Η οικονομική κρίση στην Τουρκία έχει ελάχιστα συγκεντρώσει την προσοχή των Ελλήνων αναλυτών, ίσως επειδή κρίνεται πως ένα αυταρχικό κράτος μπορεί να ελέγξει τις επιπτώσεις μίας κρίσης.
Είναι, όμως, έτσι ή βρίσκεται η Τουρκία του Ερντογάν σε σημείο οικονομικής καμπής που θα μπορούσε να έχει επιπτώσεις και στην πολιτική; Διότι η κρίση των funds ήρθε σε μία στιγμή κατά την οποία η σταθεροποίηση της οικονομίας που επιχειρεί ο υπουργός Οικονομικών Mehmet Simsek, σε συνεργασία με την Κεντρική Τράπεζα, βρίσκεται ακόμη μακριά από τον στόχο της, ενώ η οικονομία εξαρτάται από την εμπιστοσύνη των ξένων δανειστών.
Το μακροοικονομικό περιβάλλον παρουσιάζει αντιθέσεις: ο πληθωρισμός τον Αύγουστο εξακολουθούσε να βρίσκεται στο 31,5%, ενώ το βασικό επιτόκιο της Κεντρικής Τράπεζας παραμένει στο 37%. Η ίδια η Κεντρική Τράπεζα προβλέπει περίπου 28% πληθωρισμό στο τέλος του 2026 και 15% στο τέλος του 2027. Σε αντίθεση, ο ρυθμός ανάπτυξης είναι υψηλός, στο 3%-4% —ανάλογα με τον οργανισμό— και, παραδόξως για μία χώρα που εξαρτάται από εισαγωγές ενέργειας και ενδιάμεσων αγαθών και είναι ευάλωτη στη μετακύλιση της υποτίμησης στις τιμές των εισαγωγών, το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών ως ποσοστό του ΑΕΠ είναι μικρό, στο 1,4%.
Αυτή η ανάπτυξη χρηματοδοτείται από τη μείωση της αποταμίευσης, που, μαζί με τα οικογενειακά αποθέματα σε χρυσό —μέσω του wealth effect—, έχουν κρατήσει την κατανάλωση σε υψηλά επίπεδα. Οι επενδύσεις λόγω της ανοικοδόμησης μετά τους σεισμούς έχουν επίσης συνεισφέρει, ενώ η δημοσιονομική πολιτική, αν και κάπως αυστηρότερη το 2025 σε σύγκριση με το 2024 —το γενικό κυβερνητικό έλλειμμα ήταν περίπου 3,5% του ΑΕΠ—, έχει παίξει και αυτή τον ρόλο της. Τέλος, υπάρχουν εισροές ξένων κεφαλαίων, σε σημαντικό βαθμό άμεσων ξένων επενδύσεων με την μορφή του greenfield investment.
Το κρίσιμο γεγονός είναι ότι τα εξαιρετικά υψηλά επιτόκια δεν έχουν καταφέρει ακόμη να τιθασεύσουν τον πληθωρισμό και να ελέγξουν αποτελεσματικά την εσωτερική ζήτηση. Κι αυτή η μορφή ανάπτυξης είναι από τη φύση της ευάλωτη. Το ΔΝΤ έχει ήδη προβλέψει αποκλιμάκωση της ανάπτυξης στο 2,9%, καθώς η αντιπληθωριστική πολιτική δεν φαίνεται να αποδυναμώνεται. Κάποια στιγμή, η σύγκρουση πληθωρισμού και ανάπτυξης θα αναδείξει νικητή.
Το αδύνατο σημείο φαίνεται, λοιπόν, να επικεντρώνεται στον χρηματοπιστωτικό τομέα και δεν είναι διόλου σίγουρο πως οι φυλακίσεις ιδιοκτητών και μάνατζερ των funds είναι η λύση. Οι απαιτήσεις της οικονομίας —υψηλά επιτόκια, συγκράτηση της ζήτησης, δημοσιονομική πειθαρχία— έρχονται σε αντίθεση με τις πάγιες επιθυμίες του Ερντογάν: χαμηλά επιτόκια για φθηνό χρήμα, δάνεια, δημοσιονομική χαλάρωση.
Η αντίθεση μεταξύ οικονομίας και πολιτικής είναι σαφής. Και το πρόβλημα καθίσταται οξύτερο, διότι η Τουρκία πρέπει παράλληλα να αναχρηματοδοτεί μεγάλα ποσά παλαιού εξωτερικού χρέους: οι ακαθάριστες εξωτερικές χρηματοδοτικές ανάγκες ανήλθαν στο 16,5% του ΑΕΠ το 2025.
