F

Άρθρα

O Κυριάκος Μητσοτάκης οφείλει να ρίξει τις άμεσα τις ευθύνες στους υπουργούς του

Αντώνης Κεφαλάς

Αντώνης Κεφαλάς-Αρθρογράφος


Η παθητική απόφαση του ΣΥΡΙΖΑ να παρουσιάσει το δικό του εργατικό νομοσχέδιο μετά την ψήφιση του νόμου της Νέας Δημοκρατίας οδηγεί παρατηρητές της πολιτικής και οικονομικής σκηνής  να αναρωτηθούν σε ποιο βαθμό η έλλειψη αντιπολίτευσης έχει ευθύνη για τις αστοχίες που παρουσιάζει η κυβέρνηση;

Είναι πράγματι απορίας άξιο, πως ένα σοβαρό κόμμα αποφάσισε να παρουσιάσει εναλλακτική πρόταση μετά την ψήφιση του νόμου; Κατελήφθη εξ’ απήνης;

Προσπάθησε αλλά δεν πρόλαβε να συγκεράσει τις διαφορικές εσωκομματικές τάσεις;

Είχε άλλη γνώμη αρχικά και άλλαξε γραμμή;

Όποιο κι αν είναι το αίτιο, πιστεύει πραγματικά το κόμμα πως οι απόψεις του θα ακουστούν τώρα –όταν ο νέος νόμος ήδη δημιουργεί την δική του καινοτόμα πραγματικότητα;

΄Η, εγκαταλείπεται το προσφιλές πεζοδρόμιο και καταβάλλεται προσπάθεια να επιδειχθεί αστικός σεβασμός προς τους θεσμούς της δημοκρατίας;

Τελικά, όλα αυτά γίνονται μάλλον επειδή ο ΣΥΡΙΖΑ απευθύνεται σ’ ένα διαρκώς συρρικνώμενο εσωκομματικό ακροατήριο, που προσπαθεί να το ικανοποιήσει ακολουθώντας μία πορεία…ζιγκ-ζαγκ.

Ότι κι αν συμβαίνει, είναι δύσκολο να αποφευχθεί το συμπέρασμα ότι για την κυβέρνηση το παιγνίδι σε άδειο γήπεδο την επηρεάζει αρνητικά. Οι επιθέσεις της αντιπολίτευσης είναι άσφαιρες. Τα τσικό μπορούν να τις απωθήσουν.

Και, έτσι, η πρώτη ομάδα παρουσιάζει σημάδια δυσλειτουργίας. Τεμπελιάς.

Ως ένα βαθμό, σοβαρή ευθύνη έχει η γραφειοκρατία και η ευρύτερα «αντιστασιακή» νοοτροπία μεγάλου μέρους του δημόσιου τομέα: τον ΕΦΚΑ με την χωρίς σχέδιο συγχώνευση ήδη άρρωστων οργανισμών και τους υπαλλήλους που δεν σηκώνουν τηλέφωνα.

Το υπουργείο ενέργειας που πίστεψε πως μπορούσε με υπόμνημα τριών σελίδων να πείσει τις Βρυξέλλες για τους χειρισμούς στην μεταβατική περίοδο της απολιγνιτοποίησης. Τα λαμπρά μυαλά πίσω από την προσδοκώμενη ανάσταση επενδυτικών κουφαριών.

Στην ίδια λογική εντάσσεται η απερίγραπτη πρακτική της ψήφισης νόμων, όπου η εφαρμογή τους μετατίθεται στην έκδοση πληθώρας υπουργικών αποφάσεων και ερμηνευτικών εγκυκλίων, με αποτέλεσμα την καθυστέρηση στην καλύτερη περίπτωση ή την μη εφαρμογή στην χειρότερη. Παράδειγμα, γιατί εκεί φτάσαμε, ο νόμος για όσους κακοποιούν ζώα.

Τελικά, όμως, όλα αυτά είναι δικαιολογίες.

Η ευθύνη ανήκει ολοκληρωτικά στην πολιτική ηγεσία.

Μέχρι σήμερα, η κυβέρνηση δεν έχει αντιμετωπίσει το μεγάλο πρόβλημα της ανεπάρκειας της δημόσιας διοίκησης σε συνδυασμό με το αναμφισβήτητο γεγονός ότι αυτή συμβαδίζει με έλλειμμα της αντίστοιχης πολιτικής ηγεσίας.

