F

Οικονομία

ΤτΕ: Στο 5,3% ο πήχης της ανάπτυξης το 2022 – Τι ελπίζει και τι φοβάται η Κεντρική Τράπεζα

WarningExclamation mark in a circleΑπαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη
Γιάννης Στουρνάρας. Διοικητής Τράπεζας Ελλάδας

Γιάννης Στουρνάρας. Διοικητής Τράπεζας Ελλάδας


Ανοικτό διατηρεί η Τράπεζα της Ελλάδος το ενδεχόμενο να έχουμε ταχύτερη ανάκαμψη από τις προβλέψεις που διατυπώνει σήμερα για ανάπτυξη 4,2% φέτος και 5,3% το 2022 επιβεβαιώνοντας πλήρως σχετικό δημοσίευμα του mononews.

Όπως ωστόσο αναφέρεται στην έκθεση για τη Νομισματική Πολιτική που κατατέθηκε στη Βουλή, παρά τις θετικές μεσομακροπρόθεσμες προοπτικές, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις και προβλήματα, τα οποία επιδεινώθηκαν με την πανδημία. H κεντρική τράπεζα υπογραμμίζει πως «απαιτούνται εγρήγορση, σύμπλευση των πολιτικών δυνάμεων και επιτάχυνση των προσπαθειών για τον επιτυχή παραγωγικό μετασχηματισμό της οικονομίας, ώστε να ξεπεραστούν οριστικά οι χρόνιες παθογένειες και να κατορθώσει η χώρα να εισέλθει σε στέρεη αναπτυξιακή τροχιά και να ευημερήσει μακροπρόθεσμα».

Όπως αναφέρεται, μεσοπρόθεσμα, οι προοπτικές για την ελληνική οικονομία είναι αδιαμφισβήτητα θετικές, εξαιτίας των διαθέσιμων ευρωπαϊκών πόρων ενώ υπογραμμίζεται πως οι αναπτυξιακές δράσεις του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης παράλληλα με μεταρρυθμίσεις, στοχεύουν στη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος, στη στροφή προς την πράσινη οικονομία, καθώς και στον ψηφιακό μετασχηματισμό του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα με παράλληλη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής.

«Η υλοποίησή τους θα καταστήσει την ελληνική οικονομία πιο εξωστρεφή και ανταγωνιστική, συμβάλλοντας στη μετάβαση της χώρας σε ένα βιώσιμο και χωρίς αποκλεισμούς αναπτυξιακό πρότυπο. Ωστόσο, απαραίτητη προϋπόθεση για τη μετάβαση αυτή αποτελεί η παρουσία ενός ισχυρού τραπεζικού συστήματος το οποίο θα παρέχει απρόσκοπτα την αναγκαία χρηματοδότηση στον ιδιωτικό τομέα» τονίζεται μεταξύ άλλων στην εισαγωγική τοποθέτηση του Διοικητή της ΤτΕ κ. Γ. Στουρνάρα στην έκθεση.

Θετικές προοπτικές, υπό προϋποθέσεις

Όπως τονίζεται η πορεία της ελληνικής οικονομίας τους επόμενους μήνες είναι άμεσα συνυφασμένη με την εξέλιξη της πανδημίας, την πρόοδο του εμβολιαστικού προγράμματος και την επανεκκίνηση του τουρισμού. «Η υγειονομική κρίση επέφερε βαρύ πλήγμα στην παγκόσμια και την ελληνική οικονομία. Ωστόσο, έχουν αρχίσει ήδη να φαίνονται τα πρώτα σημάδια ανάκαμψης, καθώς αίρονται σταδιακά οι περιορισμοί δραστηριοτήτων, υποχωρεί η αβεβαιότητα και επαναλειτουργούν κλάδοι που τελούσαν σε αναστολή» αναφέρεται.

Σύμφωνα με την τοποθέτηση, το τρίτο κύμα της πανδημίας τους πρώτους μήνες του 2021 οδήγησε στην παράταση και την αυστηροποίηση των περιορισμών που είχαν επιβληθεί στην οικονομική και κοινωνική ζωή της χώρας για την ανάσχεση της υγειονομικής κρίσης. Ως αποτέλεσμα, η οικονομική δραστηριότητα, μετά από τη σημαντική συρρίκνωση που κατέγραψε το 2020, υποχώρησε εκ νέου και μειώθηκε κατά 2,3% σε ετήσια βάση το α΄ τρίμηνο του έτους.

Ωστόσο, η μείωση αυτή ήταν σημαντικά μικρότερη από ό,τι αναμενόταν, καθώς τα δημοσιονομικά μέτρα που έχουν ληφθεί από την ελληνική κυβέρνηση, αλλά και οι παρεμβάσεις πολιτικής των ευρωπαϊκών θεσμών, έχουν συμβάλει καθοριστικά στον περιορισμό των συνεπειών της πανδημίας. Όπως μεταξύ άλλων τονίζεται η ηπιότερη ύφεση καταδεικνύει την ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας, καθώς και τη βαθμιαία προσαρμογή της στις πρωτόγνωρες συνθήκες ενώ η ΤτΕ αναμένεται ανάπτυξη 4,2% φέτος και επιτάχυνση της στο 5,3% το 2022 με ανοικτό το ενδεχόμενο ταχύτερης ανάκαμψης.

