότι:

  • Οι ιέρακες της νομισματικής ορθοδοξίας δεν θα βρουν πρόσφορο έδαφος για να επαναφέρουν τους κανόνες για το πρωτογενές έλλειμμα και το χρέος που ίσχυαν πριν την πανδημία. Και, πράγματι, παρά την πρόσφατη κίνηση των Οκτώ, με επικεφαλής βέβαια την κεντρική τράπεζα της Γερμανίας, η πλειοψηφία εναντίον τους παραμένει ισχυρή.
  • Τα επιτόκια μπορεί να αυξηθούν, λίγο και προσωρινά, διότι επικρατεί η άποψη – που στηρίζει και ο Γιάννης Στουρνάρας στην Τράπεζα της Ελλάδος — πως οι πληθωριστικές πιέσεις θα υποχωρήσουν, οπότε και ένας από τους λόγους για να αυξηθούν τα επιτόκια.
  • Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δεν θα σταματήσει να δέχεται τα ελληνικά ομόλογα, συνεχίζοντας την πολιτική της να τα μην τα εξαιρεί λόγω του υψηλού χρέους. Αυτό αποδυναμώνει άλλον έναν παράγοντα που θα μπορούσε να οδηγήσει σε άνοδο των επιτοκίων.
  • Οι αγορές θα εξακολουθήσουν να διάκεινται ευνοϊκά απέναντι στην Ελλάδα για δύο λόγους. Πρώτο, διότι εκτιμάται ιδιαίτερα, η ομαλοποίηση της καμπύλης του χρέους που έγινε με έξυπνες και καίριες κινήσεις με αποτέλεσμα την περαιτέρω μείωση του κόστους εξυπηρέτησης του. Δεύτερο, διότι έτσι κι αλλιώς το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού χρέους είναι σε κρατικά χέρια —και όχι στην αγορά.

Δεν είναι ευκαταφρόνητος ο αριθμός των οικονομολόγων και πολιτικών που θα ήθελαν να περιοριστούν σχετικά άμεσα τα μέτρα στήριξης. Η εμπειρία με την λάθος κίνηση που έγινε το 2011 και καταδίκασε την παγκόσμια οικονομία σε οριακή ανάπτυξη με μεγάλες κοινωνικά αρνητικές επιπτώσεις, συνηγορεί για το αντίθετο. Η παγκόσμια προοπτική, λοιπόν, είναι για σταδιακή αποσωλήνωση της οικονομίας — κι αυτό ακριβώς πράττει η κυβέρνηση.

Αυτή η συγκυρία φέρνει τον ΣΥΡΙΖΑ σε εξαιρετικά δύσκολη θέση. Μπορεί να συνεχίσει την προσωπικές επιθέσεις στον πρωθυπουργό – γνωρίζει ότι αυτό είναι πολιτική που μεσοπρόθεσμα του φέρνει απώλειες. Μπορεί να επιδιώξει νέα σύγκρουση ανεβάζοντας του ς τόνους γενικά — γνωρίζει όμως ότι η κοινωνία έχει κουραστεί με τις αντιπαραθέσεις και θέλει πράξεις και αποτελέσματα, όχι λόγια και ακρότητες. Μπορεί τέλος να επιδιώξει την αποδόμηση των μέτρων — αλλά θα μπλέξει έτσι σε μία ιστορία με νούμερα και κόντρα νούμερα που λίγοι θα παρακολουθήσουν και ακόμη λιγότεροι θα καταλάβουν.

Διαβάστε επίσης:

Γιατί ο Μητσοτάκης βλέπει μπροστά – Γιατί ενδιαφέρεται για το αύριο

Ο Μαυρογιαλούρος του 21ου αιώνα



ΣΧΟΛΙΑ