Μια τολμηρή και ανατρεπτική δέσμη μέτρων παρεμβαίνει η Ιταλία για την αγορά της ενέργειας, με στόχο τη μείωση του ενεργειακού κόστους, η οποία επέφερε αναστάτωση στον ευρωπαϊκό ενεργειακό κλάδο. Η πρόταση αμφισβητεί στην πράξη δομικές έννοιες της ευρωπαϊκής αγοράς ενέργειας όπως τη λειτουργία του target model, και παρεμβαίνει στην αγορά με αύξηση φόρου στις εταιρείες ενέργειας για να  μειώσει το κόστος της χονδρεμπορικής.

Αν όμως το κόστος CO₂ αφαιρεθεί τεχνητά μέσω κρατικής αποζημίωσης, η οριακή τιμή παύει να αντικατοπτρίζει το πραγματικό οικονομικό κόστος παραγωγής. Πρόκειται για έμμεση παρέμβαση στη διαμόρφωση της τιμής, η οποία μπορεί να επηρεάσει τη σύζευξη αγορών και τις διασυνοριακές ροές ηλεκτρικής ενέργειας. Το ενιαίο ευρωπαϊκό σήμα τιμής διασπάται και δημιουργείται ενδεχόμενο στρέβλωσης μεταξύ κρατών-μελών.

1

Συνολικά, η ιταλική πρωτοβουλία θίγει τη θεμελιώδη αρχιτεκτονική της ευρωπαϊκής αγοράς ενέργειας: το σήμα τιμής του άνθρακα, την οριακή τιμολόγηση και τους κανόνες ανταγωνισμού και  δεν θεωρείται πιθανό να εγκριθεί από την Κομισιόν. Με το πακέτο αυτό, η Ιταλία επιχειρεί να περάσει από τις αποσπασματικές επιδοτήσεις σε πιο μόνιμες παρεμβάσεις, συνδυάζοντας κοινωνική στήριξη, φορολογικές προσαρμογές και θεσμικές αλλαγές στην αγορά ενέργειας, με στόχο τη μακροπρόθεσμη μείωση του ενεργειακού κόστους και την ενίσχυση της βιομηχανικής ανταγωνιστικότητας.

Ταυτόχρονα ανοίγει τον “ασκό του Αιόλου”, αφού είναι μια πρωτοβουλία που διαταράσσει τις βεβαιότητες στην ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας,  μια αγορά συζευγμένη, χρηματιστηριακή και ευαίσθητη στις αβεβαιότητες και στους ξαφνικούς φόρους.

Ειδικότερα,  κυβέρνηση της Giorgia Meloni ενέκρινε σε επίπεδο υπουργικού συμβουλίου το λεγόμενο Energy Decree, ένα πακέτο παρεμβάσεων ύψους άνω των 3 δισ. ευρώ, το οποίο φιλοδοξεί να «αποσυνδέσει» το κόστος των δικαιωμάτων εκπομπών CO₂ από τη διαμόρφωση της τιμής ηλεκτρικής ενέργειας, αυξάνει τη φορολογία στις εταιρείες ενέργειας και στοχεύει μέσω επιδότησης των δικαιωμάτων εκπομπών, τη μείωση του κόστους ενέργειας στη χονδρεμπορική αγορά. Πρόκειται για μια κίνηση με σαφή πολιτική στόχευση — τη μείωση των λογαριασμών για νοικοκυριά και βιομηχανία — αλλά με βαθιές θεσμικές και επιχειρηματικές προεκτάσεις και εφόσον υλοποιηθεί, με επιπτώσεις στη συνολική ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας.

