ΑΓΟΡΕΣ

Γιατί τα ξένα funds έχουν ρίξει… «λευκή πετσέτα» για τις μετοχές των ελληνικών τραπεζών

WarningExclamation mark in a circleΑπαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη


Ξεκίνησαν την εφετινή, δίσεκτη χρονιά, με τη χρηματιστηριακή τους αξία να είναι στα 10,4 δισ. ευρώ. Μεσούσης της πανδημίας, η αποτίμησή τους βρέθηκε στα χαμηλά των 3 δισ. ευρώ. Ακολούθησε η ανοδική αντίδραση, η οποία και τις οδήγησε στα 4,8 δισ.. Από εκεί όμως, ξεκίνησε και πάλι η κάτω βόλτα. Με συνέπεια τώρα να βρίσκονται στα επίπεδα των 4 δισ. ευρώ.

Αυτή είναι, σε αδρές γραμμές, η μέχρι τώρα (επώδυνη για τους επενδυτές) πορεία των τεσσάρων, εισηγμένων, συστημικών τραπεζών. Δηλαδή της Eurobank, της Εθνικής, της Alpha Bank και της Πειραιώς, όπως κατατάσσονται με βάση την τρέχουσα, αγοραία αξία τους, στο χρηματιστήριο της Αθήνας.

Αν μη τι άλλο, η «συμπεριφορά» των τραπεζικών μετοχών, στις οποίες και γίνεται σχεδόν το ένα τρίτο του καθημερινού, συναλλακτικού τζίρου, εκπέμπει ηχηρά μηνύματα απογοήτευσης και προβληματισμού για τη συνέχεια. Αντικατοπτρίζοντας και τη γενικότερη δύσθυμη κατάσταση, που έχει «κράτος και εξουσία» στην ελληνική αγορά.

Τι όμως μπορεί να είναι εκείνο που δεν αφήνει τις τράπεζες να σηκώσουν κεφάλι; Γιατί αδυνατούν να απαλλαγούν από το «βαρίδι» της αμφισβήτησης και ποιοι είναι οι λόγοι της επενδυτικής τους περιθωριοποίησης;

Έμπειροι, αλλά συνάμα και καλά ενημερωμένοι παράγοντες της αγοράς, θεωρούν ότι ο αδύναμος κρίκος για τις τράπεζες δεν είναι άλλος από τα ξένα Funds. Και ειδικότερα των διαχειριστές διεθνών χαρτοφυλακίων, πάρα πολλοί από τους οποίους έχουν ρίξει… λευκή πετσέτα. Αποδεχόμενοι με βάση τη δική τους λογική, ότι η καλύτερη επιλογή είναι εκείνη των πωλήσεων και της βαθμιαίας μείωσης θέσεων.

Για όσους παρακολουθούν στοιχειωδώς τις χρηματιστηριακές εξελίξεις, όλα αυτά δεν αποτελούν έκπληξη. Άλλωστε, τα στοιχεία των συναλλαγών δείχνουν ξεκάθαρα οτι από το ξέσπασμα της πανδημίας και μετά, οι ξένοι «παίκτες» παραμένουν σταθερά πωλητές στον αθηναϊκό «ναό» του χρήματος. Με τις εκροές να αφορούν κατά κύριο λόγο τα «βαριά χαρτιά» και πρωτίστως τις τραπεζικές μετοχές.

Όσο η εικόνα αυτή δεν μεταβάλλεται, είναι εξόχως δύσκολο να ξαναμπούν οι ελληνικές μετοχές σε μια τροχιά βιώσιμης ανάταξης. Γιατί από μόνο του το ελληνικό στοιχείο, που ώς επί το πλείστον απορροφά τις πωλήσεις των ξένων, δεν μπορεί να έχει αποτέλεσμα. Τουλάχιστον σε μεσοπρόθεσμο, χρονικό ορίζοντα.

