Συνεντεύξεις

Χάρης Λυμπερόπουλος: Μια ζωή κόβοντας το νήμα – «Κοντά στον αιώνα» το βιβλίο- βιογραφία της Κατερίνας Λυμπεροπούλου

Αθλητής του Εθνικού στα χρόνια της Κατοχής


«Ήταν λίγο πριν το ξημέρωμα του 2000 όταν, αυθόρμητα, χωρίς να το πολυσκεφθώ, πάτησα το REC του δημοσιογραφικού κασετοφώνού μου για να παραμείνει καταγεγραμμένη στη μαγνητική ταινία της κασέτας η πρώτη ιστορία του «πιο δικού μου» από τους ανθρώπους από τους οποίους πήρα ποτέ συνέντευξη: του πατέρα μου»…

Έτσι αρχίζει η δημοσιογράφος Κατερίνα Λυμπεροπούλου αυτή την αφήγηση – ποταμό του πιο αγαπημένου της ανθρώπου, του πρωταθλητή και μετέπειτα αθλητικού συντάκτη σε μεγάλες εφημερίδες της εποχής του, Χάρη Λυμπερόπουλου, που υπήρξε πρωτοπόρος στον τομέα του, σφραγίζοντας μια ολόκληρη γενιά στη δημοσιογραφία.

Δεκαπέντε χρόνια κράτησαν αυτές οι συνομιλίες, η ζωή άλλαζε στο μεταξύ, αλλά η συνοχή, παρ’ όλα αυτά, του λόγου είναι υποδειγματική. Πρόσωπα και γεγονότα απόλυτα τεκμηριωμένα, ιστορίες ξεχωριστές, προσωπικές και επαγγελματικές, πολύτιμες λεπτομέρειες, που ο Χάρης Λυμπερόπουλος, με την ενάργεια που τον συνόδευσε ως το τέλος της ζωής του, που ήρθε τον περασμένο Ιούνιο σε ηλικία 98 ετών, έβαζε σε απόλυτη τάξη, ξετυλίγοντας το νήμα μιας πορείας μυθιστορηματικής, με διάρκεια ενός σχεδόν αιώνα.

Όπως, άλλωστε, είναι και ο τίτλος του βιβλίου: «Κοντά στον αιώνα» (εκδόσεις Πατάκη). Ξεκινώντας από τα παιδικά χρόνια σε μια πλακιώτικη γειτονιά, ως τον αθλητικό στίβο και τα βραβεία που συνόδευαν τις επιδόσεις του κι ως τη δημοσιογραφία, που υπηρέτησε με ευθύτητα, εντιμότητα, αλλά και τόλμη.

«Κοντά τον αιώνα» Συνομιλώντας με τον πατέρα μου

Μια εξαιρετική καταγραφή είναι αυτό το βιβλίο, που δεν αφορά απλώς στη ζωή ενός ανθρώπου, όσο σημαντική, πολυδιάστατη ή περιπετειώδης μπορεί να υπήρξε, αλλά αποτυπώνει μιαν ολόκληρη εποχή, έναν αιώνα ιστορίας, που σημαδεύτηκε από ένα παγκόσμιο πόλεμο, έναν εμφύλιο, μια δικτατορία. Πλαίσιο σκληρό και κάποτε ανελέητο, όταν ακόμη και η ανθρώπινη ζωή κινδύνευε σε καθημερινή βάση, απαιτητικό στην καλύτερη περίπτωση, επιβάλλοντας δύναμη και αντοχές για την επιβίωση.

Ο Χάρης Λυμπερόπουλος, όμως, με τη στόφα του αθλητή από τα άγουρα νεανικά του χρόνια, ήξερε να παλεύει και να υπερπηδά τα εμπόδια, όντας ταυτόχρονα παρών και στην ίδια τη ζωή. Συνδυασμός μοναδικός, μια ισορροπία αξιοζήλευτη, που τον οδήγησε σε μία επιτυχημένη καριέρα και παράλληλα σε μια ευτυχισμένη προσωπική ζωή, πλούσια σε εμπειρίες, ταξίδια, κοινωνικές συναναστροφές.

Δεν είναι υπερβολή, άλλωστε, να ειπωθεί ότι η ζωή της Αθήνας του 20ού αιώνα περνά μέσα από τα γεγονότα που έζησε και τις ιστορίες που αφηγείται ο Χάρης Λυμπερόπουλος.

