Τα άρθρα, οι ανακοινώσεις και οι δημόσιες τοποθετήσεις σχετικά με την πιθανή επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 — σε συνδυασμό με το ενδεχόμενο μιας σχετικά άμεσης παράδοσής τους στη γείτονα — διατρέχουν ολόκληρο το φάσμα της υπερβολής: από την υστερία ότι η Ελλάδα χάνει την αεροπορική της υπεροπλία έως τη συνολική καταδίκη της εξωτερικής πολιτικής της κυβέρνησης Μητσοτάκη.
Η πραγματικότητα, όμως, δεν δικαιολογεί αυτή την υστερία —είτε είναι αυθόρμητη είτε καλλιεργείται σκοπίμως. Εξηγείται, σ ένα βαθμό, από την κακή χρήση της πληροφόρησης που διαχέεται και, σε ακόμη μεγαλύτερο, από την αμνησία που καταλαμβάνει μερικούς κάθε φορά που το κομματικό όφελος προκρίνεται έναντι της εθνικής αλήθειας.
Πρώτα τα γεγονότα.
Η συμφωνία για την ένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 τέθηκε σε ισχύ το καλοκαίρι του 2002. Πέντε χρόνια αργότερα, η Άγκυρα υπέγραψε μνημόνιο συμμετοχής ως «εταίρος τρίτου επιπέδου», δηλαδή ως χώρα που θα συμμετείχε στην παραγωγή, την υποστήριξη και την περαιτέρω ανάπτυξη του μαχητικού. Συνάφθηκαν έτσι συμβόλαια εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων για την κατασκευή εξαρτημάτων του αεροσκάφους. Η πρώτη παραγγελία για δύο (2) από τα περίπου 100 F-35A που σχεδίαζε να αποκτήσει η Τουρκία δόθηκε το 2014.
Οι εξελίξεις αυτές σημειώθηκαν επί κυβερνήσεων Κώστα Σημίτη, Κώστα Καραμανλή και Αντώνη Σαμαρά. Ουσιαστική αντίδραση εκ μέρους της Ελλάδας δεν υπήρξε. Υστερία επίσης δεν παρατηρήθηκε. Μάλλον στα… μουλωχτά αντιμετωπίσαμε την προοπτική μιας σχεδόν απόλυτης τουρκικής κυριαρχίας στους αιθέρες.
Η κυβέρνηση Σημίτη έπνεε ήδη τα λοίσθια, η κυβέρνηση Κώστα Καραμανλή ήταν εγκατεστημένη στη… Ραφήνα και η κυβέρνηση Σαμαρά δεν είχε ακόμη αποφασίσει αν ήταν μνημονιακή, αντιμνημονιακή ή κάτι βολικά ενδιάμεσο.
Το φθινόπωρο του 2017 συνέβη το απροσδόκητο. Σε μια έκρηξη αντιαμερικανισμού —καθώς ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν θεωρούσε ότι η CIA είχε εμπλακεί στην απόπειρα πραξικοπήματος εναντίον του— η Τουρκία προχώρησε στην αγορά των S-400 από τη Ρωσία. Ως δικαιολογία προβλήθηκε η άρνηση των ΗΠΑ να της πουλήσουν Patriot.
Η κυβέρνηση Αλέξη Τσίπρα ήταν πολύ απασχολημένη με άλλα θέματα ( τις δομές της εξουσίας, το «ή θα μας τελειώσουν ή θα τους τελειώσουμε», τη Novartis, τα φιλορωσικά και αντί-αμερικανικά αισθήματα, το Μάτι) για να διακρίνει την ευκαιρία που της έδινε η στροφή της Τουρκίας. Πέρασε ανεκμετάλλευτη.
Τον Απρίλιο του 2019, οι ΗΠΑ ανέστειλαν παραδόσεις εξοπλισμού και δραστηριότητες που συνδέονταν με τη συμμετοχή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35. Όταν άρχισαν οι παραδόσεις των S-400, το καλοκαίρι του 2019, η Ουάσιγκτον ανακοίνωσε την απομάκρυνση της Τουρκίας από το πρόγραμμα, δεν παρέδωσε τα έξι μαχητικά που είχαν ήδη κατασκευαστεί και άρχισε να αντικαθιστά τις τουρκικές επιχειρήσεις στην εφοδιαστική αλυσίδα. Η επιβολή των κυρώσεων CAATSA ακολούθησε αργότερα, τον Δεκέμβριο του 2020.