Οι πρώτες αντιδράσεις από πηγές της βιομηχανίας, ήταν προβληματισμός για τις πιθανές επιπτώσεις ενός τέτοιου σχεδίου στην ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας, αλλά και στην Ελλάδα που είναι διασυνδεδεμένη με την αγορά της Ιταλίας. Μια μείωση της χονδρεμπορικής τιμής στην Ιταλία, μέσω επιδότησης του κόστους των δικαιωμάτων στην ηλεκτροπαραγωγή, εφόσον πετύχει, θα μείωνε τα έσοδα των ΑΠΕ στη χώρα, αλλά και θα έκανε την Ιταλία εξαγωγική με επιδοτούμενη ενέργεια, στο βαθμό που επιτρέπει η μικρής χωρητικότητας διασύνδεση των δύο χωρών.

Σημειώνεται επίσης, ότι το σχέδιο αυτό, ανατρέπει τη λογική της ενεργειακής μετάβασης, που μέχρι σήμερα αξιοποιούσε τα έσοδα από τα δικαιώματα ρύπων για να χρηματοδοτήσει επενδύσεις ενεργειακής μετάβασης και αντιμετωπίζει τα δικαιώματα ως ενεργειακό κόστος. Και σημειώνουν οι ίδιες πηγές, ” το σχέδιο αυτό έχει κενά λογικής, και δεν φαίνεται να έχουν μελετηθεί οι επιπτώσεις του και βρισκόμαστε μακριά από το να θεωρηθεί οριστικό. Έχει όμως ενδιαφέρον και αποτελεί μια πρωτοβουλία που ανοίγει ένα νέο δρόμο βάζοντας σε πρώτο πλάνο την ανάγκη να μειωθεί το ενεργειακό κόστος και θυμίζοντας ότι η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας έρχεται σε σύγκρουση με το υψηλό κόστος της ενεργειακής μετάβασης”.

Παρέμβαση στον πυρήνα του Target Model και παρέμβαση στην αγορά με επιβάρυνση στις εταιρείες ενέργειας

Η ιταλική πρόταση με στόχο να μειώσει την τιμή ενέργειας στη χονδρεμπορική αγορά, ακουμπά τον ίδιο τον μηχανισμό οριακής τιμολόγησης της ευρωπαϊκής αγοράς ηλεκτρισμού. Στο πλαίσιο του target model, η τιμή χονδρικής καθορίζεται από τη μονάδα με το υψηλότερο μεταβλητό κόστος που απαιτείται για την κάλυψη της ζήτησης — στις περισσότερες περιπτώσεις, μονάδες φυσικού αερίου.

Το μεταβλητό αυτό κόστος περιλαμβάνει όχι μόνο το καύσιμο αλλά και το κόστος αγοράς δικαιωμάτων εκπομπών στο πλαίσιο του European Union Emissions Trading System (EU ETS).

Η Ρώμη προτείνει ουσιαστικά να καλύπτεται δημοσιονομικά το κόστος των δικαιωμάτων CO₂ για τις μονάδες φυσικού αερίου, ώστε αυτό να μην ενσωματώνεται στην οριακή τιμή. Με άλλα λόγια, επιχειρεί να «αφαιρέσει» τον άνθρακα από τον μηχανισμό διαμόρφωσης της τιμής, διατηρώντας τυπικά το σύστημα αλλά αλλοιώνοντας την οικονομική του βάση.

Για να εξασφαλίσει έσοδα για την παρέμβαση αυτή, που λειτουργεί σαν ένας μηχανισμός clawback στο κόστος ρύπων, κάνει άλλη μια παρέμβαση αυξάνοντας το φόρο στις εταιρείες ενέργειας.

Οι παραγωγοί θα συνεχίσουν να αγοράζουν δικαιώματα CO₂, όμως το κράτος θα τους αποζημιώνει για το σχετικό κόστος και η  αποζημίωση αυτή θα χρηματοδοτείται μέσω φορολογικών και δημοσιονομικών εργαλείων (μεταξύ άλλων αυξημένης επιβάρυνσης στον ενεργειακό κλάδο).

Έτσι, το κόστος άνθρακα μεταφέρεται από την αγορά στη δημοσιονομική σφαίρα με έσοδα από τις εταιρείες ενέργειας τις οποίες ουσιαστικά αναγκάζει να πληρώνουν το κόστος άνθρακα χωρίς να το μετακυλύουν στο κόστος της ενέργειας.   