Οι Ολυμπιακοί Αγώνες και ο Τίτο

Έξι Ολυμπιακούς Αγώνες, τέσσερα Παγκόσμια Κύπελλα Ποδοσφαίρου και πλήθος άλλων κορυφαίων αθλητικών διοργανώσεων είχε καλύψει στα χρόνια της σταδιοδρομίας του, όπως σημειώνει η Κατερίνα Λυμπεροπούλου. Ήταν εκεί, λοιπόν, στους Ολυμπιακούς του Ελσίνκι, το 1952, όταν ο υπεραθλητής, δρομέας μεγάλων αποστάσεων Εμίλ Ζάτοπεκ κέρδιζε τρία χρυσά μετάλλια ή όταν οι Μαύροι Πάνθηρες Τόμι Σμιθ και Τζον Κάρλος ύψωναν τις γροθιές τους για τα δικαιώματα των Αφροαμερικανών στους Ολυμπιακούς του Μεξικού το 1968.

Ο Χάρης Λυμπερόπουλος, ανταποκριτής στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μονάχου
το 1972

Ήταν επίσης εκεί, στους Ολυμπιακούς του Μονάχου το ΄72, όταν η Ελλάδα περίμενε μάταια τη νίκη του Παπαγεωργόπουλου (ο μόνος που είχε αντιληφθεί την δυσάρεστη εξέλιξη). Ήταν, εξάλλου, εκείνος που, παρ’ ότι αθλητικός συντάκτης στην εφημερίδα «Αθηναϊκή» τότε, πήρε στο Βελιγράδι μία από τις ελάχιστες συνεντεύξεις του Τίτο, όταν εκείνος βρισκόταν στο απόγειο της εξουσίας του.

Βελιγράδι, 1952. Ο Χάρης Λυμπερόπουλος συναντά τον στρατάρχη Τίτο

Κι ακόμη εκείνος, που με τον εκδότη της «Απογευματινής», Νάσο Μπότση εισήγαγαν για πρώτη φορά στην ελληνικό Τύπο ένθετο αθλητικό τετρασέλιδο σε πολιτική εφημερίδα.

Το όνειρο γίνεται πραγματικότητα

Όλα άρχισαν το 1932, όταν ο μόλις δέκα ετών Χάρης Λυμπερόπουλος, παρακολουθώντας τους Βαλκανικούς Αγώνες στίβου, που γίνονταν στο Παναθηναϊκό Στάδιο θαύμαζε, όπως τα περισσότερα παιδιά, τους αθλητές και, θέλοντας να τους μοιάσει, μπολιάστηκε με το σπόρο του αθλητισμού.

Μόνο που ο ίδιος αυτό το όνειρο θα το έκανε πραγματικότητα, γιατί σε μερικά χρόνια από τότε θα διακρινόταν ως αθλητής του μήκους και του πεντάθλου, ενώ το 1946 αναδεικνυόταν πανελληνιονίκης. «Ο κλασικός αθλητισμός και ιδιαίτερα ο στίβος ήταν το κυρίαρχο άθλημα» αναφέρει ο ίδιος. «Σε αντίθεση με τη σύγχρονη εποχή, κατά την οποία κυριαρχούν το ποδόσφαιρο και η καλαθοσφαίριση, τα μικρά παιδιά της εποχής εκείνης είχαμε πρότυπα τους σπουδαίους αθλητές του στίβου».

Νεαρός αθλητής με τον πατέρα του, στο τέλος μιας προπόνησης,το 1942

Χωρίς να λείψει και το ποδόσφαιρο, πάντως, από τη ζωή του, αφού αγωνίστηκε ως επιθετικός την πρώτη ομάδα ποδοσφαίρου του Πανιωνίου, αλλά και το βόλεϊ, όπου ήταν συμπαίκτης με τον μετέπειτα Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Κάρολο Παπούλια.

Ο Γρηγόρης Λαμπράκης

Ονόματα της δημοσιογραφίας, του αθλητισμού, αλλά και ιστορικά πρόσωπα, μυθικά για τους σύγχρονους, παρελαύνουν μέσα από το βιβλίο, καθώς τον σημάδεψαν και τον διαμόρφωσαν ως άτομο, επιδρώντας με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στη ζωή του.

