Από το Ισραήλ και τον Λίβανο μέχρι την Ουκρανία, η νέα αρχή είναι απλή: όποιος δεν έχει βιομηχανική βάση για φθηνή άμυνα, χάνει τον πόλεμο της φθοράς.

Τις τελευταίες ημέρες, οι εικόνες που έρχονται από τα βόρεια σύνορα του Ισραήλ αποκαλύπτουν μια πραγματικότητα που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν αδιανόητη. Το σύστημα Iron Dome, το τεχνολογικό επίτευγμα που επί μια δεκαετία θεωρούνταν αδιαπέραστο, εμφανίζει ρωγμές. Ρουκέτες της Χεζμπολάχ καταφέρνουν να διαπερνούν την αεράμυνα, πλήττοντας στόχους στην Χάιφα και αλλού. Δεν πρόκειται για μεμονωμένα περιστατικά, ούτε για τεχνολογική αποτυχία. Πρόκειται για την εκδήλωση μιας βαθύτερης μεταβολής: το οικονομικό μοντέλο του σύγχρονου πολέμου έχει αλλάξει άρδην, και η αλλαγή αυτή συμβαίνει σε κοινή θέα, μπροστά στα μάτια όλων.

1

Η οικονομία της αναχαίτισης

Για να κατανοήσει κανείς τι συμβαίνει, οφείλει να ξεκινήσει από το απλούστερο όλων: το κόστος. Κάθε πύραυλος αναχαίτισης Tamir που εκτοξεύεται από μια συστοιχία Iron Dome εκτιμάται ότι στοιχίζει στο Ισραήλ κάτι μεταξύ των 40.000 και 150.000 δολαρίων. Απέναντί του, μια ρουκέτα που εκτοξεύει η Χεζμπολάχ από τον Λίβανο, μπορεί να κοστίζει από 500 έως 3.000 δολάρια. Τα drones Shahed που προμηθεύει το Ιράν, από τα οποία η Χεζμπολάχ διαθέτει πλέον τοπικές γραμμές παραγωγής, κοστίζουν περίπου 20.000 δολάρια το κομμάτι.

Η αναλογία είναι συντριπτική: για κάθε δολάριο που ξοδεύει ο επιτιθέμενος, ο αμυνόμενος καλείται να ξοδέψει τουλάχιστον είκοσι, συχνά πενήντα ή και εκατό. Αυτή η ανισότητα δεν είναι απλώς μια οικονομική παρατήρηση αλλά το ίδιο το «βαρύ πυροβολικό» του «αδύναμου». Η Χεζμπολάχ, η Χαμάς, οι Χούθι και κατ’ επέκταση το Ιράν, έχουν οικοδομήσει μια στρατηγική βασισμένη ακριβώς σε αυτή την αρχή: εξάντληση των ακριβών αποθεμάτων του αντιπάλου, ώστε να εξαναγκαστεί να διαλέξει ποιες απειλές θα αναχαιτίσει και ποιες θα αφήσει να περάσουν.

Τα αποτελέσματα αυτού του ιδιότυπου πολεμικού triage  είναι ήδη ορατά. Σύμφωνα με ορισμένες αναφορές, η κατανάλωση των αναχαιτιστικών του Ισραήλ έχει φτάσει το 70-85% των συνολικών αποθεμάτων. Το απόθεμα αυτό, που χτίστηκε και με αμερικανική υποστήριξη δισεκατομμυρίων δολαρίων, εξαντλείται με ρυθμό που κανείς σχεδιαστής αμυντικών συστημάτων δεν είχε προβλέψει. Σε μια πρόσφατη επίθεση όπου εκτοξεύθηκαν περίπου 100 ρουκέτες ταυτόχρονα, το ποσοστό αναχαίτισης λέγεται ότι έπεσε στο 50% – τη στιγμή που το Iron Dome διαφημιζόταν για χρόνια με ποσοστά επιτυχίας άνω του 90%.

Η μεταστροφή: από την πολιτική στην οικονομία

Ο Καρλ φον Κλαούζεβιτς, ο Πρώσος στρατηγικός θεωρητικός του 19ου αιώνα, όρισε τον πόλεμο ως “τη συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα”. Η φράση αυτή κυριάρχησε στη στρατηγική σκέψη για δύο αιώνες. Σήμερα, ωστόσο, απαιτείται μια αναθεώρηση. Ο σύγχρονος πόλεμος – τουλάχιστον όπως διεξάγεται στις μη συμβατικές συγκρούσεις από το Ισραήλ και την Ουκρανία έως την Ερυθρά Θάλασσα – μοιάζει όλο και περισσότερο με τη συνέχεια της οικονομίας με άλλα μέσα.