Ένα ευνοϊκό παράθυρο άνοιξε τότε επίσημα για την Ελλάδα. Όχι επειδή το είχε πετύχει η χώρα μας, αλλά επειδή ο Τούρκος πρόεδρος είχε ενεργήσει βιαστικά, παρορμητικά και χωρίς μακροχρόνια στρατηγική προοπτική.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν μπορούσε να αντιδράσει αμέσως, καθώς η τριπλή κρίση —πανδημία, μεταναστευτικό, παγκόσμια οικονομική αναταραχή— δεν της άφηνε πολλά περιθώρια ελεύθερων κινήσεων. Η ουσιαστική αντίδραση ήρθε στην περίοδο 2022-2023 όταν η πολιτική εικόνα εξέπεμπε πλέον μεγαλύτερη σταθερότητα και η οικονομία είχε αρχίσει να δημιουργεί σοβαρό δημοσιονομικό χώρο.
Ξεκίνησε έτσι ένα εκτεταμένο έργο αναδιάρθρωσης και εκσυγχρονισμού της αμυντικής ικανότητας της χώρας, το οποίο κάλυψε και τους τρεις βασικούς αμυντικούς τομείς. Η συμμετοχή στο πρόγραμμα των F-35 αποτέλεσε μια συνειδητή, δαπανηρή επιλογή, η οποία κατέστη εφικτή ακριβώς λόγω της τουρκικής συμπεριφοράς και της συγκυρίας που εκείνη δημιούργησε.
Επομένως, εάν σήμερα η Τουρκία υπαναχωρεί στο ζήτημα των S-400, εάν βρίσκονται πρόθυμοι αγοραστές, εάν η Ρωσία συναινεί και εάν οι ΗΠΑ επιθυμούν την επιστροφή της Άγκυρας στο πρόγραμμα των F-35, η Ελλάδα δεν διαθέτει δικαίωμα αρνησικυρίας.
Ακριβώς όπως δεν είχε λόγο ούτε στην αρχική συμμετοχή της Τουρκίας στο πρόγραμμα, ούτε στην απόκτηση των S-400, ούτε στις συναφείς αποφάσεις της γειτονικής χώρας.
Όσοι σήμερα κρίνουν —άμεσα ή μέσω διαρροών— ας αναλογιστούν καλύτερα τις δικές τους ευθύνες όταν βρίσκονταν στην εξουσία. Και όσοι εμφανίζονται τώρα ως άσπιλοι ας εγκαταλείψουν τη στείρα καταγγελία, που συχνά αποτελεί το μοναδικό τους πολιτικό σήμα κατατεθέν, και ας καταθέσουν μια συγκεκριμένη, εφαρμόσιμη εναλλακτική πρόταση για το τι πρέπει και τι μπορεί πράγματι να κάνει η χώρα στο συγκεκριμένο θέμα.
Ας έρθουμε τώρα στο ζήτημα των έξι (6) αεροσκαφών, το οποίο συχνά συγχέεται με μια δεύτερη ομάδα πρόσθετων οχτώ (8).
Σύμφωνα με τις δημοσιευμένες πληροφορίες, η εικόνα είναι η ακόλουθη: τα πρώτα δύο μαχητικά παραδόθηκαν τυπικά στην Τουρκία το 2018, αλλά δεν έφυγαν ποτέ από το αμερικανικό έδαφος, καθώς είχε ήδη ανακύψει το ζήτημα των S-400. Συνολικά κατασκευάστηκαν έξι αεροσκάφη με τουρκικά διακριτικά και αριθμούς. Αυτά, ωστόσο, φαίνεται ότι έχουν ήδη απορροφηθεί από την Πολεμική Αεροπορία των ΗΠΑ, με τη διαδικασία ένταξής τους να ολοκληρώνεται έως το 2023, κυρίως στη βάση Luke και στον σχηματισμό της 56th Fighter Wing.