Σοκ στις προθεσμιακές αγορές- Πώς συγκρούεται η ιταλική πρόταση με το ευρωπαϊκό πλαίσιο

Η ανακοίνωση του σχεδίου προκάλεσε άμεση διόρθωση στις προθεσμιακές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας στην Ιταλία, καθώς οι traders αναθεώρησαν τις προσδοκίες τους για το μελλοντικό κόστος οριακής παραγωγής.

Η πρόθεση της Ιταλίας να αποσυνδέσει το κόστος των δικαιωμάτων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα από τη διαμόρφωση της χονδρεμπορικής τιμής ηλεκτρικής ενέργειας ξεπερνάει τα όρια μιας εθνική δημοσιονομικής παρέμβασης. Αγγίζει τον πυρήνα του ευρωπαϊκού ενεργειακού οικοδομήματος και  είναι ασύμαβτο με τρία βασικά θεσμικά πλαίσια της Ένωσης: το σύστημα εμπορίας ρύπων, το target model της αγοράς ηλεκτρισμού και το πλαίσιο κρατικών ενισχύσεων.

Πρώτον, το μέτρο επηρεάζει άμεσα τη λειτουργία του European Union Emissions Trading System (EU ETS). Το σύστημα αυτό έχει σχεδιαστεί με μια απλή αλλά θεμελιώδη αρχή: ο ρυπαίνων πληρώνει. Η τιμή του άνθρακα δεν είναι απλώς ένας φόρος· είναι επενδυτικό σήμα. Ενσωματώνεται στο μεταβλητό κόστος των θερμικών μονάδων παραγωγής και καθοδηγεί τις αποφάσεις τόσο βραχυπρόθεσμα (λειτουργία μονάδων) όσο και μακροπρόθεσμα (επενδύσεις σε καθαρές τεχνολογίες). Αν ένα κράτος αποφασίσει να αποζημιώνει τους παραγωγούς για το κόστος των δικαιωμάτων CO₂, τότε το σήμα τιμής αποδυναμώνεται. Η οικονομική επιβάρυνση μεταφέρεται από την αγορά στον κρατικό προϋπολογισμό και το αντικίνητρο για χρήση ορυκτών καυσίμων περιορίζεται. Το ETS παραμένει τυπικά σε ισχύ, αλλά η λειτουργική του αποτελεσματικότητα υπονομεύεται.

Δεύτερον, το ιταλικό σχέδιο συγκρούεται με τη λογική του ευρωπαϊκού μοντέλου αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, όπως θεσμοθετήθηκε με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2019/943 και την Οδηγία (ΕΕ) 2019/944. Το λεγόμενο target model βασίζεται στην οριακή τιμολόγηση: η τιμή καθορίζεται από τη μονάδα με το υψηλότερο μεταβλητό κόστος που είναι απαραίτητη για να καλύψει τη ζήτηση. Στην πράξη, αυτή είναι συνήθως μονάδα φυσικού αερίου, της οποίας το κόστος περιλαμβάνει και την αγορά δικαιωμάτων εκπομπών.

Αν το κόστος CO₂ αφαιρεθεί τεχνητά μέσω κρατικής αποζημίωσης, η οριακή τιμή παύει να αντικατοπτρίζει το πραγματικό οικονομικό κόστος παραγωγής. Πρόκειται για έμμεση παρέμβαση στη διαμόρφωση της τιμής, η οποία δύναται να επηρεάσει τη σύζευξη αγορών και τις διασυνοριακές ροές ηλεκτρικής ενέργειας. Το ενιαίο ευρωπαϊκό σήμα τιμής διασπάται και δημιουργείται ενδεχόμενο στρέβλωσης μεταξύ κρατών-μελών.