Δεν είναι πλέον η πολιτική βούληση που εξαντλείται πρώτη. Είναι η βιομηχανική βάση. Είναι η δυνατότητα παραγωγής φθηνών πυρομαχικών σε μαζική κλίμακα. Είναι η αντοχή ενός οικονομικού συστήματος να αντέχει έναν πόλεμο όπου το κόστος της άμυνας είναι κατά τάξεις μεγέθους υψηλότερο από το κόστος της επίθεσης.

Η Ουκρανία, βέβαια, αποτελεί την πλέον χαρακτηριστική περίπτωση αυτού του νέου παραδείγματος. Εκεί, η Ευρώπη και οι Ηνωμένες Πολιτείες διαπίστωσαν με οδυνηρό τρόπο ότι οι δυτικές αμυντικές βιομηχανίες δεν είχαν την παραγωγική ικανότητα να ανταποκριθούν σε έναν πόλεμο φθοράς. Η παραγωγή πυρομαχικών πυροβολικού 155 χιλιοστών, που σήμερα θεωρείται ο “χρυσός κανόνας” της σύγκρουσης, χρειάστηκε μήνες για να αυξηθεί. Και όταν αυξήθηκε, το κόστος ανά βλήμα παρέμεινε δυσανάλογα υψηλό σε σύγκριση με τα ρωσικά αντίστοιχα.

Φθηνότερη άμυνα ή ήττα;

Η αδυναμία αυτή δεν έχει περάσει απαρατήρητη από τα επιτελεία. Το Ισραήλ, που βρίσκεται στην πρώτη γραμμή αυτού του νέου είδους πολέμου, έχει ήδη αρχίσει να αλλάζει την αμυντική του φιλοσοφία. Η απάντηση στο οικονομικό αδιέξοδο ονομάζεται Iron Beam – η “Σιδερένια Δέσμη”.

Πρόκειται για ένα σύστημα λέιζερ υψηλής ενέργειας που αναχαιτίζει ρουκέτες, όλμους και drones όχι με πύραυλο αλλά με θερμική καταστροφή. Το πλεονέκτημα είναι συντριπτικό: ενώ ένας πύραυλος Tamir κοστίζει δεκάδες χιλιάδες δολάρια, η εκτόξευση του Iron Beam κοστίζει μερικά δολάρια – ουσιαστικά το κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας που καταναλώνεται. Το Iron Beam, παρά το γεγονός ότι προϋποθέτει πολύ ακριβό hardware και υποδομές,  όταν ενσωματωθεί πλήρως στο αμυντικό δίκτυο, αναμένεται να μειώσει δραστικά το οικονομικό βάρος της άμυνας.

Ωστόσο, η μετάβαση αυτή δεν είναι ούτε άμεση ούτε ανώδυνη. Το Iron Beam παραμένει ευάλωτο στις καιρικές συνθήκες – η ομίχλη και τα χαμηλά σύννεφα μειώνουν την αποτελεσματικότητά του. Η εμβέλειά του είναι μικρότερη από αυτή των πυραυλικών συστημάτων. Και, το σημαντικότερο, η παραγωγική του κλίμακα δεν έχει ακόμη φτάσει στο σημείο να καλύψει το κενό που αφήνουν τα εξαντλημένα αποθέματα του Iron Dome. Οι πρόσφατες επιτυχίες της Χεζμπολάχ στο να διαπερνά την αεράμυνα αποδεικνύουν ακριβώς αυτό: υπάρχει ένα κρίσιμο χρονικό παράθυρο όπου οι παλιές λύσεις εξαντλούνται και οι νέες δεν έχουν ακόμη ωριμάσει.

Αυτό που διακυβεύεται είναι κάτι περισσότερο από την έκβαση μιας μεμονωμένης σύγκρουσης. Διακυβεύεται η ίδια η δυνατότητα των δυτικών οικονομιών να διεξάγουν παρατεταμένους πολέμους χωρίς να καταρρεύσουν υπό το βάρος του κόστους. Η στρατηγική του κορεσμού – η μαζική ταυτόχρονη εκτόξευση φθηνών βλημάτων – αποτελεί πλέον το βασικό εργαλείο μη κρατικών οργανώσεων και αντιπάλων κρατών που δεν μπορούν να ανταγωνιστούν την τεχνολογική υπεροχή της Δύσης.

