Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης: Add mononews.gr on Google

Τη δυνατότητα μείωσης της τραπεζικής οφειλής ακόμη και όταν έχει ήδη ξεκινήσει η αναγκαστική εκτέλεση, αλλά και αυστηρές κυρώσεις για τον πλειστηριασμό κατά συνεπών δανειοληπτών προβλέπει το νέο νομοσχέδιο του Υπουργείου Οικονομικών, το οποίο προσπαθεί να καταπολεμήσει τις παθογένειες των τελευταίων ετών με τους μαζικούς πλειστηριασμούς.

Οι διατάξεις εισάγουν συγκεκριμένους περιορισμούς για τους πιστωτές και τους servicers, οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν ακόμη και διαδικασίες εκτέλεσης που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη.

1

Τι αλλάζει με τα πανωτόκια

Μία από τις σημαντικότερες προβλέψεις του νομοσχεδίου, η διάταξη για τον επανυπολογισμό της οφειλής επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα της υπέρμετρης διόγκωσης των τραπεζικών οφειλών από τόκους και ανατοκισμούς, επεκτείνοντας την εφαρμογή των ανώτατων ορίων που είχαν θεσπιστεί με τους νόμους 2789/2000 και 3259/2004.

Πρόκειται για τα λεγόμενα «πανωτόκια», ένα ζήτημα με μακρά νομοθετική και δικαστική ιστορία, καθώς ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, ο νομοθέτης είχε επιχειρήσει να αντιμετωπίσει τις περιπτώσεις στις οποίες μια αρχική τραπεζική οφειλή διογκωνόταν υπέρμετρα, κυρίως εξαιτίας της συσσώρευσης τόκων, έχοντας προβλέψει ότι ορισμένες τραπεζικές οφειλές δεν μπορούσαν να υπερβαίνουν το τριπλάσιο του δανεισθέντος κεφαλαίου.

Ωστόσο, η παλαιότερη νομοθεσία εξαιρούσε από την προστασία ορισμένες μεγάλες απαιτήσεις, μεταξύ άλλων όταν το αρχικό κεφάλαιο υπερέβαινε τις 400.000 ευρώ ή η οφειλή είχε ξεπεράσει τα 2.201.000 ευρώ κατά τον προβλεπόμενο χρόνο υπολογισμού. Με το νέο νομοσχέδιο επιχειρείται η άρση αυτών των ποσοτικών αποκλεισμών, προβλέποντας την εφαρμογή των ορίων αυτών σε κάθε είδους απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις.

Η σημαντικότερη αλλαγή είναι ότι ο επανυπολογισμός θα γίνεται αυτοδικαίως, χωρίς να απαιτείται αίτηση, αγωγή, ανακοπή ή οποιαδήποτε άλλη ενέργεια του οφειλέτη, με την υποχρέωση να βαρύνει τις τράπεζες, τους δικαιούχους των απαιτήσεων και τις εταιρείες διαχείρισης. Μάλιστα, το νομοσχέδιο διευκρινίζει ότι η μεταβίβαση ενός δανείου σε fund ή η ανάθεση της διαχείρισής του σε servicer δεν επηρεάζει την εφαρμογή των ορίων.

Πότε μειώνεται το χρέος ακόμη και μετά την κατάσχεση

Το νομοσχέδιο προβλέπει ρητά ότι ο επανυπολογισμός θα εφαρμόζεται ακόμη και όταν έχει ήδη εκδοθεί διαταγή πληρωμής, δικαστική απόφαση ή άλλος εκτελεστός τίτλος, εφόσον εξακολουθεί να υπάρχει ανεξόφλητο υπόλοιπο.

Έτσι, αν έχει ήδη ξεκινήσει αναγκαστική εκτέλεση, η διαδικασία θα μπορεί να συνεχιστεί μόνο για το ποσό που προκύπτει μετά τον νόμιμο επανυπολογισμό, με πρόσθετες πράξεις και επιδόσεις για το νέο ποσό.

