Οι Έλληνες καταναλωτές αναγνωρίζουν τη σημασία της βιωσιμότητας και την ανάγκη περιβαλλοντικών δράσεων.

Σχεδόν 9 στους 10 θεωρούν ιδιαίτερα σημαντικές τις «πράσινες» πρακτικές στον κλάδο της εστίασης και της φιλοξενίας, εκτιμώντας ότι οι επιχειρήσεις οφείλουν να επιδεικνύουν υπεύθυνη διαχείριση απορριμμάτων, ενέργειας, νερού και προμηθειών. Ωστόσο, κάτι δεν τους πείθει. Αμφισβητούν αν όσα δηλώνονται ως «πράσινα» εφαρμόζονται πράγματι στην πράξη.

1

Η καχυποψία είναι ισχυρή, με περίπου 7 στους 10 καταναλωτές να δηλώνουν ότι δεν είναι βέβαιοι πως οι περιβαλλοντικές πρακτικές που προβάλλονται υλοποιούνται πραγματικά. Μάλιστα, η έλλειψη εμπιστοσύνης και ο φόβος του greenwashing αναδεικνύονται ως ισχυρότεροι λόγοι αποφυγής σε σχέση με την τιμή.

Ελλειψη εμπιστοσύνης για επτά στους δέκα

Όπως προκύπτει από την πανελλαδική έρευνα της Coca-Cola Ελλάς σε συνεργασία με το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, η οποία βασίστηκε σε δείγμα 1.044 καταναλωτών και παρουσιάστηκε χθες από τον καθηγητή Γιώργο Μπάλτα, η καχυποψία των καταναλωτών δεν αφορά την ίδια τη βιωσιμότητα ως έννοια, αλλά την εφαρμογή της. Το βασικό πρόβλημα δεν είναι αν οι περιβαλλοντικές πρακτικές θεωρούνται απαραίτητες, αλλά αν υλοποιούνται πράγματι.

Σύμφωνα με τα στοιχεία, το 67% των καταναλωτών δηλώνει ότι δεν είναι σίγουρο πως οι επιχειρήσεις εφαρμόζουν στην πράξη όσα δηλώνουν ως «πράσινα». Η έλλειψη εμπιστοσύνης αναδεικνύεται ως ο κυριότερος λόγος αποφυγής επιχειρήσεων που προβάλλουν περιβαλλοντικές πρακτικές, προηγούμενη ακόμη και του κόστους.

Ενδεικτικό της στάσης αυτής είναι ότι οι καταναλωτές προτιμούν την απτή ενημέρωση και όχι τη γενική επικοινωνία. Η σήμανση στους ίδιους τους χώρους των επιχειρήσεων αναδεικνύεται ως ο βασικός τρόπος ενημέρωσης, συγκεντρώνοντας το υψηλότερο ποσοστό απαντήσεων (32%).

Ανασταλτικός παράγοντας και η παράμετρος της τιμής

Η παράμετρος της τιμής έρχεται σε δεύτερο χρόνο, αλλά παραμένει σημαντικός ανασταλτικός παράγοντας. Σύμφωνα με τα στοιχεία, το 35% των καταναλωτών δηλώνει ότι οι «πράσινες» επιχειρήσεις έχουν υψηλότερες τιμές, γεγονός που λειτουργεί αποτρεπτικά για την επιλογή τους. Παράλληλα, το 36% δηλώνει ότι δεν είναι καθόλου διατεθειμένο να πληρώσει υψηλότερες τιμές για επιχειρήσεις HORECA λόγω «πράσινων» πρακτικών, ενώ ένα επιπλέον 39% θα δεχόταν μόνο πολύ περιορισμένη επιβάρυνση, έως 2% ή 5%. Τα ποσοστά όσων αποδέχονται αυξήσεις άνω του 10% παραμένουν μονοψήφια.

Οι καταναλωτές δεν αξιολογούν όλες τις «πράσινες» πρακτικές με τον ίδιο τρόπο. Υψηλότερη αποδοχή συγκεντρώνουν οι παρεμβάσεις που συνδέονται άμεσα με τη λειτουργία των επιχειρήσεων, όπως η εκπαίδευση προσωπικού για την υπεύθυνη χρήση νερού (4,46) και η χρήση ενεργειακά αποδοτικού εξοπλισμού (4,42). Αντίθετα, δράσεις πιο «επικοινωνιακού» χαρακτήρα αξιολογούνται χαμηλότερα. Ενδεικτικό είναι ότι δράσεις όπως η ένταξη χορτοφαγικών ή vegan επιλογών στο μενού συγκεντρώνουν σαφώς χαμηλότερη αποδοχή, δείχνοντας ότι οι καταναλωτές εστιάζουν περισσότερο στη λειτουργική περιβαλλοντική επίδοση και λιγότερο σε επιλογές lifestyle.

Το μετρήσιμο αποτύπωμα από το Zero Waste Horeca της Coca Cola Ελλάς

Την ίδια ώρα το πρόγραμμα Zero Waste Horeca της Coca Cola Ελλάς που «τρέχει» εδώ και τρία χρόνια δείχνει το μετρήσιμο αποτέλεσμα των επιχειρήσεων που έχουν ενταχθεί σε αυτό και φτάνουν σε περίπου 3.200 σε σύνολο 112.000 επιχειρήσεων εστίασης και φιλοξενίας.

Όπως ανέφερε η Μαρία Τζελέπη, Διευθύντρια Εταιρικών Σχέσεων, Επικοινωνίας και Βιώσιμης Ανάπτυξης σε Ελλάδα, Κύπρο και Μάλτα, The Coca-Cola Company, η μεγάλη πλειονότητα των συμμετεχουσών επιχειρήσεων είναι μικρές και μεσαίες, δηλαδή εκείνες που αντιμετωπίζουν και τις μεγαλύτερες πιέσεις κόστους. Σύμφωνα με τα στοιχεία του προγράμματος, οι επιχειρήσεις που συμμετέχουν έχουν εξοικονομήσει συνολικά 457 GWh ενέργειας και περίπου 19,9 εκατ. τόνους νερού, αποφεύγοντας την έκλυση 134 χιλ. τόνων CO₂. Παράλληλα σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας που παρουσιάστηκαν το ποσοστό των επιχειρήσεων που δήλωσαν βελτίωση των περιβαλλοντικών τους επιδόσεων ανήλθε σε 28,51% το 2024 και αυξήθηκε σε 44,09% το 2025.

Με βάση τα ίδια στοιχεία σε όρους εμπορικής δραστηριότητας, οι ίδιες επιχειρήσεις κατέγραψαν αύξηση πελατών κατά 11,34% το 2024, ποσοστό που διαμορφώθηκε σε 12,54% το 2025. Αντίστοιχα, η αύξηση κερδών διαμορφώθηκε σε 8,35% το 2024 και σε 12,57% το 2025.

Διαβάστε επίσης

Σκλαβενίτης: Μετά τον Ρέντη… η Θεσσαλονίκη – Το νέο μεγάλο project της αλυσίδας σούπερ μάρκετ

Πώς το δημογραφικό στην Ελλάδα «καίει» τους Ιταλούς της Prenatal

Υπερταμείο: Ενδιαφέρον από πέντε επενδυτικά σχήματα για τις Ελληνικές Αλυκές