Για το Ισραήλ, το δίλημμα είναι άμεσο. Η Χεζμπολάχ διαθέτει, σύμφωνα με εκτιμήσεις, ένα οπλοστάσιο που υπερβαίνει τις 150.000 ρουκέτες και πυραύλους. Η συντριπτική πλειονότητά τους είναι μικρού βεληνεκούς, φθηνά, μη κατευθυνόμενα βλήματα. Αλλά όταν εκτοξεύονται κατά εκατοντάδες ταυτόχρονα, δεν χρειάζονται καθοδήγηση για να προκαλέσουν ζημιά – αρκεί ένα ποσοστό τους να περάσει την άμυνα. Και αυτό ακριβώς συμβαίνει τώρα.

Η ισραηλινή ηγεσία γνωρίζει ότι η λύση δεν είναι μόνο στρατιωτική. Είναι βιομηχανική. Γι’ αυτό επιταχύνει την ανάπτυξη του Iron Beam, γι’ αυτό πιέζει τις Ηνωμένες Πολιτείες για συνεχή αναπλήρωση των αποθεμάτων, γι’ αυτό επιδιώκει τη δημιουργία τοπικών γραμμών παραγωγής για φθηνότερα αναχαιτιστικά. Αλλά η μετάβαση αυτή απαιτεί χρόνο. Και ο χρόνος, σε έναν πόλεμο φθοράς, είναι το πολυτιμότερο αγαθό.

Ένα νέο δόγμα γεννιέται

Αυτό που παρακολουθούμε τις τελευταίες ημέρες στα σύνορα Ισραήλ-Λιβάνου δεν είναι μια απλή στρατιωτική επιχείρηση. Είναι η πρώτη μεγάλη δοκιμή ενός νέου στρατιωτικού παραδείγματος. Ο πόλεμος δεν κρίνεται πλέον μόνο στα πεδία των μαχών. Κρίνεται στα εργοστάσια, στις γραμμές παραγωγής, στις αποθήκες πυρομαχικών. Κρίνεται στο κατά πόσο μια κοινωνία μπορεί να αντέξει οικονομικά την άμυνά της.

Η ρήση του Κλαούζεβιτς ακούγεται σήμερα ελλιπής. Σήμερα, ο πόλεμος είναι η συνέχεια της οικονομίας με άλλα μέσα. Και αυτή η αλήθεια, που για χρόνια παρέμενε κρυμμένη πίσω από τα μεγαλεπήβολα αφηγήματα τεχνολογικής υπεροχής, αποκαλύπτεται πλέον σε κοινή θέα – σε κάθε έκρηξη στον ουρανό της Χάιφας, σε κάθε αναφορά για εξαντλημένα αποθέματα, σε κάθε πύραυλο που διαπερνά τον Σιδερένιο Θόλο.

Το ερώτημα που τίθεται είναι υπαρξιακό: μπορεί μια δυτική οικονομία, με υψηλό κόστος εργασίας, αυστηρούς κανονισμούς και περιορισμένη παραγωγική βάση αλλά και τα δημοσιονομικά της όρια και την κοινωνική της κόπωση, να ανταγωνιστεί σε έναν πόλεμο φθοράς όπου ο αντίπαλος ξοδεύει εκατό φορές λιγότερα; Η απάντηση δεν θα δοθεί στα πεδία των μαχών αλλά στα εργοστάσια.

Διαβάστε επίσης

Το «δώρο» της Τεχεράνης και το στοίχημα των αγορών – Γιατί το λιμάνι της Φουτζέιρα αποτελεί στρατηγικό «μάτι» για τα πετρέλαια της Μέσης Ανατολής

Τρελές διακυμάνσεις για το πετρέλαιο – Η Wall Street στο κόκκινο, ομόλογα στο 4,39%

Πετρέλαιο: Η «κερκόπορτα» της πληροφορίας στην Ουάσινγκτον – Τα στοιχήματα των 15 λεπτών, το πετρέλαιο και το νομοσχέδιο Schiff–Curtis