Ισχυρό επενδυτικό ενδιαφέρον, τόσο από την εγχώρια όσο και από τη διεθνή αγορά, συγκεντρώνει ο διαγωνισμός για τις Ελληνικές Αλυκές.

Άλλωστε, τη δυναμική που έχει αναπτυχθεί γύρω από το asset καταδεικνύει και η απόφαση του Υπερταμείου να προχωρήσει σε παράταση της διαδικασίας. Σύμφωνα με πληροφορίες του mononews, μέχρι σήμερα έχουν εκδηλώσει ενδιαφέρον πέντε επενδυτικά σχήματα.

1

Ο διαγωνισμός αφορά την πώληση ποσοστού τουλάχιστον 51% των Ελληνικών Αλυκών, με το Υπερταμείο να κατέχει σήμερα το 80% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας και το υπόλοιπο 20% να ανήκει σε Δήμους στις περιοχές όπου λειτουργούν οι αλυκές. Το έντονο ενδιαφέρον που έχει καταγραφεί αποτυπώθηκε και στην απόφαση της διοίκησης του Υπερταμείου να παρατείνει έως τις 2 Μαρτίου 2026 την προθεσμία υποβολής μη δεσμευτικών επιστολών εκδήλωσης ενδιαφέροντος, στο πλαίσιο της διεθνούς διαγωνιστικής διαδικασίας που «τρέχει» από τον Δεκέμβριο για την προσέλκυση στρατηγικού επενδυτή.

Η βελτίωση των μεγεθών και το αποτύπωμα της εταιρείας

Στην Ελληνικές Αλυκές Α.Ε. υπάγονται επτά αλυκές σε όλη τη χώρα, σε Αγγελοχώρι, Καλλονή, Κίτρο Πιερίας, Μέση Κομοτηνής, Μεσολόγγι, Νέα Κεσσάνη Ξάνθης και Πολιχνίτο Λέσβου, οι οποίες αποτελούν τη βασική πηγή προμήθειας αλατιού της εγχώριας αγοράς. Τα οικονομικά αποτελέσματα της εταιρείας αποτυπώνουν σαφή βελτίωση μετά τη μεταβίβασή της στο Υπερταμείο, καθώς την περίοδο 2011–2017 είχε καταγράψει οριακές ζημιές 0,1 εκατ. ευρώ, ενώ την περίοδο 2018–2024 παρουσίασε σωρευτικά κέρδη 3,4 εκατ. ευρώ, συνοδευόμενα από αύξηση της παραγωγικότητας. Η ελκυστικότητα του asset συνδέεται καταρχάς με τη θέση των Ελληνικών Αλυκών στην εγχώρια αγορά, καθώς η εταιρεία καλύπτει πάνω από το 90% της πρωτογενούς παραγωγής θαλασσινού άλατος στη χώρα και περίπου το 60% των εγχώριων αναγκών, με το υπόλοιπο να καλύπτεται από εισαγωγές. Η παραγωγική της δυναμικότητα υπερβαίνει τους 200.000 τόνους ετησίως, προσδίδοντας κρίσιμη μάζα σε έναν κλάδο με σταθερή ζήτηση και περιορισμένες δυνατότητες νέας προσφοράς.

Οι δυνατότητες και το «ατού» του Fleur de Sel

Παράλληλα, οι Ελληνικές Αλυκές διαθέτουν περιθώρια περαιτέρω ανάπτυξης σε προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας και εξαγωγικές αγορές. Ιδιαίτερη θέση κατέχει η Αφρίνα (Fleur de Sel) ΠΓΕ Μεσολογγίου, προϊόν με αναγνωρισμένη ποιότητα και αυξανόμενη διεθνή ζήτηση, ενώ δυνατότητες υπάρχουν και σε βιομηχανικό, φαρμακευτικό και αποχιονιστικό αλάτι. Σε συνδυασμό με τη γεωγραφική θέση της χώρας και τη σύνδεση των αλυκών με λιμενικές υποδομές, το χαρτοφυλάκιο αυτό ενισχύει το επενδυτικό ενδιαφέρον για τη δημιουργία ενός περιφερειακού παραγωγικού και εξαγωγικού κόμβου στη Μεσόγειο.

Για τον στρατηγικό επενδυτή, οι Ελληνικές Αλυκές συνιστούν asset με υφιστάμενη παραγωγική βάση και σαφή περιθώρια επέκτασης. Η υπάρχουσα υποδομή επιτρέπει την αύξηση της παραγωγής και τη βελτίωση της αποδοτικότητας μέσω στοχευμένων επενδύσεων εκσυγχρονισμού, χωρίς την ανάγκη δημιουργίας νέας παραγωγικής δομής από το μηδέν, περιορίζοντας έτσι τον χρόνο και το επενδυτικό ρίσκο. Η είσοδος επενδυτικών κεφαλαίων αναμένεται να κατευθυνθεί σε αναβάθμιση εξοπλισμού, βελτιστοποίηση διαδικασιών και ανάπτυξη πρόσθετων προϊόντων, με έμφαση σε κατηγορίες υψηλότερης προστιθέμενης αξίας και σε αγορές εκτός Ελλάδας. Σε συνδυασμό με την υφιστάμενη κλίμακα και τη σταθερή ζήτηση του προϊόντος, διαμορφώνονται συνθήκες για σταδιακή διεύρυνση της παραγωγικής και εξαγωγικής δραστηριότητας, χωρίς απότομες αλλαγές στο επιχειρησιακό μοντέλο.

Η συμμετοχή των Δήμων

Η Ελληνικές Αλυκές Α.Ε. ιδρύθηκε το 1988, με στόχο την οικονομική εξυγίανση και τον εκσυγχρονισμό των βιώσιμων αλυκών της χώρας, σε μια περίοδο κατά την οποία η Ελλάδα δεν κάλυπτε επαρκώς τις ανάγκες της σε πρωτογενές αλάτι. Η λειτουργία της εταιρείας βασίστηκε στην ενοποίηση της παραγωγής, την εκμηχάνιση και τη βελτίωση των διαδικασιών, ώστε να διαμορφωθούν συνθήκες σταδιακής αυτάρκειας. Από την 1η Ιανουαρίου 2018, το σύνολο των μετοχών που κατείχε το Ελληνικό Δημόσιο μεταβιβάστηκε στην Ελληνική Εταιρεία Συμμετοχών και Περιουσίας, ενώ τον Μάρτιο του 2023 το Υπερταμείο απέκτησε και το 24,81% που διατηρούσε η Κ.Ε. Καλαμαράκης Α.Β.Ε.Ε. – Κάλας Α.Ε., ανεβάζοντας το ποσοστό του στο 80%. Το υπόλοιπο μετοχικό κεφάλαιο κατανέμεται σε Δήμους και λοιπούς μετόχους, με τον Δήμο Μεσολογγίου να ελέγχει 10,2%, τον Δήμο Πύδνας – Κολινδρού 3,18%, τον Δήμο Δυτικής Λέσβου 3,13%, ενώ ποσοστό περίπου 3,5% κατανέμεται σε μικρότερους μετόχους με μερίδια κάτω του 2% ο καθένας.

Διαβάστε επίσης