Με τον εγωισμό του στα ύψη μετά την απαγωγή του Μαδούρο, ο Τραμπ ξεκίνησε τον πόλεμο στο Ιράν με την πεποίθηση ότι βρισκόταν μπροστά σε μια κατάσταση που δεν μπορούσε παρά να κερδίσει — ό,τι κι αν συνέβαινε: ένα win-win situation.
Στο δικό του μυαλό, η επιστροφή στην πολιτική της εθνικής ισχύος με παγκόσμια εμβέλεια τού έδινε όχι απλώς το δικαίωμα, αλλά και τη δυνατότητα να επιβάλει την άποψή του και τη θέλησή του. Για τον υπόλοιπο κόσμο, όμως, η συγκεκριμένη εξέλιξη της Αμερικής σήμαινε κάτι πολύ βαθύτερο: την ουσιαστική απώλεια του ηθικού πλεονεκτήματος που ιστορικά αντλούσε από τη δημοκρατική της ταυτότητα.
Στα μάτια του Τραμπ, η σύγκρουση μπορούσε να είναι win-win. Στα μάτια της υφηλίου, όμως, ήταν ήδη μια κατάσταση στην οποία η στρατιωτική ισχύς μπορούσε ενδεχομένως να επιβληθεί, αλλά η ηθική ισχύς — αυτό που συχνά αποκαλείται soft power και αντανακλά την πολιτισμική διάσταση της ισχύος — είχε ήδη ηττηθεί.
Το αποτέλεσμα είναι ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται πλέον σε μια κατάσταση που μόνο ως loss–loss μπορεί να χαρακτηριστεί. Στην ουσία, μέσα από τον πόλεμο στο Ιράν, η Αμερική του Τραμπ έχει περιέλθει σε θέση από την οποία μόνο να χάσει μπορεί.
Για να το πούμε ακόμη πιο απλά: ό,τι κι αν συμβεί από εδώ και πέρα, η Αμερική έχει ήδη χάσει. Αντιστροφή δεν υπάρχει.
Η πιο ευνοϊκή ερμηνεία είναι ότι ο πόλεμος έχει ανασταλεί ως ισόπαλος. Ακόμη κι έτσι, όμως, η στρατιωτική ισχύς δεν κατάφερε να κάμψει ούτε το ηθικό πλεονέκτημα της θεοκρατίας ούτε τη στρατιωτική της αντοχή.
Αν εξαιρέσουμε την Κορέα, οι ΗΠΑ έχουν εμπλακεί ουσιαστικά σε τρεις μεγάλους πολέμους μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο — στο Βιετνάμ, στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ. Και από τους τρεις απεμπλάκησαν ως ηττημένες, πολιτικά και στρατηγικά, ακόμη και όταν είχαν προηγουμένως κυριαρχήσει στρατιωτικά.
Το Ιράν είναι ο τέταρτος πόλεμος. Οι εξελίξεις διαμορφώνουν τη μεγαλύτερη ηθική ήττα των ΗΠΑ και, ταυτόχρονα, αποδεικνύουν για μία ακόμη φορά ότι η στρατιωτική ισχύς έχει πεπερασμένα όρια αποτελεσματικότητας.
Αν ο Τραμπ διέθετε συμβούλους με ιστορική γνώση, θα μπορούσε να είχε διδαχθεί από τα παθήματα της Αθήνας στη Σικελία. Στο τέλος-τέλος, όμως, δεν χρειαζόταν καν να προστρέξει στον Θουκυδίδη. Η αποτυχία της Ρωσίας να υποτάξει την Ουκρανία προσέφερε ένα πλήρες και απολύτως σύγχρονο μάθημα για τα όρια της ισχύος απέναντι στην αντοχή ενός πολιτικά συσπειρωμένου αντιπάλου.
Αλλά εδώ ισχύει το γνωστό: ανεπίδεκτος μαθήσεως.
Σαφέστατα, το Ιράν υποχρέωσε τον Τραμπ στην ταπείνωση να υπογράψει μια συμφωνία για το πώς θα συμφωνήσουν να τελειώσει ο πόλεμος. Μια συμφωνία για να οδηγηθούν σε συμφωνία — και μάλιστα με ένα Ιράν που βγαίνει από τη σύγκρουση με νέο εθνικό φρόνημα και χωρίς φόβο απέναντι στην αμερικανική υπεροπλία.