Ωστόσο, απαιτείται προσοχή, καθώς, εφόσον τηρηθούν αυτές οι πρόσθετες πράξεις μέσα στην απαιτούμενη προθεσμία, η μείωση της οφειλής δεν συνεπάγεται άρση της κατάσχεσης ή ματαίωση του πλειστηριασμού.

Κατάσχεση και πλειστηριασμός παρά την τήρηση της ρύθμισης: Αυτοδίκαιη ακυρότητα

Η δεύτερη σημαντική παρέμβαση αφορά τους οφειλέτες που έχουν ήδη συμφωνήσει με την τράπεζα ή τον servicer σε συγκεκριμένους όρους αποπληρωμής και τους τηρούν κανονικά. Το νομοσχέδιο προβλέπει ρητά ότι όσο ο οφειλέτης συμμορφώνεται με τη ρύθμιση, ο πιστωτής δεν μπορεί να προχωρήσει σε ενέργειες είσπραξης που την παραβιάζουν.

Συγκεκριμένα, απαγορεύονται η καταγγελία της ρύθμισης ή της σύμβασης, η έκδοση διαταγής πληρωμής, η επιβολή κατάσχεσης και η επίσπευση πλειστηριασμού κατά παράβαση των συμφωνημένων όρων.

Η προστασία επεκτείνεται και σε μια ιδιαίτερη περίπτωση που έχει μεγάλη πρακτική σημασία. Όταν ο οφειλέτης δεν καταβάλλει μία ή περισσότερες δόσεις αποκλειστικά επειδή ο πιστωτής ή ο servicer δεν του έχει χορηγήσει τα απαραίτητα στοιχεία για την πληρωμή τους, τότε δεν μπορεί να θεωρηθεί ασυνεπής και να επισπευσθεί εναντίον του αναγκαστική εκτέλεση.

Φυσικά, να σημειώσουμε εδώ ότι και σήμερα ισχύει η υποχρέωση τήρησης της συμφωνίας από τον πιστωτή, όμως ο νομοθέτης φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει ριζικά το φαινόμενο. Διότι αυτό που συμβαίνει τώρα είναι ότι γίνονται παράνομες πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης, τις οποίες ο οφειλέτης υποχρεούται να αμφισβητήσει δικαστικά με ανακοπή. Πλέον, θα προβλέπονται σοβαρές συνέπειες για την παράβαση της συμφωνίας από τον πιστωτή, ώστε να αποθαρρύνεται εκ των προτέρων για τέτοιου είδους κινήσεις.

Το νομοσχέδιο ορίζει ότι κάθε πράξη που διενεργείται κατά παράβαση της ρύθμισης είναι αυτοδικαίως άκυρη και δεν παράγει έννομα αποτελέσματα. Εάν έχει ήδη επισπευσθεί πλειστηριασμός, προβλέπεται αυτοδίκαιη αναστολή του από την τέλεση της παράνομης ενέργειας.

Πέντε δόσεις υπέρ του οφειλέτη και πρόστιμα έως 500.000 ευρώ

Στο θέμα αυτό, πάντως, το νομοσχέδιο δεν περιορίζεται στην ακυρότητα της παράνομης εκτέλεσης. Προβλέπει επίσης ότι ο πιστωτής που παραβιάζει τη ρύθμιση θα υποχρεούται να πιστώσει υπέρ του οφειλέτη ποσό ίσο με πέντε μηνιαίες δόσεις, το οποίο θα συμψηφίζεται με τις πέντε τελευταίες δόσεις της συμφωνίας.

Παράλληλα, θα παρατείνεται αυτοδικαίως η διάρκεια της ρύθμισης κατά πέντε επιπλέον μήνες, χωρίς πρόσθετους τόκους, προσαυξήσεις ή έξοδα.

Οι συνέπειες αυτές θα επέρχονται χωρίς προηγούμενη δικαστική απόφαση, ενώ διατηρείται το δικαίωμα του οφειλέτη να διεκδικήσει δικαστικά περαιτέρω αποζημίωση, εφόσον αποδεικνύει πρόσθετη ζημία.