«Όμως, από όλους τους ανθρώπους που γνώρισε και συναναστράφηκε, ως πρόσωπο που έγραψε ιστορία στον 20ο αιώνα, νομίζω ότι μάλλον θεωρούσε τον ειρηνιστή Γρηγόρη Λαμπράκη, συναθλητή του στο μήκος – Βαλκανιονίκης εκείνος, Πανελληνιονίκης ο πατέρας μου – που, μετά την Απελευθέρωση, τον έσωσε από εξορία και βέβαιο θάνατο», λέει η Κατερίνα Λυμπεροπούλου. «Κι αυτό χάρις στην αποφασιστική ενέργεια του Λαμπράκη να τον βγάλει, ως άρρωστο δήθεν, από το στρατόπεδο στου Γουδή, όπου είχαν οδηγήσει κατά λάθος τον πατέρα μου οι «Χίτες» ως κομμουνιστή».

Με τον δημοσιογράφο Χρήστο Πασαλάρη

Από το χώρο της δημοσιογραφίας, εξάλλου, είναι σαφές, όπως λέει η ίδια, ότι θεωρούσε πολύ σημαντικό τον Νάσο Μπότση: «Σε μια εποχή, που οι εφημερίδες ήταν το κύριο μέσο πληροφόρησης, με την «Απογευματινή», την οποία εκείνος διηύθυνε, να φθάνει στο απίστευτο νούμερο των 272.031 φύλλων, τον καλύτερο κυκλοφοριακά μήνα της ιστορίας της, το 1974, ο Μπότσης είχε τη δημοσιογραφική «όσφρηση» να του επιτρέψει μια καινοτομία. Την δημιουργία μιας εφημερίδας αθλητικών ειδήσεων και σχολίων, ένθετη στην «Απογευματινή», όπως αναφέρει στην εισαγωγή του βιβλίου και ο τέως διευθυντής της ίδιας εφημερίδας, ιστορικός Τίτος Αθανασιάδης, που επιμελήθηκε τα ιστορικά στοιχεία της έκδοσης. Μία αλλαγή, που εδραιώθηκε το 1968».

Αθλητής και δημοσιογράφος

«Ως αθλητή σπουδαιότερο όλων, όπως προκύπτει, άλλωστε, από την αφήγησή του, θεωρούσε τον Αφροαμερικανό Τζέσε Όουενς», λέει η Κατερίνα Λυμπεροπούλου. «Κι όχι τόσο για το πλήθος των Ολυμπιακών μεταλλίων του, αλλά κυρίως γιατί είχε ορθώσει το αθλητικό του ανάστημα στον Χίτλερ στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Βερολίνου το 1936. Ήταν τότε που ο δικτάτορας, που λίγα χρόνια αργότερα αιματοκύλησε την Ευρώπη, αναγκάστηκε να αποχωρήσει από το στάδιο για να μην τον παρασημοφορήσει, επειδή είχε καταρρίψει τη θεωρία του περί υπεροχής της Αρίας φυλής».

Με τον ολυμπιονίκη δρομέα Τζέσε Όουενς κατά την επίσκεψή του στην Αθήνα, μπροστά από το Παναθηναϊκό Στάδιο
-Ήταν αθλητής και μετά δημοσιογράφος. Τι προτιμούσε όμως από τα δύο;

Δεν νομίζω ότι θα μπορούσε να διαλέξει αν βρισκόταν μπροστά σε τέτοιο δίλημμα. Αγαπούσε και τις δύο ιδιότητες, που τον βρήκαν σε διαφορετικό timing της ζωής του: ο αθλητισμός στην νεότητά του κι η δημοσιογραφία στα χρόνια της ωριμότητας. Το ότι κατάφερε να συνδυάσει αυτές τις δυο μεγάλες του αγάπες, γνωρίζοντας την καταξίωση στο αθλητικό ρεπορτάζ σε εποχές που η φυσική του κατάσταση δεν του επέτρεπε να κάνει πρωταθλητισμό, είναι νομίζω η απόδειξη ότι την ζωή του την πήγε – σε ένα μεγάλο βαθμό – εκεί όπου εκείνος ήθελε.

Σταθμοί ζωής και καριέρας

-Ποιοι ήταν κατά τον ίδιο οι μεγαλύτεροι σταθμοί στη ζωή του;

Θεωρούσε την οικογένειά του, με τις αρχές που του είχε δώσει, πολύ σημαντικό παράγοντα για την διαμόρφωση του χαρακτήρα του και για την εξέλιξή του. Και, βέβαια, η Κατοχή, την οποία έζησε ως νέος, παλεύοντας όπως όλοι για την επιβίωση, άφησε τα σημάδια της, μόνο που για κείνον η αγάπη του για αθλητισμό μπορούσε να σαρώσει όποια αντιξοότητα.