Επειδή, όμως, ο Τραμπ είναι αυτός που είναι, πολύ σύντομα θα αναζητήσει μια «νίκη» η οποία, στη δική του πολιτική θεωρία, θα αντισταθμίσει την ήττα του. Δεν θα αρκεστεί στην επανάληψη του ψέματος ότι νίκησε. Θα αναγκαστεί, από την ίδια του τη φύση, να αποδείξει ότι παραμένει ισχυρός και αλώβητος.
Εδώ ακριβώς εντοπίζεται ο κίνδυνος — κυρίως για την Ευρώπη.
Η σχέση με την Κίνα έχει ήδη καθοριστεί από τον ίδιο τον Xi Jinping. Η σχέση με τη Ρωσία βρίσκεται, έτσι κι αλλιώς, στον πάγο. Η Κούβα θα μπορούσε ενδεχομένως να προσφέρει μια εύκολη και ταχεία συμβολική νίκη. Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, είναι πώς θα συμπεριφερθεί ο Τραμπ απέναντι στην Ευρώπη.
Και ας μην αποδίδεται υπερβολική σημασία στις χειραψίες με την Brigitte Macron. Τραμπ είναι αυτός.
Οι φήμες για απόσυρση αμερικανικών μονάδων από την Ευρώπη βάσιμα πολλαπλασιάζονται. Ο εμπορικός πόλεμος δεν έχει λήξει. Η διατλαντική σχέση παραμένει εύθραυστη. Και το παλιό ερώτημα του Kissinger — «ποιον παίρνω τηλέφωνο όταν θέλω να μιλήσω με την Ευρώπη;» — εξακολουθεί να αιωρείται, όχι ως ιστορικό ευφυολόγημα, αλλά ως σκληρή γεωπολιτική πραγματικότητα.
Τα Στενά του Ορμούζ δεν είναι το μόνο σημείο συμφόρησης — το μόνο choke point — για την Αμερική του Τραμπ. Η διαμάχη με την Κίνα ανέδειξε ένα ακόμη, με επίκεντρο τις σπάνιες γαίες. Αυτά, όμως, είναι απτά προβλήματα. Δύσκολα, αλλά συγκεκριμένα. Μπορούν, ίσως, να αντιμετωπιστούν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο και με την πάροδο του χρόνου.
Το πραγματικά επικίνδυνο σημείο συμφόρησης είναι άλλο: η ταυτόχρονη απώλεια του ηθικού και του στρατιωτικού πλεονεκτήματος της Αμερικής.
Διότι όταν μια δύναμη χάνει το ηθικό της κύρος, αλλά δεν μπορεί πλέον να αποδείξει πειστικά ούτε την αποτελεσματικότητα της στρατιωτικής της ισχύος, τότε η κρίση παύει να είναι συγκυριακή. Γίνεται υπαρξιακή.
Το πρόβλημα για την Αμερική του Τραμπ δεν είναι απλώς ότι δεν κέρδισε έναν πόλεμο. Είναι ότι ενίσχυσε την εντύπωση πως η μεταπολεμική αμερικανική ισχύς έχει εισέλθει σε φάση μη αναστρέψιμης φθοράς. Μετά την άνοδο, η πτώση δεν είναι ποτέ αυτόματη. Γίνεται, όμως, εξαιρετικά δύσκολο να αποτραπεί όταν ο κόσμος αρχίζει να πιστεύει ότι έχει ήδη ξεκινήσει.
Διαβάστε επίσης
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Κτηνίατροι, ψυχαναλυτές και μελετητές του Μότσαρτ: Το παράξενο καστ που αναμένεται να κληρονομήσει δισεκατομμύρια, όταν μπει στο χρηματιστήριο η εταιρεία των Leopard
- Γιατί ο Μητσοτάκης θα κάνει τις εκλογές στο τέλος της τετραετίας – Τι μπορεί να αλλάξει τον σχεδιασμό
- Ακτοπλοΐα: «Η ναυμαχία της Ραφήνας» με Golden Star Ferries των αδελφών Στεφάνου, Fast Ferries του Παναγιωτάκη και Seajets του Ηλιόπουλου
- Ξανά στα μαχαίρια η Ryanair με την ΕΕ: «Ανόητοι» οι νέοι κανόνες – Λιγότερο ανταγωνιστικές οι αεροπορικές, ισχυρίζεται η εταιρεία