Στις κυρώσεις προστίθενται διοικητικά πρόστιμα από 50.000 έως 500.000 ευρώ ανά δανειολήπτη, ανάλογα με τη βαρύτητα και τις περιστάσεις της παράβασης.

Σε περίπτωση υποτροπής, η Τράπεζα της Ελλάδος θα μπορεί να επιβάλει πρόσθετα μέτρα, όπως προσωρινή αναστολή ανάληψης νέων υποθέσεων διαχείρισης χρεών.

Προστασία κύριας κατοικίας όσο ο οφειλέτης διαπραγματεύεται

Μια διαφορετική μορφή προστασίας προβλέπεται για όσους δεν έχουν ακόμη καταλήξει σε συμφωνία με τον πιστωτή τους, αλλά επιδιώκουν νέα ρύθμιση. Το νομοσχέδιο εισάγει ειδική διαδικασία διμερούς διαπραγμάτευσης μεταξύ οφειλετών και τραπεζών ή servicers, η οποία αφορά την απευθείας συνεννόησή τους και διακρίνεται από τον εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης οφειλών του ν. 4738/2020.

Στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας, ο πιστωτής θα υποχρεούται να εξετάζει τα οικονομικά δεδομένα του οφειλέτη και να απαντά εντός συγκεκριμένων προθεσμιών, προτείνοντας βιώσιμη ρύθμιση ή αιτιολογώντας την απόρριψη του αιτήματος.

Το πιο ενδιαφέρον σε αυτή τη διαδικασία είναι ότι, από την υποβολή πλήρους αίτησης μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας, ο πιστωτής δεν θα μπορεί να επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση επί της κύριας κατοικίας του αιτούντος.

Ωστόσο, δεν πρόκειται για γενικό πάγωμα κάθε κατάσχεσης ή πλειστηριασμού. Η απαγόρευση αφορά μόνο την κύρια κατοικία, ενώ ο πιστωτής διατηρεί τη δυνατότητα να αναγγελθεί σε πλειστηριασμό που επισπεύδει τρίτος.

Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται και στην περίπτωση που έχει ήδη προγραμματιστεί πλειστηριασμός πριν από την υποβολή της αίτησης. Παρότι το νομοσχέδιο επιτρέπει την ένταξη στη διμερή διαδικασία ακόμη και όταν έχει ξεκινήσει αναγκαστική εκτέλεση, η διάταξη περί προστασίας της κατοικίας δεν προβλέπει την αυτοδίκαιη αναστολή κάθε ήδη δρομολογημένου πλειστηριασμού.

Η άλλη όψη: Η νέα συμφωνία μπορεί να αποτελέσει εκτελεστό τίτλο

Οι νέες διατάξεις δεν λειτουργούν αποκλειστικά προς την κατεύθυνση της προστασίας των οφειλετών. Αν και με τον νέο μηχανισμό απευθείας διαπραγμάτευσης μεταξύ των μερών αναμένεται ότι θα υπογραφούν τελικά περισσότερες συμφωνίες ρύθμισης των οφειλών, η ίδια αυτή συμφωνία μπορεί τελικά να επισπεύσει επόμενο πλειστηριασμό.

Αυτό θα συμβεί επειδή η σύμβαση που υπογράφεται στο πλαίσιο της νέας διμερούς διαδικασίας θα αποτελεί η ίδια εκτελεστό τίτλο. Αυτό σημαίνει ότι, εάν ο οφειλέτης αθετήσει τη συμφωνία, ο πιστωτής θα μπορεί να χρησιμοποιήσει την ίδια τη σύμβαση ως βάση αναγκαστικής εκτέλεσης για την απαίτηση που καλύπτεται από αυτήν, χωρίς να χρειάζεται προηγουμένως να εκδώσει διαταγή πληρωμής.

Έτσι, η νέα συμφωνία θα μπορεί αφενός να προσφέρει στον οφειλέτη τη δυνατότητα αποπληρωμής με διαφορετικούς όρους και αφετέρου, εάν αθετηθεί, να αποτελέσει τη βάση για την επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης.