ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Η Έλενα Χουλιάρα, πρόεδρος και διευθύνουσα σύμβουλος της AstraZeneca Ελλάδας, επισημαίνει ότι, με το χρηματοδοτικό κενό να ξεπερνά πλέον το 1 δισ. ευρώ και τις υποχρεωτικές επιστροφές (clawback) να αγγίζουν το 80% στα νοσοκομειακά φάρμακα, η πρόσβαση των Ελλήνων ασθενών σε θεραπείες αιχμής δεν είναι πλέον δεδομένη.
Κάνει λόγο για δομικές παθογένειες και «τιμωρητική» αντιμετώπιση της ελεγχόμενης καινοτομίας, που μετατρέπουν την Ελλάδα σε αγορά «υψηλού ρίσκου» στον διεθνή χάρτη.
Μέσα από μια διεισδυτική ματιά στις γεωπολιτικές εξελίξεις και στις επιταγές της έκθεσης Draghi, η κα Χουλιάρα προτείνει ένα νέο μοντέλο συνυπευθυνότητας μεταξύ Πολιτείας και βιομηχανίας.
Κυρία Χουλιάρα, παρατηρούμε διεθνώς μια «έκρηξη» νέων θεραπειών. Πώς αποτυπώνεται αυτή η πρόοδος στην ελληνική πραγματικότητα; Είναι το σύστημά μας έτοιμο να την υποδεχθεί;
Βρισκόμαστε σε μια εξαιρετικά κρίσιμη καμπή, θα έλεγα, σε ένα ιστορικό σταυροδρόμι για τη δημόσια υγεία. Από τη μία πλευρά η βιοφαρμακευτική επιστήμη προοδεύει με πρωτοφανείς ρυθμούς, προσφέροντας λύσεις που πριν από λίγα χρόνια φάνταζαν σενάρια επιστημονικής φαντασίας. Από την άλλη, το ελληνικό οικοσύστημα υγείας ασφυκτιά, εγκλωβισμένο σε δομικές παθογένειες ετών και διαχρονική υποχρηματοδότηση.
Το θεμελιώδες πρόβλημα είναι ότι, ενώ οι ανάγκες των ασθενών και οι θεραπευτικές επιλογές αυξάνονται, εμείς επιμένουμε σε μια λογική «διαχείρισης κρίσης», αντί να μεταβούμε σε ένα μοντέλο βιώσιμης ανάπτυξης. Και αυτό δεν είναι μια θεωρητική διαπίστωση, αλλά μια πραγματικότητα που αποτυπώνεται αμείλικτα στους αριθμούς.
Σήμερα βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια τεράστια αναντιστοιχία: ο ετήσιος ρυθμός αύξησης των αναγκών της χώρας σε φάρμακο είναι σαφώς μεγαλύτερος από τον ρυθμό αύξησης της δημόσιας χρηματοδότησης.
Ποιο είναι το ακριβές οικονομικό αποτύπωμα αυτής της αναντιστοιχίας και πώς καλύπτεται σήμερα το κενό;
Το αποτέλεσμα είναι ένα χρηματοδοτικό κενό, που πλέον υπερβαίνει το 1 δισ. ευρώ. Αυτό το δυσθεώρητο ποσό δεν θα έλυνε τις στρεβλώσεις της αγοράς, αλλά θα έφερνε τη χώρα σε επίπεδα δαπάνης συγκρίσιμα με τις χώρες της νότιας Ευρώπης.
Σήμερα ο κρατικός προϋπολογισμός καλύπτει λιγότερο από το μισό των αναγκών της χώρας. Το υπόλοιπο καλούνται να καλύψουν εν μέρει οι ασθενείς και κυρίως η φαρμακοβιομηχανία μέσω των υποχρεωτικών επιστροφών, δηλαδή του clawback, των rebates και άλλων εκπτώσεων.
Είναι σαφές ότι η Πολιτεία έχει κάνει βήματα και έχει σκύψει πάνω από τα προβλήματα, όμως οι παρεμβάσεις δεν επαρκούν. Χωρίς άμεση αύξηση της χρηματοδότησης και εξορθολογισμό της δαπάνης, ο κίνδυνος να στερηθούν οι Έλληνες ασθενείς κρίσιμες θεραπείες δεν είναι απλώς ορατός, είναι ήδη παρών.
Αναφέρεστε συχνά στο clawback. Ποια είναι η τάξη μεγέθους σήμερα και γιατί χαρακτηρίζετε την κατάσταση μη βιώσιμη, ειδικά για τα καινοτόμα φάρμακα;
Τα μέτρα του clawback και των επιστροφών γενικότερα έχουν πλέον υπερβεί κάθε όριο ορθολογισμού, απειλώντας ευθέως τη βιωσιμότητα του κλάδου. Πρέπει να θυμίσουμε ότι ο μηχανισμός αυτός θεσπίστηκε πριν από 15 χρόνια ως ένα έκτακτο, προσωρινό «δίχτυ ασφαλείας» για τη συγκράτηση της δαπάνης, μέχρι το κράτος να εφαρμόσει τις απαραίτητες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.
Σήμερα, η μονιμοποίηση αυτού του μέτρου αποτελεί ουσιαστικά ομολογία αποτυχίας των ελεγκτικών μηχανισμών. Το «δίχτυ ασφαλείας» μεταλλάχθηκε σε έναν τυφλό μηχανισμό κάλυψης των φαρμακευτικών αναγκών της χώρας.
Πώς μεταφράζεται αυτή η πίεση αριθμητικά στο νοσοκομειακό φάρμακο και πώς επηρεάζει τον σχεδιασμό των εταιρειών;
Τα νούμερα είναι αποκαλυπτικά. Υπάρχουν περιπτώσεις, ειδικά στο νοσοκομειακό φάρμακο, που οι εταιρείες καλούνται να επιστρέψουν άνω του 80% της αξίας των προϊόντων. Ας συνειδητοποιήσουμε τι σημαίνει αυτό πρακτικά: Για κάθε 100 ευρώ καινοτόμου φαρμάκου που χορηγείται σε ένα δημόσιο νοσοκομείο για τη θεραπεία ενός σοβαρού νοσήματος, η εταιρεία χρηματοδοτεί τα 80 ευρώ και το κράτος μόλις τα 20. Με πιο απλά λόγια, υπάρχουν περιπτώσεις όπου στα 5 προϊόντα που διατίθενται στους ασθενείς, τα 4 παρέχονται ουσιαστικά δωρεάν από τη φαρμακοβιομηχανία.
Ένα μεγάλο παράδοξο εντοπίζεται και στη στρέβλωση μεταξύ των καναλιών διανομής. Το σύστημα σήμερα «τιμωρεί» την ελεγχόμενη καινοτομία. Στα κανάλια των νοσοκομείων και των φαρμακείων του ΕΟΠΥΥ, η χορήγηση γίνεται υπό αυστηρό έλεγχο, με θεραπευτικά πρωτόκολλα και επιτροπές εγκρίσεων.
Εκεί, φαρμακευτικά σκευάσματα που οι ονομαστικές τους τιμές είναι από τις χαμηλότερες στην Ευρώπη, επιβαρύνονται με τις υψηλότερες, εξοντωτικές επιστροφές που κινούνται σταθερά πάνω από το 60%.
Αντίθετα, στα κανάλια ευρείας κυκλοφορίας, όπου ο έλεγχος συνταγογράφησης είναι δυσκολότερος, τα ποσοστά είναι χαμηλότερα.
