Θα χαρακτήριζα το σχέδιο του προϋπολογισμού ως «συγκρατημένα αισιόδοξο» με την πρόσθετη παρατήρηση πως ο Κυριάκος Πιερρακάκης δεν είχε την δυνατότητα να κάνει διαφορετικά.
Εξάλλου, στην κριτική της αντιπολίτευσης που έχει συνοδεύει μέχρι σήμερα όλες τις κινήσεις της κυβέρνηση, σκόπιμα κατά κανόνα παραβλέπονται δύο κρίσιμοι παράγοντες.
Ο πρώτος, πως η έξοδος από τα μνημόνια ήταν μία σχεδόν τυπική διαδικασία. Στην ουσία, η χώρα είναι υποχρεωμένη να εξακολουθήσει να βαδίσει επωμιζόμενη για μερικά χρόνια ακόμη τις επιπτώσεις μίας δεκαετούς κρίσης. Ο δεύτερος, η σφιχτή παρακολούθηση της Ε.Ε. όσον αφορά τους κανονισμούς που διέπουν το κοινό νόμισμα. Η παρέκκλιση φέρνει ποινές. Και η ποινή θα είναι πάντα βαρύτερη για την Ελλάδα, λόγω των αποσκευών που κουβαλά από την περίοδο 2010-2019.
Η ισορροπία είναι επισφαλής. Όσο κι αν η αντιπολίτευση διαφωνεί, οι δημοσιονομικοί χειρισμοί της κυβέρνησης υπήρξαν θετικοί και αποτελεσματικοί, με δεδομένες τις συνθήκες που επικρατούν τόσο στην Ε.Ε. και το παγκόσμιο περιβάλλον όσο και ειδικά στην ευρωζώνη. Η δε διαχείριση του χρέους υπήρξε άριστη. Ότι μπορούσε να γίνει για να ελαχιστοποιηθεί η επίπτωση των κρίσεων — αυτή των ομολόγων το αποδεικνύει—έγινε.
Το σχέδιο του προϋπολογισμού ήταν υποχρεωμένο να κινηθεί στο πλαίσιο που καθορίζει η Επιτροπή, αυτό το φρόντισε και ο Θάνος Πετραλιάς. Μπορεί η Επιτροπή να στερείται ηγετικών πρωτοβουλιών αλλά αυτό δεν αλλάζει όσο κι αν δεν μας αρέσει. Μπορεί οι δημοσιονομικοί κανόνες να είναι άκαμπτοι και ιδεοληπτικοί, αλλά δεν αλλάζουν όσο κι αν διαφωνούμε με αυτούς. Μπορεί η ευρωζώνη να έχει εγκλωβιστεί σ’ ένα στείρο τεχνοκρατικό περιβάλλον που παραπέμπει σ’ έναν καπιταλισμό χωρίς ανθρώπινο πρόσωπο (ίσως να πρόκειται για την ιστορικά χειρότερη εκδοχή του) αλλά προς το παρόν δεν μπορούμε να το αποκηρύξουμε.
Η όποια εναλλακτική πορεία απλώς οδηγεί σε ακόμη πιο επώδυνα μονοπάτια.
Θα ήταν εν πολλοίς άδικο να κατηγορήσει την συγκεκριμένη κυβέρνηση για κοινωνική αναλγησία—όταν τα όπλα που υπήρχαν στην «χρυσή περίοδο» του 1945-1975 έχουν ουσιαστικά…αποσυρθεί. Λάθη έχει κάνει, προτεραιότητες έχει μπερδέψει, μεθόδους άκομψες πολιτικά και κοινωνικά έχει χρησιμοποιήσει αλλά, μέχρι αυτήν την στιγμή, ουδείς από την αντιπολίτευση δεν έχει προτείνει ρεαλιστική – δηλαδή εφαρμόσιμη μέσα στο ευρωπαϊκό σύστημα κανόνων—λύση.
Όλα αυτά δεν σημαίνουν πως έχουμε μπροστά μας τον τέλειο, ακριβή, προϋπολογισμό. Θα διακινδυνεύσω την πρόβλεψη πως η υλοποίηση του θα εξαρτηθεί από τέσσερις παράγοντες. Την συνέχιση της εξαίρεσης για τις αμυντικές δαπάνες. Την παγίωση των περιθωρίων για την αντιμετώπιση εκτάκτων γεγονότων. Την δημιουργία πανευρωπαϊκού μηχανισμού για μείωση της τιμής της ενέργειας. Και, την εξαίρετη πρόταση του Κυριάκου Μητσοτάκη, να χρησιμοποιηθούν τα επιπλέον έσοδα του ΦΠΑ που προκύπτουν από τον πληθωρισμό για την στοχευμένη ανακούφιση ευάλωτων ειδικών ομάδων.