Οι λόγοι που οι ξένοι πουλάνε τράπεζες

Εκ των πραγμάτων, για τη «λευκή πετσέτα» που έχουν πετάξει τα ξένα Funds, μετράει ιδιαίτερα η αρνητική πορεία του ελληνικού χρηματιστηρίου. Διότι ενώ όλες οι αγορές χτυπήθηκαν από την εμφάνιση της πανδημίας, στη συνέχεια πήραν πίσω αρκετό από το «χαμένο αίμα» τους.

Κάτι το οποίο δεν έχει συμβεί με την ελληνική αγορά, η οποία με όρους Γενικού Δείκτη χάνει 31,2% από την αρχή της εφετινής χρονιάς. Καταγράφοντας μια από τις χειρότερες επιδόσεις διεθνώς.

Όταν για παράδειγμα το χρηματιστήριο της Ιταλίας γράφει απώλειες 16% , της Ισπανίας είναι στο -22%, της Πορτογαλίας στο -14%, της Τουρκίας στο -5,3%, της Γερμανίας στο -4,6%, ενώ για τον δείκτη των δεικτών που είναι ο Dow Jones, η πτώση από την αρχή του έτους είναι στο 7%.

Στη γενικότερη στάση τους για τις ελληνικές τράπεζες, οι ξένοι «παίκτες» που προχωρούν σε πωλήσεις διατείνονται, ότι θα υπάρξει αύξηση των «κόκκινων» δανείων, η οποία θα αποτυπωθεί από τη στιγμή που θα λήξουν τα μορατόρια για τις αποπληρωμές τους. Πιστεύουν ακόμη ότι ο τουριστικός τομέας της χώρας δεν θα καταφέρει να περιορίσει ουσιαστικά τη μεγάλη τρύπα στο έσοδα. Και ως τούτου οι υποχρεώσεις του κλάδου προς τις τράπεζες θα επιδεινωθούν, ενώ αντίστοιχη αρνητική επίδραση θα υπάρξει και στο ΑΕΠ της χώρας.

Από την άλλη πλευρά, τα ξένα funds προβληματίζονται με τη δυστοκία που παρατηρείται ως προς την υλοποίηση του σχεδίου δράσης για την ελληνική οικονομία, με πόρους από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάκαμψης. Προβληματίζονται επίσης για την κλιμακούμενη ένταση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, μετά την προκλητική στάση Ερντογάν και τα γεγονότα με φόντο την Αγιά Σοφιά.

Παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα απέσπασε τα διθυραμβικά σχόλια (διεθνώς) για την επιτυχημένη αντιμετώπιση της πανδημίας, εν τούτοις αυτό δεν μεταφράστηκε σε εισροές επενδυτικών κεφαλαίων στο χρηματιστήριο. Κάθε άλλο μάλιστα, αφού προκάλεσε εκροές…

Στην παρούσα μάλιστα τα πράγματα δυσκολεύουν καθώς αρκετοί από τους ξένους «παίκτες» αποδίδουν τις πωλήσεις τους στις τράπεζες και στο γεγονός ότι η Ελλάδα δεν έχει ένα «αφήγημα» για τους επενδυτές… Κατ’ ουσίαν, η αναφορά αυτή, αποτελεί την πρώτη «εστία» αμφισβήτησης της όλης φιλοεπενδυτικής χροιάς που έχει δώσει η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Σε αντίθεση βεβαίως με τις αντιλήψεις που έχουν οι πωλητές τραπεζικών μετοχών, οι μεγάλοι ξένοι «παίκτες», οι οποίοι εκδηλώνουν το ενδιαφέρον τους για την εξαγορά δανείων μέσω τιτλοποιήσεων, παραμένουν ιδιαίτερα ενεργοί. Και όπως λένε παράγοντες της αγοράς «αυτό έρχεται να μετριάσει τους φόβους που προκαλούνται από τις συνεχιζόμενες πωλήσεις τραπεζικών μετοχών από τα Funds». Προσθέτοντας επίσης ότι «το κακό θα ήταν να υπήρχε μια γενικευμένη τάση αποεπένδυσης των ξένων. Κάτι που επί του παρόντος δεν συμβαίνει».