Πρόκειται για μια πλήρη αντιστροφή της λογικής, που καθιστά το επιχειρηματικό περιβάλλον αβέβαιο για τις νέες θεραπείες. Επιπλέον ο συνεχής κατακερματισμός του προϋπολογισμού σε επιμέρους «κουτάκια» λειτουργεί ως λογιστικό τέχνασμα, που επιτείνει τις ανισότητες, οδηγώντας σε ακραίες διακυμάνσεις στα paybacks, κάνοντας αδύνατο τον όποιο προγραμματισμό ή πρόβλεψη.
Πώς μεταφράζονται αυτά τα οικονομικά δεδομένα στην υγεία του ασθενή; Υπάρχει πραγματικός κίνδυνος για αποσύρσεις ή μη εισαγωγή νέων θεραπειών στη χώρα μας;
Δυστυχώς, ο κίνδυνος δεν είναι πλέον θεωρητικός, είναι μια σκληρή πραγματικότητα που βιώνουν οι ασθενείς. Αυτό που αποκαλύψατε εσείς κυρία Καρατζαφέρη πρόσφατα, σχετικά με την απόσυρση ογκολογικών φαρμάκων από την ελληνική αγορά, αποτελεί την πιο ηχηρή προειδοποίηση. Μιλάμε για θεραπείες μοναδικές, για τις οποίες δεν υπάρχουν γενόσημα ή βιοομοειδή να τις υποκαταστήσουν. Όταν φτάνουμε στο σημείο να χάνονται τέτοια φάρμακα, αντιλαμβάνεστε ότι το σύστημα έχει ξεπεράσει τα όριά του.
Η αιτία πίσω από αυτό είναι ξεκάθαρη: η υποχρηματοδότηση, οι εξοντωτικές επιστροφές, η απουσία μηχανισμών εξορθολογισμού της δαπάνης και η παντελής έλλειψη πρόβλεψης έχουν καταστήσει τη διάθεση καινοτόμων θεραπειών μη βιώσιμη. Τα στοιχεία του 2025 είναι αποκαλυπτικά: μόλις 1 στα 5 νέα καινοτόμα φάρμακα της τελευταίας τετραετίας είναι σήμερα διαθέσιμο στους ασθενείς της χώρας μας υπό καθεστώς πλήρους πρόσβασης.
Το πρόβλημα επιδεινώνεται από μια οξύμωρη πολιτική. Ενώ οι τιμές των γενόσημων στην Ελλάδα παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, η καινοτομία αρχικά υποτιμολογείται και στη συνέχεια «υπερφορολογείται».
Οι τιμές των καινοτόμων φαρμάκων στην Ελλάδα σε καμία περίπτωση δεν αντικατοπτρίζουν την πραγματική θεραπευτική τους αξία, ούτε συνυπολογίζουν σημαντικές εξοικονομήσεις που αυτά προσφέρουν, άμεσα και έμμεσα, στο σύστημα.
Παράλληλα, υπάρχουν μηχανισμοί προστασίας («νομοθετικοί κόφτες» στο clawback και στην τιμολόγηση) για φθηνά φάρμακα, το κόστος των οποίων, όμως, δεν καλύπτεται από το κράτος, αλλά μετακυλύεται αυθαίρετα στα καινοτόμα φάρμακα. Αν η Πολιτεία θέλει να προστατεύσει συγκεκριμένες κατηγορίες, οφείλει να το κάνει με επιπλέον χρηματοδότηση και όχι οδηγώντας σε αδιέξοδο τις θεραπείες αιχμής. Αν δεν αλλάξει άμεσα αυτό το μείγμα πολιτικής, περιστατικά σαν το πρόσφατο θα πάψουν να αποτελούν την εξαίρεση.
Ακούμε συχνά για τον όρο MFN (Most Favored Nation) και τις διεθνείς πιέσεις. Πόσο επηρεάζει την Ελλάδα το τι συμβαίνει σε παγκόσμιο επίπεδο;
Πλέον δεν μπορούμε να βλέπουμε την Ελλάδα ως μια απομονωμένη αγορά. Είμαστε ένας κρίσιμος κρίκος στην παγκόσμια αλυσίδα αξίας και αυτό έχει άμεσες συνέπειες. Η υιοθέτηση μοντέλων τιμολόγησης τύπου Most Favored Nation (MFN) από μεγάλες αγορές, όπως οι ΗΠΑ, αλλάζει δραματικά τους κανόνες του παιχνιδιού.
Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι οι τιμές φαρμάκων στις ΗΠΑ θα συνδέονται άμεσα με τιμές άλλων χωρών με συγκρίσιμες οικονομίες. Όταν, λοιπόν, η Ελλάδα (παρ’ ότι σήμερα δεν συμπεριλαμβάνεται σε αυτές τις χώρες) διατηρεί χαμηλές ονομαστικές τιμές και ταυτόχρονα επιβάλλει εξοντωτικές επιστροφές (συνεπώς και ακόμα χαμηλότερες καθαρές τιμές), μετατρέπεται σε αγορά «υψηλού ρίσκου».
Οι φαρμακευτικές εταιρείες βρίσκονται μπροστά σε ένα δίλημμα: Είναι βιώσιμη η κυκλοφορία ενός νέου φαρμάκου στην Ελλάδα, όταν η χαμηλή του τιμή εδώ μπορεί να συμπαρασύρει πτωτικά την τιμή του παγκοσμίως, προκαλώντας δυσανάλογη ζημιά στα έσοδα που χρηματοδοτούν την Έρευνα και Ανάπτυξη;
Η απάντηση συχνά οδηγεί σε καθυστερήσεις στην εισαγωγή νέων θεραπειών και ήδη η Ελλάδα διολισθαίνει στις τελευταίες θέσεις των δεικτών πρόσβασης (W.A.I.T. Indicator). Γι’ αυτό η αύξηση της χρηματοδότησης δεν είναι απλά αίτημα της βιομηχανίας, αλλά η μοναδική «ασπίδα», για να παραμείνει η χώρα μας στον χάρτη της καινοτομίας.
Πώς επηρεάζεται η θέση της Ευρώπης συνολικά στον παγκόσμιο χάρτη της Έρευνας και Ανάπτυξης;
Σαφώς εδώ το πρόβλημα είναι βαθύτερο, γεωπολιτικό και αγγίζει όλη την Ευρώπη και τη θέλησή της να διατηρήσει την ελκυστικότητά της προσελκύοντας επενδύσεις Έρευνας και Ανάπτυξης.
Όπως επισημαίνει και η έκθεση του Mario Draghi (2024) για την ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης, η ήπειρός μας χάνει το τρένο της καινοτομίας. Ήδη βλέπουμε μια μαζική στροφή των επενδύσεων Ε&Α προς τις ΗΠΑ, οι οποίες προσφέρουν ένα πιο προβλέψιμο περιβάλλον.
Οι πρόσφατες ανακοινώσεις των ΗΠΑ σχετικά με τη φαρμακευτική πολιτική, σε συνδυασμό με τις αποφάσεις τις ΕΕ στη νέα Φαρμακευτική Νομοθεσία, καθιστούν την Ευρώπη λιγότερο ελκυστική σε επενδύσεις, με όποιες συνέπειες θα έχει αυτό στην πρόσβαση των ασθενών σε καινοτόμες θεραπείες.
Ποιες είναι οι συγκεκριμένες προτάσεις σας κυρία Χουλιάρα, για να σπάσει αυτός ο φαύλος κύκλος και τι ζητάτε από την Πολιτεία;
Η λύση απαιτεί γενναίες αποφάσεις και μετάβαση από τα ευχολόγια στην πράξη. Ζητάμε τέσσερις σαφείς παρεμβάσεις:
1.Αύξηση της δημόσιας χρηματοδότησης και δημιουργία ενός ρεαλιστικού, ενιαίου προϋπολογισμού, που θα ευθυγραμμίζεται σε κατά κεφαλήν επίπεδο με τις συγκρίσιμες ευρωπαϊκές χώρες. Πρέπει να σταματήσουμε τα «λογιστικά τεχνάσματα» των κατακερματισμένων προϋπολογισμών και να χρηματοδοτήσουμε την υγεία βάσει των πραγματικών αναγκών.