Πολύ απλά, υπουργοί που δεν γνωρίζουν το θέμα τους, που δεν έχουν ασχοληθεί να το κατανοήσουν σε βάθος, να ζητήσουν συμβουλές από τους ειδικούς,  να συγκεντρώσουν στοιχεία ώστε να προτείνουν σύγχρονες συνεκτικές πολιτικές, αιχμαλωτίζονται από την δημόσια διοίκηση και, ουσιαστικά, αχρηστεύονται.

Θα φέρω ένα παράδειγμα;

Στις τελευταίες τέσσερις εβδομάδες έχουν δημοσιευτεί τουλάχιστον δύο πολύ σοβαρά άρθρα με διορατικές προτάσεις για το σύστημα υγείας στη νέα εποχή των πανδημιών και της κλιματικής αλλαγής σε συνδυασμό με την ψηφιοποίηση.

Τα έχει δει ο αρμόδιος υπουργός; Ακόμη πιο σημαντικά, τα διάβασε; Τον προβλημάτισαν; Απάντησε;

Στοχάστηκε αν έστω μερικές από τις οφθαλμοφανείς αλλά κρίσιμες προτάσεις καλύπτονται (ή δεν καλύπτονται) από το σχέδιο «Ελλάδα 2.0»; Ή, έχει περιοριστεί στην άσκηση των τυπικών καθηκόντων του και το αύριο το αφήνει σε άλλους; Ίσως στην ίδια γραφειοκρατία και στους ίδιους δημόσιους υπαλλήλους που τα έχουν κάνει θάλασσα μέχρι σήμερα;

Το πρόβλημα είναι, βέβαια, παλιό. Ο Ανδρέας Παπανδρέου, θεωρώντας ότι είχε να κάνει με το κράτος της δεξιάς το… έλυσε μέσα σε μία νύχτα καταργώντας τους γενικούς διευθυντές, την ιεραρχία και την απόδοση ευθύνης.

Από τότε καμία κυβέρνηση, κανενός κόμματος, δεν τόλμησε να προσπαθήσει έστω να εισάγει ξανά την αξιοκρατία στο δημόσιο.

Ο Κώστας Σημίτης επιχείρησε να το υπερκεράσει φτιάχνοντας μία παράλληλη δομή, αλλά την έφαγε η… απληστία του Χρηματιστηρίου. Ο Κώστας Καραμανλής ουσιαστικά το αγνόησε.

Σε δεύτερο επίπεδο, το ΑΣΕΠ ήταν η πιο τολμηρή προσπάθεια, που δεν αντιμετωπίζει όμως, την υπάρχουσα κατάσταση. Το ίδιο και η περίφημη Σχολή Δημόσιας Διοίκησης.

O Κυριάκος Μητσοτάκης έκοψε τον γόρδιο δεσμό 

Μοναδική εξαίρεση ο σημερινός πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης ως υπουργός διοικητικής μεταρρύθμισης.

Η τότε τόλμη του είχε εντυπωσιάσει.

Το ίδιο,  η προσπάθεια της σημερινής κυβέρνησης να εισάγει μία μορφή μόνιμου υφυπουργού –κατά την ορθή  δομή της Αγγλικής δημόσιας διοίκησης με τους λεγόμενους permanent undersecretaries.

Η παρέμβαση στο χάος της στάσιμης λίμνης της ελληνικής δημόσιας διοίκησης απαιτεί, όμως, πολύ πιο τολμηρές αποφάσεις, πολύ πιο βαθιές τομές, πολύ πιο μεγάλη αποφασιστικότητα.

Αξιέπαινη και ορθή η προσπάθεια να επιστρατευτεί ο ιδιωτικός τομέας. Δεν είναι λύση, όμως, διότι ακόμη κι αν υποτεθεί ότι έτσι μπολιάζεται το δημόσιο, θα υπενθυμίσουμε ότι το μπόλι δεν πιάνει πάντοτε.

Η κυβέρνηση έχει δύο χρόνια για να μετατρέψει την ελληνική οικονομία και κοινωνία. Έχει κάνει πολλά και πετυχημένα βήματα, εν μέσω πανδημίας και εθνικής κρίσης. Από εδώ και πέρα, όμως, ούτε οι καθυστερήσεις συγχωρούνται ούτε τα λάθη διορθώνονται.

Οφείλει να στήσει μία καλοδουλεμένη μηχανή που να μην χωλαίνει, να μην φοβάται, να μην διστάζει.

Και γι αυτό απαιτείται η απόδοση ευθύνης – άμεσα και καθοριστικά.

Άλλη επιλογή δεν υπάρχει.


ΣΧΟΛΙΑ