Αλλαγές στο πλαίσιο των Πρότυπων Προτάσεων φέρνει το ερανιστικό νομοσχέδιο του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών, με στόχο να ενεργοποιηθεί ένας θεσμός που μέχρι σήμερα παρέμενε ουσιαστικά ανενεργός. Παράγοντες του υπουργείου διευκρινίζουν ότι οι πρότυπες προτάσεις δεν αποτελούν εργαλείο χρηματοδότησης έργων, αλλά κυρίως μηχανισμό ωρίμανσης και προετοιμασίας μεγάλων έργων υποδομής.

Η διευκρίνιση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο όπου το μεγαλύτερο εμπόδιο για την προώθηση νέων έργων παραμένει η εξασφάλιση χρηματοδότησης.

1

Στο νομοσχέδιο, το οποίο κατατέθηκε στη Βουλή,  περιλαμβάνονται τρία άρθρα που τροποποιούν το υφιστάμενο πλαίσιο, με στόχο να αρθούν περιορισμοί που μέχρι σήμερα δυσχέραιναν την ενεργοποίηση του θεσμού.

Οι προτάσεις που έχουν κατατεθεί

Μέχρι σήμερα στο Υπουργείο Υποδομών έχουν φτάσει δύο σημαντικές προτάσεις οδικών έργων μέσω του θεσμού των Πρότυπων Προτάσεων, ενώ πληροφορίες κάνουν λόγο και για τρίτη πρόταση που δεν έχει ακόμη δημοσιοποιηθεί.

Η πρώτη πρόταση αφορά τον νέο αυτοκινητόδρομο Ελευσίνα – Οινόφυτα, γνωστό και ως «Παράκαμψη Αττικής», που έχει προταθεί από τη ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ.

Το έργο στοχεύει στη δημιουργία ενός νέου άξονα που θα συνδέει το δυτικό τμήμα της Αττικής με τη βόρεια Αττική, λειτουργώντας ως εναλλακτική διαδρομή στον κορεσμένο Κηφισό. Με τον τρόπο αυτό επιδιώκεται η αποσυμφόρηση μιας από τις πιο επιβαρυμένες οδικές αρτηρίες της χώρας.

Ο εκτιμώμενος προϋπολογισμός του έργου φτάνει περίπου τα 500 εκατ. ευρώ. Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι η πρόταση έχει κατατεθεί εδώ και περισσότερα από δυόμισι χρόνια, ο σχετικός φάκελος παραμένει ουσιαστικά ανενεργός. Όπως έχει αναφέρει στο παρελθόν ο υφυπουργός Υποδομών Νίκος Ταχιάος, μέχρι σήμερα οι φάκελοι των πρότυπων προτάσεων δεν έχουν εξεταστεί.

Η αλλαγή του θεσμικού πλαισίου θεωρείται απαραίτητη προϋπόθεση ώστε το έργο να μπορέσει να προχωρήσει στα επόμενα στάδια αξιολόγησης.

Η δεύτερη πρόταση αφορά την Αστική Σήραγγα Ηλιούπολης, που αποτελεί επέκταση της Δυτικής Περιφερειακής Υμηττού και εντάσσεται στο ευρύτερο σχέδιο επεκτάσεων της Αττικής Οδού.

Το έργο προβλέπει τη δημιουργία νέας σήραγγας που θα ξεκινά από την περιοχή της Κατεχάκη, κοντά στην Καισαριανή, και θα καταλήγει στη Λεωφόρο Βουλιαγμένης, στα όρια Αγίου Δημητρίου και Ηλιούπολης.

Σε συνδυασμό με την ανισοπεδοποίηση της Λεωφόρου Βουλιαγμένης, η νέα υποδομή αναμένεται να αλλάξει σημαντικά τις μετακινήσεις στην Αθήνα, βελτιώνοντας τη σύνδεση των νοτίων προαστίων με το κέντρο και τα βόρεια προάστια.

Παράλληλα, το έργο θεωρείται κρίσιμο για την καλύτερη πρόσβαση προς τον μεγάλο αναπτυξιακό πόλο του Ελληνικού, όταν το έργο τεθεί σε πλήρη λειτουργία τα επόμενα χρόνια.

Η πρόταση έχει υποβληθεί από κοινοπραξία των εταιρειών ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ – Άκτωρ Παραχωρήσεις – ΑΒΑΞ, οι οποίες κατέθεσαν το 2023 ενιαία πρότυπη πρόταση για μια σειρά επεκτάσεων της Αττικής Οδού, μεταξύ των οποίων και η σήραγγα Ηλιούπολης.

Ο εκτιμώμενος προϋπολογισμός της επένδυσης φτάνει περίπου τα 1,2 δισ. ευρώ.

Τι αλλάζει στο πλαίσιο των Πρότυπων Προτάσεων

Το νομοσχέδιο του Υπουργείου Υποδομών επιχειρεί να κάνει πιο ευέλικτο το σύστημα των Πρότυπων Προτάσεων μέσω συγκεκριμένων παρεμβάσεων.

Με το άρθρο 99 καταργείται ο χρονικός περιορισμός που ίσχυε μέχρι σήμερα για την υποβολή προτάσεων. Μέχρι τώρα οι οικονομικοί φορείς μπορούσαν να καταθέτουν προτάσεις μόνο το πρώτο δεκαπενθήμερο κάθε τριμήνου. Πλέον η υποβολή θα μπορεί να γίνεται οποιαδήποτε στιγμή μέσα στο έτος, διευκολύνοντας τις εταιρείες που επιθυμούν να καταθέσουν έργα.