Τρίτον, τίθεται ζήτημα κρατικών ενισχύσεων. Η αποζημίωση παραγωγών για το κόστος άνθρακα μπορεί να θεωρηθεί πλεονέκτημα επιλεκτικού χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 107 της ΣΛΕΕ. Για να είναι συμβατή με το ευρωπαϊκό δίκαιο, θα πρέπει να εγκριθεί από την European Commission και να πληροί τα κριτήρια αναλογικότητας και αναγκαιότητας. Το υφιστάμενο πλαίσιο (CEEAG) επιτρέπει ενισχύσεις για επενδύσεις σε καθαρές τεχνολογίες ή για αντιστάθμιση έμμεσου κόστους ETS σε ενεργοβόρες βιομηχανίες, όχι όμως γενικευμένη απορρόφηση του κόστους άνθρακα για μονάδες ηλεκτροπαραγωγής που λειτουργούν με ορυκτά καύσιμα. Μια τέτοια πρακτική ενδέχεται να θεωρηθεί ότι στρεβλώνει τον ανταγωνισμό και αντιστρατεύεται τους στόχους της πράσινης μετάβασης.

Τέλος, υπάρχει και η διάσταση της ενιαίας αγοράς. Η τεχνητή μείωση της ιταλικής χονδρεμπορικής τιμής θα μπορούσε να μεταβάλει τα εμπορικά ρεύματα ηλεκτρικής ενέργειας και να δημιουργήσει διαφοροποιήσεις που δεν προκύπτουν από καθαρά αγοραίες συνθήκες. Σε ένα σύστημα πλήρως διασυνδεδεμένο, μια εθνική παρέμβαση δεν παραμένει εθνική· μεταφέρεται άμεσα στο ευρωπαϊκό δίκτυο.

Ποιες είναι οι παρεμβάσεις που σχεδιάζει η Ιταλία

Το ιταλικό σχέδιο, σύμφωνα με αποκλειστικές πληροφορίες, περιλαμβάνει μια σειρά παρεμβάσεων πέρα από τη φορολόγηση των ενεργειακών εταιρειών για να χρηματοδοτηθεί το κόστος των δικαιωμάτων ρύπων.   Το συνολικό δημοσιονομικό αποτύπωμα των παρεμβάσεων υπερβαίνει τα 5 δισ. ευρώ, με έμφαση τόσο στη στήριξη των ευάλωτων νοικοκυριών όσο και στην ενίσχυση της παραγωγικής βάσης της χώρας.

Ενίσχυση του κοινωνικού μπόνους για 2,7 εκατ. οικογένειες

Ο πρώτος άξονας του διατάγματος αφορά τα νοικοκυριά που βρίσκονται σε μεγαλύτερη οικονομική πίεση. Η κυβέρνηση ενισχύει το υφιστάμενο «κοινωνικό μπόνους» ηλεκτρικής ενέργειας, το οποίο καλύπτει περίπου 2,7 εκατ. ευάλωτες οικογένειες. Προβλέπεται πρόσθετη ετήσια έκπτωση 115 ευρώ στον λογαριασμό ρεύματος, πέραν των 200 ευρώ που ήδη ισχύουν, ανεβάζοντας τη συνολική στήριξη στα 315 ευρώ ετησίως.

Παράλληλα, θεσπίζεται μηχανισμός «δημόσιας αναγνώρισης» για τις εταιρείες ενέργειας που θα επιλέξουν εθελοντικά να μειώσουν τους λογαριασμούς κατά τουλάχιστον 60 ευρώ τον χρόνο για νοικοκυριά με εισόδημα (ISEE) έως 25.000 ευρώ, τα οποία δεν εμπίπτουν στα κριτήρια του κοινωνικού μπόνους.