2.Θεσμοθέτηση της Αρχής της Συνυπευθυνότητας. Είναι απαραίτητο να εφαρμοστεί ένα ανώτατο όριο στο σύνολο των επιστροφών, είτε με ένα «νομοθετικό φρένο», είτε με «ρήτρες τύπου RRF». Η Πολιτεία οφείλει να αναλάβει το μερίδιο ευθύνης που της αναλογεί, για την καθυστέρηση εφαρμογής μεταρρυθμίσεων εξορθολογισμού της συνολικής δαπάνης. Δεν μπορεί η βιομηχανία να χρηματοδοτεί επ’ αόριστον τις αδυναμίες του συστήματος.
3.Απαιτείται ο επανασχεδιασμός του πλαισίου προστασίας συγκεκριμένων κατηγοριών φαρμάκων. Είναι θεμιτή η βούληση της Πολιτείας να διασφαλίσει την πρόσβαση σε οικονομικά και ευρείας χρήσης σκευάσματα. Οφείλει, ωστόσο, να χρηματοδοτεί αυτές τις πολιτικές με ίδιους πόρους, χωρίς να επιβαρύνει τη βιωσιμότητα καινοτόμων θεραπειών αιχμής.
4.Πραγματικό ψηφιακό έλεγχο. Χαιρετίζουμε τα βήματα ψηφιοποίησης στην υγεία, αλλά απαιτείται άμεση ενσωμάτωση φίλτρων και αλγόριθμων τεχνητής νοημοσύνης στην ηλεκτρονική συνταγογράφηση. Οι έλεγχοι αυτοί πρέπει να γίνονται σε πραγματικό χρόνο, ελέγχοντας την αδικαιολόγητη δαπάνη στην πηγή, αλλά και αναδρομικά.
Το μήνυμά μας είναι ξεκάθαρο: Η καινοτομία δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως κέντρο κόστους. Η επένδυση στην καινοτομία είναι επένδυση στην οικονομία, στην κοινωνική συνοχή και στη βιωσιμότητα του ΕΣΥ. Μόνο με έναν δίκαιο επιμερισμό των βαρών και επαρκείς πόρους θα διασφαλίσουμε ότι ο Έλληνας ασθενής θα έχει το δικαίωμα στην ελπίδα και στη θεραπεία που δικαιούται, την ώρα που τη χρειάζεται.
Δείτε επίσης
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Ελένη Γερουλάνου: Η Εθνική Πινακοθήκη με αριθμούς
- Η τεχνητή νοημοσύνη κατηγορείται ότι… ασκεί δικηγορία: Η αγωγή κατά του ChatGPT που ανησυχεί τον νομικό κόσμο
- Lapin x Mary Katrantzou: Μια συλλογή με έμπνευση τον κόσμο της παιδικής φαντασίας
- Διπλή Ανάπλαση: Η κόντρα Δούκα – Μπακογιάννη, οι καθυστερήσεις και ο διαγωνισμός για τον Ερασιτέχνη
Μοιραστείτε την άποψή σας
ΣχόλιαΓια να σχολιάσετε χρησιμοποιήστε ένα ψευδώνυμο. Παρακαλούμε σχολιάζετε με σεβασμό. Χρησιμοποιείτε κατανοητή γλώσσα και αποφύγετε διατυπώσεις που θα μπορούσαν να παρερμηνευτούν ή να θεωρηθούν προσβλητικές. Με την ανάρτηση σχολίου, συμφωνείτε να τηρείτε τους Όρους του ιστότοπου contact Δημιουργήστε το account σας εδώ, για να κάνετε like, dislike ή report ακατάλληλα/προσβλητικά σχόλια.