Η πρόσθετη σύγχυση προκύπτει από το γεγονός ότι η βασική σύμβαση κατασκευής των F-35 είναι μεταξύ της κυβέρνησης των ΗΠΑ και της Lockheed Martin. Τον Ιούλιο του 2020 η σύμβαση τροποποιήθηκε, ώστε οκτώ μαχητικά της παρτίδας Lot 14 (τα αρχικά 6 συν 2 ακόμη) τα οποία προορίζονταν για μελλοντική παράδοση στην Τουρκία, να αλλάξουν επίσημα τελικό παραλήπτη: οι ΗΠΑ πήραν τη θέση της Τουρκίας και τα οχτώ (8) αεροσκάφη εντάχθηκαν στον προγραμματισμό της USAF.
Παράλληλα, το Κογκρέσο πρόσθεσε άλλα έξι (6) F-35, τα οποία εξαρχής προορίζονταν για την αμερικανική Πολεμική Αεροπορία. Πρόκειται, δηλαδή, για δύο διαφορετικές κατηγορίες: οκτώ θέσεις στη γραμμή παραγωγής που άλλαξαν τελικό πελάτη και έξι επιπλέον αμερικανικά αεροσκάφη που αποτελούσαν ξεχωριστή παραγγελία.
Η σύμβαση με τη Lockheed Martin παρέμεινε σε ισχύ. Εκείνο που άλλαξε ήταν ο παραλήπτης των οκτώ αεροσκαφών, ενώ τα έξι επιπλέον αποτελούσαν πρόσθετη καθαρή ενίσχυση της αμερικανικής αεροπορίας.
Το συμπέρασμα είναι απλό. Κατ’ αρχήν, δεν φαίνεται να υπάρχει δυνατότητα άμεσης παράδοσης μαχητικών στην Τουρκία — η υστερία είναι αδικαιολόγητη. Δεύτερο, όσο κι αν η πολιτική αγορά επιμένει να το τυλίγει με καπνό και κραυγές, η πιθανή επιστροφή της Τουρκίας στα F-35 δεν αποτελεί από μόνη της εθνική καταστροφή, ούτε απόδειξη αποτυχίας της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Είναι μια εξέλιξη που εξαρτάται από αποφάσεις της Άγκυρας, της Ουάσιγκτον, του Κογκρέσου και, αναπόφευκτα, από τη συνολική γεωπολιτική συγκυρία.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται υστερία. Χρειάζεται ψυχραιμία, ακριβή πληροφόρηση, στρατηγική συνέχεια και διαρκή ενίσχυση της αποτρεπτικής της ικανότητας. Όσοι μετατρέπουν κάθε ενδεχόμενο σε εθνικό συναγερμό και κάθε διεθνή κίνηση σε προσωπική ήττα του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν υπηρετούν την άμυνα της χώρας– υπηρετούν μόνο τη μικροπολιτική τους επιβίωση.
Η σοβαρή κριτική είναι απαραίτητη. Η κατασκευασμένη καταστροφολογία, όμως, δεν είναι κριτική. Είναι πολιτικός θόρυβος, εθνικά επιζήμιος και στρατηγικά ανεύθυνος. Και σε θέματα άμυνας, ο θόρυβος δεν ενισχύει τη χώρα. Δυσκολεύει να ακουστεί η αλήθεια, που μερικοί δεν θέλουν να ακουστεί.
Διαβάστε επίσης
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Γραφεία Προστασίας Δικαιωμάτων Ληπτών Υπηρεσιών Υγείας: Οι καταγγελίες για το 2025, όλα τα στοιχεία
- Πλειστηριασμοί σε ακίνητο του Καρούζου, διαμέρισμα της Τοξότης του Καλογρίτσα και εξοπλισμό της ΕΝΚΛΩ
- Ο ΕΚΚΟΜΕΔ, οι καναλάρχες και μια κραυγαλέα αναπτυξιακή στρέβλωση – Το κράτος βλέπει κανάλια, η αγορά βλέπει οθόνες: Η μεγάλη αδικία σε βάρος των ενημερωτικών sites
- Αυτό είναι το σχέδιο του Ιβάν Σαββίδη για το ιστορικό Ξενία στη Χαλκιδική – Η αρχιτεκτονική μελέτη για το Παλιούρι