Στη συνέχεια, στον επαγγελματικό στίβο πια, σημαντική ήταν η θητεία του στην «Αθηναϊκή» του Ιω. Παπαγεωργίου, δίπλα σε μεγάλους δασκάλους της δημοσιογραφίας, ενίοτε και λόγιους και στην «Απογευματινή» φυσικά. Επίσης, ξεχώριζε τη συμμετοχή του στον Αθήνα 9,84, του οποίου υπήρξε ιδρυτικό στέλεχος, αλλά και τις δύο περιόδους που υπήρξε επικεφαλής του αθλητικού τμήματος της ΕΡΤ.

Σε μια πολυκύμαντη ζωή, ωστόσο, ανάμεσα σε αμέτρητα ρεπορτάζ, αποστολές και συνεντεύξεις, ταξίδια, γνωριμίες, επιτυχίες κι αποτυχίες, δοκιμασίες, προσωπικές και μη διαδρομές, νομίζω ότι ένας από τους μεγαλύτερους σταθμούς της ζωής του ήταν η δημιουργία μιας οικογένειας με την σύζυγό του, Αθηνά.

– Και οι δημοσιογραφικές επιτυχίες;

Σημαντική επιτυχία του θεωρούσε το γεγονός ότι διέβλεψε πως ο Βασίλης Παπαγεωργόπουλος, δρομέας των 100 μέτρων και φαβορί για μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μονάχου το 1972, δεν θα αγωνιζόταν λόγω τραυματισμού, την ώρα που όλη η Ελλάδα κρεμόταν από την καλή είδηση για την αναπτέρωση ηθικού εν μέσω δικτατορίας.

Και, επίσης, ότι είχε την τόλμη να απαιτήσει να δημοσιευθεί η είδηση, αφού την είχε διασταυρώσει φυσικά, προκαλώντας σάλο, μεταξύ άλλων και στους κυβερνητικούς της χούντας, που διαμαρτυρήθηκαν, ότι «σαμποτάρει την επανάσταση».

Τελικά, μόνον η εφημερίδα του έγραψε ότι ο αθλητής ήταν αδύνατον να συμμετάσχει στον αγώνα και πράγματι, όπως ξέρουμε, έτσι έγινε. Ήταν μία επιτυχία, που ο πατέρας μου απέδωσε στην πρότερη αθλητική του εμπειρία και στο δημοσιογραφικό ένστικτο, «που πάντα με παρακινούσε να γράψω αυτό που πίστευα, χωρίς να υπολογίζω τις συνέπειες», όπως λέει στο βιβλίο.

Με τον πρωταθλητή του άλματος επί κοντώ Χρήστο Παπανικολάου στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μεξικό, το 1968

Μια άλλη δημοσιογραφία

-Πού θεωρούσε ο ίδιος ότι άφησε το στίγμα του;

Νομίζω ότι το «στίγμα» του ως προϊσταμένου το περιγράφει καλύτερα ο βετεράνος της αθλητικής δημοσιογραφίας, Νίκος Κατσαρός, ο οποίος βρέθηκε στο φυτώριο του αθλητικού ρεπορτάζ της «Απογευματινής», που λειτούργησε από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 ως τα μέσα της δεκαετίας του ’80.

Ο Νίκος Κατσαρός γράφει στο επίμετρο του βιβλίου, για το πρώτο άρθρο του στην εφημερίδα. Ήταν μία συνέντευξη του τότε προέδρου του ποδοσφαιρικού τμήματος του Παναθηναϊκού, Λουκά Πανουργιά με αφορμή θλιβερά επεισόδια, που είχαν σημειωθεί στη Λεωφόρο.

«Όταν το παρέδωσα στον Χάρη» λέει,« εκείνος δεν μου έκανε καμία κριτική. Το μόνο που με ρώτησε ήταν γιατί δεν το υπέγραψα. Κατά κανόνα, οι νέοι δημοσιογράφοι έπρεπε να περιμένουν δύο με τρία χρόνια προτού δουν ολόκληρο το όνομά τους…». Αυτό τα λέει όλα.

-Τι θα συμβούλευε σήμερα τους νέους δημοσιογράφους; Ποιες διαφορές έβλεπε από την εποχή του;

Οι παλαιότεροι δημοσιογράφοι μπορεί να είχαν σε κάποιες περιπτώσεις μικρότερο επιστημονικό υπόβαθρο από τους σημερινούς, αλλά είχαν εντονότερο το ένστικτο του κυνηγού της είδησης και δυνατότερη την όσφρηση στο ρεπορτάζ.

Επίσης, στο ζύγι πολλών παλαιών δημοσιογράφων, που αναδεικνύονται μέσα από το βιβλίο, το αξιακό τους σύστημα βάραινε πολύ.

Και, τέλος, ήταν κοσμοπολίτες, γιατί δεν ζούσαν τη ζωή μέσα από τις οθόνες. Αυτά είναι που έβλεπε ότι λείπουν από τις δημοσιογραφικές γενιές που ακολούθησαν και αυτά πίστευε ότι θα έπρεπε με κάποιο τρόπο να αποκτήσουν οι νεαρότεροι.

Ο Χάρης Λυμπερόπουλος με τη σύζυγό του Αθηνά

Με τόλμη και μέτρο

-Διαβάζοντας το βιβλίο, βλέπουμε να αναδύεται ένας άνθρωπος ανήσυχος, δραστήριος, τολμηρός και ταυτόχρονα όμως ήπιος και συναινετικός. Ήταν έτσι και πώς τα συνδύαζε αυτά;

Εξαιρετική παρατήρηση. Γιατί, πράγματι, «άρπαξε τη ζωή από τα μαλλιά», γλίτωσε από εξορίες κι εν ψυχρώ εκτελέσεις κυριολεκτικά στο παρά πέντε και πάτησε γκάζι, όπως στα σιρκουί του μηχανοκίνητου αθλητισμού, ως σκαπανέας, μεταξύ άλλων, του Ράλι Ακρόπολις.

Είχε, όμως, την αίσθηση του μέτρου και κινούνταν πάντα μέσα σε όρια. «Δεν μπορείς να τα βάλεις με την φύση», έλεγε, γνωρίζοντας πολύ καλά, σε κάθε εποχή, ποιες ήταν οι δυνατότητές του, τις οποίες δεν υπερέβαινε, ενώ απέφευγε, επίσης, πάντα ακρότητες και εντάσεις.

Εκείνος θα το απέδιδε στην «αγωγή» που πήρε από το σπίτι του. Θα μπορούσε, όμως, να προσθέσει κανείς και στην συναισθηματική του ευφυΐα, εμπλουτισμένη, όσο προχωρούσε η ζωή του, με άφθονη πείρα.

-Σας διηγούνταν, όταν ήσασταν παιδιά ή αργότερα, περιστατικά, ιστορίες από τη ζωή του;

Αμέτρητες. Κι αυτό που μας έκανε εντύπωση με την αδερφή μου, Γκρέτα Λυμπεροπούλου ήταν ότι κάθε φορά που βρισκόμασταν σε κύκλο γνώριμων ανθρώπων κι ο πατέρας μας ξεκινούσε να πει μια ιστορία, που εμείς – κακά τα ψέματα – την είχαμε ακούσει πολλές φορές, το «κοινό» του κυριολεκτικά κρεμόταν από τα χείλη του.

-Κάπου μέσα στο βιβλίο μιλάτε για το μυστικό της μακροζωίας. Ποιο ήταν για τον ίδιο; Κι ακόμη, τι θεωρούσε ότι είναι η ουσία της ζωής;

Η απάντησή του είναι σαφής: «Δεν κάπνισα ποτέ στην ζωή μου» και επίσης «απέφυγα συνειδητά όλες τις υπόλοιπες καταχρήσεις».

Όσο για την ουσία της ζωής, αυτή ήταν η υλοποίηση του ονείρου του για μια οικογένεια στο πλευρό της συζύγου του, της Αθηνάς. Στην εφηβεία του πίστευε πως αυτός ήταν ένας μακρινός στόχος, για τον οποίο δεν θα ήταν ποτέ προετοιμασμένος. Ήταν μία από τις ελάχιστες φορές που η ζωή τον διέψευσε!

«…Το μόνο που βεβαιώνω είναι ότι όλα όσα αναφέρονται είναι πέρα για πέρα πραγματικά κι ας φαίνονται απίστευτα». Αυτά τα λίγα λόγια γράφει στην αρχή του βιβλίου για το περιεχόμενό του ο Χάρης Λυμπερόπουλος, που πρόφθασε ευτυχώς να το δει τυπωμένο.

Η κατάθεση ζωής ενός ανθρώπου, που διέσχισε το χρόνο με αγωνιστικότητα, δύναμη και δημιουργικότητα, από τον Μεσοπόλεμο ως τον 21ο αιώνα.

Ακολουθήστε το mononews.gr στο Google News για την πιο ξεχωριστή ενημέρωση


ΣΧΟΛΙΑ