Μείωση των γενικών χρεώσεων συστήματος

Ο δεύτερος πυλώνας αφορά τις επιχειρήσεις και ειδικότερα το κόστος των λεγόμενων «γενικών χρεώσεων συστήματος», που επιβαρύνουν σημαντικά τα τιμολόγια ενέργειας. Το διάταγμα προβλέπει:

-Συντόμευση των προθεσμιών καταβολής των χρεώσεων που οφείλουν οι εταιρείες ενέργειας στο κράτος, ενισχύοντας τη ρευστότητα του συστήματος.
-Αύξηση κατά 2% του περιφερειακού φόρου IRAP για τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην παραγωγή, διανομή και προμήθεια ενέργειας.

Οι πρόσθετοι πόροι θα κατευθυνθούν στη μείωση των χρεώσεων που επιβαρύνουν περισσότερες από 4 εκατ. επιχειρήσεις.

Στήριξη σε ενεργοβόρους κλάδους και παρεμβάσεις στο φυσικό αέριο

Ιδιαίτερη μέριμνα λαμβάνεται για επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν φυσικό αέριο ως βασική πρώτη ύλη, όπως οι βιομηχανίες κεραμικών και γυαλιού. Προβλέπεται μείωση του κόστους μεταφοράς και άλλων ρυθμιζόμενων τιμολογιακών συνιστωσών, καθώς και παρεμβάσεις που επηρεάζουν τη διαμόρφωση της τιμής του αερίου και, κατ’ επέκταση, της ηλεκτρικής ενέργειας.

Τα ενδεικτικά οφέλη που παρουσιάζει η ιταλική κυβέρνηση είναι σημαντικά:

-Μικρές επιχειρήσεις (τεχνίτες, μικρά εστιατόρια) αναμένεται να δουν ετήσια μείωση άνω των 500 ευρώ στο ρεύμα και 200 ευρώ στο αέριο.
-Μεσαίες επιχειρήσεις εκτιμάται ότι θα εξοικονομήσουν περίπου 9.000 ευρώ ετησίως στο ηλεκτρικό και 10.000 ευρώ στο αέριο.
-Για μεγάλες ενεργοβόρες βιομηχανίες, η ελάφρυνση στο φυσικό αέριο μπορεί να ξεπεράσει τις 220.000 ευρώ ετησίως.

Αποσύνδεση ηλεκτρισμού – φυσικού αερίου και ενίσχυση PPAs

Κομβική διάσταση του πακέτου αποτελεί η δημιουργία μηχανισμού που επιχειρεί να αποσυνδέσει την τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας από εκείνη του φυσικού αερίου. Δημιουργείται δημόσια πλατφόρμα μέσω της οποίας επιχειρήσεις – ακόμη και μικρότερου μεγέθους – θα μπορούν να συγκεντρώνουν τη ζήτηση και να συνάπτουν απευθείας συμβάσεις αγοράς ενέργειας (PPAs) με παραγωγούς, με τη στήριξη κρατικών εγγυήσεων μέσω των GSE και SACE. Στόχος είναι η μείωση της έκθεσης στη μεταβλητότητα και στην κερδοσκοπία της χονδρεμπορικής αγοράς.

Παρέμβαση στο κόστος των ETS

Τέλος, η κυβέρνηση ανοίγει το ζήτημα των δικαιωμάτων εκπομπών (ETS), επιδιώκοντας να αφαιρεθεί το σχετικό κόστος από τη διαμόρφωση της τιμής των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, όπως η υδροηλεκτρική και η ηλιακή. Το μέτρο θα απαιτήσει έγκριση από την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά αποτυπώνει τη βούληση της Ρώμης να παρέμβει δομικά στον τρόπο τιμολόγησης της ενέργειας.

Διαβάστε επίσης

CrediaBank: Αύξηση κεφαλαίου 300 εκατ. ευρώ και επέκταση με εξαγορά της HSBC Μάλτας

AKTOR, ΜΕΤΚΑ, AVAX και ΕΚΤΕΡ διεκδικούν το mega logistics της Εθνικής ύψους 200 εκατ. ευρώ

Μότορ Όιλ: Σε εξέλιξη η διαβούλευση για Διώρυγα Gas, θετικοί οιωνοί