Η διεύρυνση και επιτάχυνση του προγράμματος των εμβολιασμών κατά τους πρόσφατους μήνες συντείνει στην άρση της αβεβαιότητας και έχει δημιουργήσει θετικές προσδοκίες τόσο στις επιχειρήσεις όσο και στους καταναλωτές ενώ η ανάκαμψη αναμένεται να επιταχυνθεί το δεύτερο εξάμηνο, με τη συμβολή των πόρων του ευρωπαϊκού μέσου ανάκαμψης NGEU, αλλά και με τη μερική επάνοδο του τουρισμού.

Δημοσιονομική διόρθωση

Όπως επισημαίνει η ΤτΕ η έκτακτη δημοσιονομική επέκταση έχει επιβαρύνει το δημόσιο χρέος και τις ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες του Ελληνικού Δημοσίου αλλά «η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους είναι διασφαλισμένη χάρη στα ευνοϊκά του χαρακτηριστικά, υπό την προϋπόθεση ότι η δημοσιονομική επέκταση παραμένει στοχευμένη και προσωρινού χαρακτήρα».

Σύμφωνα με την κεντρική τράπεζα είναι απαραίτητο η απόσυρση της κρατικής στήριξης την επόμενη περίοδο να συνδυαστεί με τη σταδιακή επιστροφή σε θετικούς και ισχυρούς ρυθμούς ανάπτυξης, ώστε να μην τεθεί σε κίνδυνο η διαφαινόμενη ανάκαμψη ενώ την επόμενη μέρα μετά την πανδημία «η δημοσιονομική πολιτική θα πρέπει και πάλι να εστιάσει στη σταδιακή μείωση των ελλειμμάτων και την αποκατάσταση της δημοσιονομικής ισορροπίας».

Η ΤτΕ αναφέρεται επίσης στις ευνοϊκές εξελίξεις στην αγορά ομολόγων αντανακλώντας τις αναβαθμίσεις της πιστοληπτικής ικανότητας του Ελληνικού Δημοσίου από Moody’s και Standard and Poor’s. Όπως επισημαίνεται σε αυτό συνέβαλε καθοριστικά η αποδοχή των ελληνικών κρατικών ομολόγων στο έκτακτο πρόγραμμα αγοράς τίτλων λόγω της πανδημίας (Pandemic Emergency Purchase Programme – PEPP) και ως εξασφαλίσεων στις πράξεις αναχρηματοδότησης των τραπεζών από το Ευρωσύστημα. Ως αποτέλεσμα, οι αποδόσεις των ομολόγων έχουν διαμορφωθεί σε ιστορικώς χαμηλά επίπεδα και έχει διευκολυνθεί η άντληση σημαντικών ποσών από το Ελληνικό Δημόσιο μέσω της έκδοσης χρέους μεγάλης διάρκειας με ιστορικά χαμηλό κόστος.

Χρηματοπιστωτικός τομέας

Σύμφωνα με την έκθεση, η διευκολυντική κατεύθυνση της ενιαίας νομισματικής πολιτικής και η σημαντική αύξηση των καταθέσεων, η οποία υποβοηθείται από τα κρατικά μέτρα στήριξης της οικονομίας, διασφάλισαν στις ελληνικές τράπεζες ευνοϊκές συνθήκες ρευστότητας. Ωστόσο, το υπόλοιπο των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ), μετά την υποχώρηση που εμφάνισε το 2020, κυρίως λόγω των πωλήσεων δανείων, αυξήθηκε οριακά το α΄ τρίμηνο του 2021, ενώ αναμένεται η καταγραφή νέων ΜΕΔ ως συνέπεια της πανδημίας.

Επιπλέον, μικρή υποχώρηση παρατηρήθηκε στους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας, οι οποίοι όμως παρέμειναν σε ικανοποιητικό επίπεδο σύμφωνα με την Κεντρική Τράπεζα. Υπογραμμίζεται όμως πως «το ποσοστό των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων στο σύνολο των κεφαλαίων των τραπεζών παραμένει πολύ υψηλό. Το γεγονός αυτό αποτελεί πρόκληση για το τραπεζικό σύστημα, ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι το εν λόγω ποσοστό εκτιμάται ότι θα αυξηθεί περαιτέρω στο πλαίσιο της παρούσας στρατηγικής για τη μείωση των ΜΕΔ».

Διαβάστε ακόμη:

ΤτΕ: Περισσότερες χρηματοδοτήσεις από τις τράπεζες δεδομένης της ρευστότητάς τους

Έκθεση Στουρνάρα: Ανάπτυξη 4,2% φέτος παρά τις μεταλλάξεις του COVID

Ακολουθήστε το mononews.gr στο Google News για την πιο ξεχωριστή ενημέρωση


ΣΧΟΛΙΑ