Menu
0.9%
Τζίρος: 324.72 εκατ.

Γιατί η Κίνα δεν βιάζεται

Comments

Αντίθετα με την κρατούσα άποψη ιδίως στις ΗΠΑ και εν πολλοίς στην Ευρώπη, η Κίνα δεν βιάζεται. Το Πεκίνο δεν στερείται, βέβαια, φιλοδοξίας και πάντως δεν θεωρεί ασήμαντη τη διεθνή ισορροπία ισχύος. Απλώς λειτουργεί σε άλλη βάση και, το κυριότερο, με αναφορά σε άλλο χρονικό ορίζοντα απ’ ότι η Δύση.

Ειδικότερα, η στρατηγική του μπορεί να ερμηνευθεί με αναφορά σε τρία διαφορετικά επίπεδα που συνδέονται και ενισχύουν το ένα το άλλο: την εκτίμηση ότι η σχετική ισχύς και η πολιτική συνοχή των ΗΠΑ τείνουν να υποχωρούν, την πεποίθηση ότι οι οικονομικές, τεχνολογικές και γεωπολιτικές δυνατότητες της ίδιας της Κίνας εξακολουθούν να συσσωρεύονται, και την αντίληψη της επιτυχίας ως μία έκβαση που δεν προϋποθέτει απαραίτητα την άμεση ήττα ή εκτόπιση των Ηνωμένων Πολιτειών από την τάξη της Μεγάλης Δύναμης. Ο χρόνος μετατρέπεται έτσι για την Κίνα σε στρατηγικό πλεονέκτημα.

1

Σ’ αυτά πρέπει να προστεθεί ένας τέταρτος παράγοντας: η αποφυγή περιττού κόστους, την ώρα που οι ανταγωνιστές το επωμίζονται. Το πάθημα των ΗΠΑ στην Μέση Ανατολή σήμερα, με ιστορικές καταβολές στο Βιετνάμ, στο Ιράκ, στο Αφγανιστάν, μπορεί να μην έγινε μάθημα για την Αμερική, αποτελεί πάντως μάθημα υψηλού επιπέδου για την Κίνα.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η πορεία της Κίνας είναι ρόδινη. Η κινεζική οικονομία αντιμετωπίζει σοβαρά διαρθρωτικά προβλήματα. Το ΔΝΤ εκτιμά ότι ο ρυθμός ανάπτυξης θα υποχωρήσει από 5% το 2025 σε 4,5% το 2026 και θα συνεχίσει να επιβραδύνεται μεσοπρόθεσμα. Η εσωτερική ζήτηση παραμένει αδύναμη, η κρίση στην αγορά ακινήτων δεν έχει επιλυθεί, το υψηλό χρέος επιβαρύνει τις τοπικές κυβερνήσεις, η δημογραφική γήρανση μειώνει το εργατικό δυναμικό, η αύξηση της παραγωγικότητας επιβραδύνεται και οι αποδόσεις των επενδύσεων φθίνουν.

Υπάρχει, επομένως, ισχυρός αντίλογος στον ισχυρισμό ότι η Κίνα έχει κατά κάποιον τρόπο ξεφύγει από τις αντιφάσεις που συνοδεύουν την καπιταλιστική ανάπτυξη. Αντίθετα, έχει υποκύψει σε μερικές από τις εγγενείς αντιφάσεις του συστήματος όπως τις υπερβολικές επενδύσεις και την κερδοσκοπία στα ακίνητα, το υψηλό χρέος των περιφερειακών αρχών που στηρίζεται από την κεντρική τράπεζα, την ασθενή κατανάλωση των νοικοκυριών. Το πρόβλημα, ίσως, να εντοπίζεται στην στρατηγική να επιτρέπεται η καπιταλιστική συμπεριφορά μόνο μέχρι σ’ ένα ορισμένο τοπικό ή περιφερειακό επίπεδο και από εκεί και πέρα, ο έλεγχος να περνά στα κέντρα πολιτικής εξουσίας—οπότε και δημιουργούνται αντιφάσεις.

Η κύρια διαφορά με την Δύση, όμως, βρίσκεται αλλού. Αυτά τα προβλήματα δεν οδηγούν αναγκαστικά και άμεσα σε αλλαγή της οικονομικής και πολιτικής στρατηγικής. Ως ένα αυταρχικό καθεστώς το Πεκίνο διατηρεί σημαντική δυνατότητα να απορροφά οικονομικό κόστος, να ανακατευθύνει κεφάλαια και να θέτει στόχους σε χρονικούς ορίζοντες πολύ μεγαλύτερους από εκείνους που συνήθως επιβάλλουν οι εκλογές, οι χρηματοπιστωτικές αγορές ή τα τριμηνιαία εταιρικά αποτελέσματα από τα οποία εξαρτάται ο καπιταλισμός του 21ου αιώνα, οδηγώντας τον νομοτελειακά σε νέα κρίση.

Σε άρθρο του (The Long Game: China’s Grand Strategy to Displace American Order, 2/8/2021) ο Rush Doshi προσδιορίζει φάσεις στρατηγικής εξέλιξης της Κίνας που σε μεγάλο βαθμό εξηγούν την σημερινή εικόνα. Η θέση του είναι ότι η Κίνα δεν ακολούθησε μία και αμετάβλητη στρατηγική, αλλά πέρασε από τρεις διαδοχικές φάσεις, καθεμία από τις οποίες αντανακλούσε την δική της εκτίμηση της αμερικανικής ισχύος. Από το 1989 έως περίπου το 2008, μετά τον Πόλεμο του Κόλπου και την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, το Πεκίνο θεωρούσε την αμερικανική ισχύ συντριπτική και επικεντρώθηκε στην «στόμωση» της (blunting), δηλαδή στην μείωση των δικών του αδυναμιών, στην ένταξη του στην διεθνή τάξη (π.χ. στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου) και στην σιωπηλή συσσώρευση ισχύος.

Στην συνέχεια, ερμηνεύοντας την χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 ως ένδειξη εξασθένησης της αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας, το Πεκίνο πέρασε στην διαδικασία της σταδιακής ανάπτυξης της δικής του ισχύος («building»). Δηλαδή, στην δημιουργία περιφερειακών θεσμών, οικονομικών δικτύων και δυνατοτήτων (π.χ. το Road & Belt Initiative) ικανών να στηρίξουν μία τάξη πιο ευνοϊκή για την ίδια. Η τρίτη φάση, μετά το Brexit, την πρώτη εκλογή του Τραμπ και την δυτική αντίδραση στην πανδημία του covid, συνεπάγεται την «επέκταση» («expansion»), όπου η Κίνα εφαρμόζει σε παγκόσμια κλίμακα τόσο το blunting όσο και το building, επεκτεινόμενη μάλιστα πλέον εκτός της Ασίας.

Η ακολουθία αυτή δείχνει ότι η Κίνα περιμένει, περιμένοντας, όμως, ταυτόχρονα μεταβάλλει την ισορροπία. Αξιοποιεί τις ευκαιρίες που δημιουργεί η υπάρχουσα διεθνής τάξη, οικοδομεί δυνατότητες μέσα σε αυτήν και αλλάζει τη συμπεριφορά της όταν κρίνει ότι η σχετική κατανομή ισχύος έχει μεταβληθεί αρκετά υπέρ της. Οι φάσεις του Doshi προσφέρουν, επομένως, ένα ιστορικό πλαίσιο για το πώς το Πεκίνο συνδυάζει την υπομονή με τη συνεχή δράση.

Το εξωτερικό περιβάλλον με τις μεταβολές της ισχύος των ΗΠΑ προσδιορίζει φυσικά σε μεγάλο βαθμό τις κινήσεις της Κίνας. Παρακολουθεί, δηλαδή, την κατεύθυνση της μεταβολής. Η κινέζικη ηγεσία διακρίνει ένα πολωμένο πολιτικό σύστημα, ασυνέχεια στρατηγικής και πολιτικής από κυβέρνηση σε κυβέρνηση, υψηλές δημοσιονομικές πιέσεις, στρατιωτικές δεσμεύσεις σε πολλαπλά μέτωπα και – ιδιαίτερα τώρα με την β’ θητεία του Τραμπ– υποχώρηση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς. Για την Κίνα αυτές οι εξελίξεις έχουν μεγαλύτερη σημασία από την στρατιωτική ισχύ των ΗΠΑ ή τον λογιστικό πλούτο που δημιουργείται στα χρηματιστήρια.

Η συσσώρευση της κινεζικής ισχύος αποτελεί την «απάντηση» στην εκτίμηση αυτή για τις ΗΠΑ. Όπως υπογραμμίζει ο Steve Tsang σε άρθρο του (“What the West fails to grasp about China’s strategy to lead the world”, 14/9/2026) η στρατηγική αυτή έχει την βάση της στους φιλόδοξους στόχους που καθιέρωσε ο Xi Jinping με την διαφορά πως ο ορίζοντάς τους μετριέται σε δεκαετίες.

Πολύ απλά και ξεκάθαρα, η τεχνολογία, η μεταποιητική ικανότητα, οι υποδομές, η στρατιωτική ισχύς, τα εμπορικά δίκτυα και η παγκόσμια επιρροή, με αρχή τον Παγκόσμιο Νότο, αναπτύσσονται με χρονικό ορίζοντα που φθάνει έως την εκατονταετηρίδα της Λαϊκής Δημοκρατίας το 2049. Η άμεση μετωπική ήττα των ΗΠΑ δεν είναι στους στόχους.

Σε πολύ πρόσφατο άρθρο του (“Why Beijing isn’t taking the bait with Trump”, 9/9/ 2026) ο Ryan Hass υποστηρίζει πως το Πεκίνο θεωρεί τον στρατηγικό ανταγωνισμό με την Ουάσιγκτον μακροχρόνιο και, επομένως, δίνει μεγαλύτερη βαρύτητα στην ενίσχυση της μακροπρόθεσμης θέσης της Κίνας παρά στην επίτευξη προσωρινών συμφωνιών με έναν συγκεκριμένο Αμερικανό πρόεδρο.

Ο Hass υποστηρίζει ρητά ότι η Κίνα επιδιώκει να κερδίσει χρόνο, ώστε να αυξήσει την ικανότητά της να αντέχει σε μελλοντικές αμερικανικές πιέσεις. Αυτή η εκτίμηση εξηγεί γιατί η Κίνα δεν έχει διόλου ανταποκριθεί σε πολιτικές του Τραμπ που είναι σχετικά ευνοϊκές για το Πεκίνο. Απλώς, η κινεζική ηγεσία δεν θεωρεί ότι αυτές αντιπροσωπεύουν μία μόνιμη αλλαγή της αμερικανικής στρατηγικής.

Η Κίνα, εξάλλου, αντιλαμβάνεται το νόημα της νίκης διαφορετικά από τις ΗΠΑ—όχι κατά την «σύμβαση» της Δύσης. Η άποψη του Xi Jinping (που ουσιαστικά εδράζεται στην στρατηγική του Deng Xiaoping από το …1978) είναι πως η θέση της Κίνας βελτιώνεται σε βάρος των ΗΠΑ και της Ευρώπης όταν η Ουάσιγκτον δεν θα μπορεί πλέον να καθορίζει μόνη της τους κανόνες του διεθνούς συστήματος και να κυριαρχεί στους θεσμούς τους— οπότε η σχετική θέση της Κίνας μπορεί να βελτιώνεται χωρίς μία αποφασιστική αναμέτρηση.

Τέλος, υπάρχει η αποφυγή περιττού κόστους.. Οι μεγάλες δυνάμεις δεν εξασθενούν μόνο επειδή κάποιοι άλλοι γίνονται ισχυρότεροι. Μπορούν να εξασθενήσουν επειδή καταναλώνουν πόρους, πολιτικό κεφάλαιο και στρατιωτικές δυνατότητες σε συγκρούσεις που δεν βελτιώνουν τη μακροπρόθεσμη στρατηγική τους θέση. Ο Xi Jinping μπορεί να μην δέχεται την «Παγίδα του Θουκυδίδη», αλλά φαίνεται πως έχει μάθει πολλά από την εκστρατεία της Αρχαίας Αθήνας στις Συρακούσες.

Ο πόλεμος με το Ιράν αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του είδους του κόστους που η Κίνα αποφεύγει. Στο τέλος-τέλος θα βγει κερδισμένη άσχετα με την τελική έκβαση της σύγκρουσης: οι ΗΠΑ θα έχουν υποστεί ένα τεράστιο στρατιωτικό και πολιτικό κόστος – και μάλλον με μακρόχρονες αρνητικές στρατηγικές εξελίξεις.

Η λογική, επομένως, είναι σωρευτική. Εάν οι ανταγωνιστές καταναλώνουν πόρους, εάν οι κινεζικές δυνατότητες εξακολουθούν να αυξάνονται, εάν το Πεκίνο εκτιμά ότι η σχετική ισορροπία μετακινείται σταδιακά υπέρ του κι εάν η επιτυχία δεν απαιτεί μία άμεση αναμέτρηση, τότε δεν υπάρχει όφελος σε μία ανοιχτή σύγκρουση. Η στρατηγική υπομονή δεν είναι παθητικότητα—κι αυτό είναι ίσως κάτι που μπορεί να χρησιμεύσει και σ’ εμάς, στην Ελλάδα.

Η Κίνα μπορεί να επενδύει, να εκβιομηχανίζεται, να καινοτομεί, να οικοδομεί σχέσεις και να διευρύνει την επιρροή της, αποφεύγοντας ταυτόχρονα το δυνητικά καταστροφικό κόστος μίας προσπάθειας που έτσι κι αλλιώς δεν εντάσσεται στην δική της αίσθηση του Ιστορικού Χρόνου. Ο χρόνος μπορεί να λειτουργεί περισσότερο υπέρ της Κίνας παρά εναντίον της. Γι’ αυτό η Κίνα δεν βιάζεται.

 

Διαβάστε επίσης 

Εκπαίδευση 2030: Γνώση, ευκαιρίες και ανάπτυξη

Πολεοδομία — όπως ΟΠΕΚΕΠΕ

Ντόρα στον καλαμώνα

Comments
Ακολουθήστε το mononews.gr στο Google News και ενημερωθείτε πρώτοι.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Η Κίνα ανοίγει ξανά την πόρτα στη Nvidia – Πράσινο φως για αγορές από Alibaba και ByteDance
ΗΠΑ – Κίνα: Σχέδιο αμοιβαίας μείωσης δασμών ύψους 30 δισ. δολαρίων – Ξεκινά ο διάλογος για την ΤΝ
Η Κίνα ανοίγει την πόρτα στον αμερικανικό άνθρακα μετά την συνάντηση Τραμπ – Σι – Συμφωνία για 10 εκατ. τόνους

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Ό,τι έχω ζήσει ΔΕΝ το έχει πει η Βίσση. Και λοιπόν;
Εκπαίδευση 2030: Γνώση, ευκαιρίες και ανάπτυξη
Πολεοδομία — όπως ΟΠΕΚΕΠΕ
Ντόρα στον καλαμώνα
Τα διεθνή κεφάλαια, η συνέχεια Μητσοτάκη και η αποστροφή Τσίπρα
Όταν ο υπουργός δεν λέει «συγγνώμη, λάθος μου»
Τραμπ–Ερντογάν: Τι σημαίνει για την Ελλάδα ο λόγος της ισχύος
«Ή εμείς ή κανείς»: Σταματήστε να τρομοκρατείτε την κάλπη με τη θεωρία του χάους
Περιβάλλον: Χάσαμε ήδη το παιχνίδι
Η επιλεκτική ακοή της Αλεξάνδρας Σδούκου