Προς το παρόν, η κρίση των funds δεν σηματοδοτεί μία γενικευμένη χρηματοπιστωτική κρίση. Σε συνδυασμό, όμως, με τις υψηλές ανάγκες εξωτερικής χρηματοδότησης, τον πεισματικά υψηλό πληθωρισμό και τη στρεβλή μορφή ανάπτυξης, η πορεία της τουρκικής οικονομίας εξαρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό από τις εισροές ξένων κεφαλαίων και από την εμπιστοσύνη των ξένων επενδυτών στον Simsek — σχεδόν προσωπικά.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το νευραλγικό σημείο της κρίσης των funds: επίσημα, η θέση είναι πως οι αποτιμήσεις των στοιχείων του ενεργητικού γίνονταν στη βάση του mark to market. Από την άλλη πλευρά, όμως, η ίδια η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς της Τουρκίας (SPK) αναγνώρισε ότι υπήρχαν πρακτικές αποτίμησης που μπορούσαν να δημιουργήσουν τεχνητή ή πλασματική καθαρή αξία ενεργητικού — net asset value (NAV). Τον Ιούλιο του 2026 άλλαξε τους κανόνες, ώστε ορισμένα διαπραγματεύσιμα fund units να αποτιμώνται στη χρηματιστηριακή τιμή και όχι σε υπολογιζόμενη καθαρή αξία ενεργητικού, ακριβώς για να περιοριστεί η δυνατότητα της «fictional valuation».
Το κρίσιμο θέμα, τελικά, αφορά την ικανότητα ρευστοποίησης. Διόλου τυχαία, οι σχετικές αναφορές στα δύο μεγάλα funds, Pusula και Tera, μιλούν ακριβώς για πολύ συγκεντρωμένες θέσεις σε εταιρείες με περιορισμένο free float και μικρή εμπορευσιμότητα. Και τίποτα δεν κλονίζει την εμπιστοσύνη των αγορών όσο η συγκέντρωση του ρίσκου και η δυσκολία ρευστοποίησης.
Το συμπέρασμα είναι πολιτικό και όχι οικονομικό. Ο Ερντογάν δεν έχει το περιθώριο να χάσει την εμπιστοσύνη των ξένων επενδυτών χωρίς να υποστεί τεράστια ζημιά στην οικονομία. Ήδη το κόστος δανεισμού είναι υψηλό: 6,5% για το διετές κρατικό ομόλογο σε δολάρια, 7,1% για το πενταετές και 7,6% για το δεκαετές. Παράλληλα, οι ακαθάριστες εξωτερικές χρηματοδοτικές ανάγκες του κράτους, των τραπεζών και του ιδιωτικού τομέα αυξάνονται από το 16,5% του ΑΕΠ το 2025 στο 18,2%-18,3% την επόμενη διετία.
Όσο υπάρχει εμπιστοσύνη, οι ξένες τράπεζες θα συνεχίζουν να ανανεώνουν τα δάνεια προς τις τουρκικές τράπεζες και επιχειρήσεις, οι επενδυτές θα συνεχίζουν να αγοράζουν τουρκικά assets και οι καταθέτες δεν θα μετακινούνται μαζικά προς το δολάριο. Αν η εμπιστοσύνη χαθεί, το σύστημα δεν θα λειτουργεί. Και δεν χρειάζεται να διακοπεί η χρηματοδότηση. Αρκεί απλώς να μειωθεί αισθητά η ανακύκλωσή της — το roll-over
Διαβάστε επίσης
Η επάρκεια στην επερχόμενη κρίση θα κρίνει τις εκλογές
Αντί για το Κέρας της Αμάλθειας βρήκαμε το Κουτί της Πανδώρας
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Jumbo: Στήνεται το πρώτο κατάστημα στον Καναδά – Το «Coming Soon» στο Τορόντο
- Επίδομα παιδιού Α21 – Ποιοι θα πάρουν έως 560 ευρώ στις 30 Σεπτεμβρίου
- Δημοσκοπήσεις: Το «φάντασμα» της αυτοδυναμίας, η κατανομή των εδρών και η πιθανότητα για μετεκλογικές συνεργασίες
- Τιμές ενέργειας: Ρεκόρ 20 μηνών στη χονδρεμπορική με 211,76 ευρώ/MWh – Ντόμινο εξελίξεων