Η κυβέρνηση οφείλει να εντείνει τις προσπάθειες για την δημιουργία συμμαχιών μέσα στην ευρωζώνη, προκειμένου κάπως να καμφθεί η Γερμανική ιδεοληψία και η έλλειψη ηγεσίας που διακρίνει την σημερνή Επιτροπή. Ευρώπη καθ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση της Γερμανίας δεν μπορεί να υπάρξει—κι ας επιμένει η Ursula von der Leyen.
Σ’ αυτό το όσο αβέβαιο όσο ποτέ περιβάλλον, η κυβέρνηση οφείλει πάντως να επιδείξει μεγαλύτερη ελαστικότητα ως προς ορισμένες παραμέτρους της οικονομικής πολιτικής της που τις αντιμετωπίζει περίπου ως κόκκινες γραμμές. Δύο είναι τα θέματα. Το πρώτο, η προετοιμασία για την επιβολή έκτακτης φορολογίας στα υπερκέρδη του τομέα της ενέργειας—έστω κι αν αυτό της θίγει το αφήγημα για την Ελλάδα ως πόλο έλξης ξένων κεφαλαίων. Δεν θα περιοριζόμουν στο «μπορεί να χρειαστεί». Θα έλεγα πως οι πιθανότητες είναι συντριπτικά υπέρ του «θα χρειαστεί».
Το δεύτερο, αφορά την διαφοροποίηση των κινήτρων για την προσέλκυση ξένων κεφαλαίων. Η μέχρι σήμερα έμφαση – σκόπιμη ή αναπόφευκτη—στο portfolio investment, που αφορά πρωταρχικά εξαγορές και συγχωνεύσεις, έχει μεν ωφελήσει μακροοικονομικά και την πλευρά της απασχόλησης, αλλά έχει παγιώσει δε ένα στρεβλό μοντέλο ανάπτυξης που δεν θα είναι βιώσιμο μέσα στο νέο περιβάλλον. Απαιτείται λοιπόν, μία διπλή κίνηση: διαφοροποίηση των κινήτρων υπέρ των άμεσων επενδύσεων σε παραγωγικό δυναμικό και καινοτομία-τεχνογνωσία (αυτό που αποκαλείται greenfield investment) και, ταυτόχρονα ξεκάθαρες κατευθύνσεις εκ μέρους της κυβέρνησης ως προς την μορφή των επενδύσεων που θέλει για την Ελλάδα.
Αναγνωρίζεται πως η αναφορά είναι σε μία μορφή micromanagement της οικονομίας με στοιχεία κρατικού παρεμβατισμού. Αν όμως δεν συνειδητοποιήσουμε πως ο μόνος δρόμος για την αλλαγή του μοντέλου ανάπτυξης βρίσκεται στην κοίτη της δημιουργίας ολοκληρωμένων οικοσυστημάτων (όπως με τεράστια καθυστέρηση επιχειρείται στον αμυντικό τομέα), τότε όποια άλλη προσπάθεια θα αποδειχθεί άκυρη.
Είναι βέβαιο πως βρισκόμαστε στα πρόθυρα μίας ριζικής αλλαγής του περιβάλλοντός μας που όμοια της δεν έχουμε ξαναζήσει ως ανθρωπότητα. Τα όσα συνέβησαν, π.χ., με τις δύο Βιομηχανικές Επαναστάσεις θα φαίνονται μπροστά της ως «συγκέντρωση για απογευματινό τσάι»– για να υιοθετήσουμε μία σπουδαία Αγγλική έκφραση. Τίποτα δεν θα παραμείνει το ίδιο—εκτός που τώρα πια η ικανότητα μας να τινάξουμε τον πλανήτη στον αέρα αποτελεί πλέον απτή προοπτική.
Διαβάστε επίσης
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Β. Κάτσος – Π. Βασιλόπουλος (Concordia Healthcare Partners): Η νέα επένδυση, η στρατηγική και το επόμενο βήμα
- Οι κάλπικοι και η κάλπη
- Πλατεία Θεάτρου: Γιατί παραμένει στον πάγο το έργο της ανάπλασης από τον δήμο Αθηναίων;
- Τι μπορεί να διεκδικήσει ο Σπορ FM TV από τη δεξαμενή σχεδόν 1,3 εκατ. συνδρομητών των Nova και Magenta TV