Η πορεία που έχουν κάνει οι μετοχές

Στο χρηματιστηριακό «ταμπλό» η Eurobank ΕΥΡΩΒ 0% 0,41 έχει τώρα χρηματιστηριακή αξία 1,44 δισ. ευρώ, με τη μετοχή της να κλείνει χθες στα 0,39 ευρώ. Η μετοχή ξεκίνησε τη χρονιά από τα 0,92 ευρώ για να βρεθεί στις 14 Μαΐου στο χαμηλό των 0,283 ευρώ με απώλειες 69,2%. Μετά από την ανοδική αντίδραση έφτασε στις 23 Ιουνίου στα 0,434 ευρώ, ενισχυμένη κατά 53,4%. Έκτοτε έχει υποχωρήσει κατά 10,1%

Όπως είναι ευνόητο, αν ένα «χαρτί» χάσει το 69% της αξίας του, τότε για να επανέλθει στην αρχική τιμή του απαιτείται άνοδος…222,6%.

Η Εθνική ΕΤΕ -0,89% 1,11 έχει τώρα αγοραία αξία 1,1 δισ. ευρώ και η μετοχή της είναι στα 1,206 ευρώ. Ξεκινώντας το 2020 ήταν στα 3,02 ευρώ από όπου υποχώρησε κατά 71,9% για να βρεθεί στις 23 Μαρτίου στα χαμηλά των 0,85 ευρώ. Μετά από μια άνοδο 71,8% έφτασε στις 9 Ιουνίου στα 1,46 ευρώ, απ’ όπου τώρα βρίσκεται 17,1% πιο κάτω.

Η κεφαλαιοποίηση της Alpha Bank ΑΛΦΑ 0% 0,51 είναι τώρα στα 932,4 εκατ. ευρώ, καθώς χθες η μετοχή της έκλεισε στα 0,604 ευρώ. Στο ξεκίνημα της εφετινής χρονιάς το «χαρτί» ήταν στα 1,923 ευρώ, για να βρεθεί στις 23 Ιουνίου στα χαμηλά των 0,498 ευρώ, μετά από πτώση 74,1%.

Ακολούθησε ένα ανοδικό γύρισμα που έφερε τη μετοχή 45% πιο πάνω. Στα 0,722 ευρώ, στις 23 Ιουνίου. Έκτοτε η μετοχή μετράει απώλειες 16,9%

Η μετοχή της Πειραιώς ΠΕΙΡ 0,86% 1,17 έκλεισε χθες στα 1,27 ευρώ με τη χρηματιστηριακή αξία της τράπεζας να διαμορφώνεται στα 554,4 εκατ. ευρώ.

Στη διαδρομή της από την αρχή του έτους η τιμή της μετοχής πήγε από τα 2,99 στα 0,9505 ευρώ ( στις 18 Μαρτίου) καταγράφοντας πτώση 68,2%. Στη συνέχεια ανέκαμψε και αφού ενισχύθηκε κατά 80,7% έφτασε στις 19 Ιουνίου στα 1,718 ευρώ. Απ’ όπου τώρα βρίσκεται 26,7% πιο κάτω.

Μάλιστα η τρέχουσα τιμή της μετοχής είναι 11,8% χαμηλότερα από εκεί όπου ο πολυεκατομμυριούχος Αριστοτέλης Μυστακίδης έκανε τις τελευταίες αγορές, ξεπερνώντας το «φράγμα» του 5% της συμμετοχής του στην τράπεζα. Αλλά το δικό του επενδυτικό «στοίχημα» είναι μακροπρόθεσμο.


ΣΧΟΛΙΑ