Παράλληλα, με το άρθρο 101 καταργείται ο κανόνας της αυστηρής χρονικής προτεραιότητας στην εξέταση των προτάσεων. Στο εξής η αρμόδια επιτροπή θα μπορεί να καθορίζει τη σειρά αξιολόγησης, δίνοντας προτεραιότητα σε έργα που θεωρούνται πιο ώριμα ή πιο σημαντικά για τις ανάγκες της περιόδου.

Στο ίδιο άρθρο προβλέπεται επίσης η θέσπιση κατώτατου ορίου για τα έξοδα προετοιμασίας μιας πρότυπης πρότασης, ώστε να διασφαλίζεται ότι αυτά κινούνται σε εύλογα επίπεδα, ενώ καταργούνται και διαφοροποιήσεις που υπήρχαν στη διαδικασία ανάθεσης σε σχέση με άλλες δημόσιες συμβάσεις.

Εργαλείο ωρίμανσης και όχι χρηματοδότησης

Παρά τις παρεμβάσεις αυτές, πηγές του υπουργείου υπογραμμίζουν ότι οι Πρότυπες Προτάσεις δεν αποτελούν ένα νέο χρηματοδοτικό εργαλείο για την υλοποίηση έργων. Σε αυτό το πλαίσιο, επισημαίνεται ότι οι αλλαγές στο θεσμικό πλαίσιο δεν συνεπάγονται αυτομάτως και την υλοποίηση των έργων. Ο δημοσιονομικός χώρος για υποδομές τέτοιου μεγέθους εκτιμάται ότι θα παραμείνει περιορισμένος στο άμεσο μέλλον, γεγονός που εξακολουθεί να αποτελεί βασική πρόκληση για την υλοποίησή τους.

Στην πράξη, ο θεσμός λειτουργεί κυρίως ως μηχανισμός ωρίμανσης έργων, επιτρέποντας στον ιδιωτικό τομέα να καταθέτει και να προετοιμάζει προτάσεις για μεγάλα projects υποδομών.

Η υλοποίηση των έργων αυτών εξακολουθεί να εξαρτάται από τη διασφάλιση χρηματοδότησης μέσω συμβάσεων παραχώρησης, ΣΔΙΤ ή δημόσιων πόρων.

Σε μια περίοδο όπου τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά εργαλεία είναι περιορισμένα και μεγάλο μέρος των πόρων έχει ήδη δεσμευθεί σε ώριμα έργα, το ζήτημα της χρηματοδότησης παραμένει ο βασικός παράγοντας που θα καθορίσει αν και πότε οι προτάσεις αυτές θα φτάσουν τελικά στο στάδιο της υλοποίησης.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί και συγκεκριμένες επιφυλάξεις για το μοντέλο των πρότυπων προτάσεων. Ο υφυπουργός Υποδομών Νίκος Ταχιάος έχει επισημάνει στο παρελθόν ότι, αν και πρόκειται για ένα χρήσιμο εργαλείο, απαιτείται προσεκτική αξιολόγηση από το Δημόσιο, καθώς υπάρχει ο κίνδυνος οι προτάσεις να προσκρούσουν στους κανόνες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ιδίως σε ζητήματα κρατικών ενισχύσεων και ανταγωνισμού. Όπως έχει σημειώσει, έργα που προτείνονται από ιδιωτικούς φορείς ενδέχεται να δημιουργούν στρεβλώσεις στην αγορά ή δεσπόζουσες θέσεις, γεγονός που καθιστά αναγκαία την προσαρμογή του θεσμικού πλαισίου και των διαδικασιών αξιολόγησης.

Αναλυτικότερα, οι πρότυπες προτάσεις αποτελούν έναν μηχανισμό μέσω του οποίου ιδιωτικοί φορείς μπορούν να καταθέτουν στην Πολιτεία ολοκληρωμένες προτάσεις για μεγάλα έργα υποδομών, συνήθως άνω των 200 εκατ. ευρώ, ακόμη και όταν δεν υπάρχει σε εξέλιξη σχετικός διαγωνισμός από το Δημόσιο.

Οι προτάσεις αυτές –γνωστές διεθνώς ως unsolicited proposals– συνοδεύονται από πλήρη τεχνικό και οικονομικό φάκελο, ο οποίος περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τεκμηρίωση της σκοπιμότητας του έργου, εκτίμηση κόστους, μελέτη κόστους–οφέλους και ανάλυση της αναπτυξιακής του συμβολής.

Αφού κατατεθούν, αξιολογούνται από ειδική επιτροπή του υπουργείου και, εφόσον κριθούν σκόπιμες, μπορούν να εγκριθούν σε κυβερνητικό επίπεδο ώστε να προχωρήσει η διαδικασία δημοπράτησης του έργου μέσω συμβάσεων έργου, παραχώρησης ή ΣΔΙΤ.

 Σε περίπτωση που ο τελικός ανάδοχος του διαγωνισμού δεν είναι η εταιρεία που υπέβαλε την αρχική πρόταση, προβλέπεται η αποζημίωσή της για το κόστος προετοιμασίας της πρότασης, ώστε να διατηρείται το κίνητρο συμμετοχής του ιδιωτικού τομέα στη διαδικασία ωρίμανσης νέων έργων υποδομής.

Διαβάστε επίσης:

Η LAMDA Development στις Βρυξέλλες: Το The Ellinikon αναδεικνύει το νέο όραμα για τις πόλεις του αύριο στην Ευρώπη

Παπαθανάσης: Νέα χρηματοδότηση 143 εκατ. ευρώ από τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο για την Ελλάδα

ΕΥΔΑΠ: Πάνω από 12,7% το έμμεσο ποσοστό της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ (πίνακας)