Είναι ναι πλέον ξεκάθαρο πως η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη προετοιμάζεται όσο γίνεται πιο έγκαιρα και σοβαρά για την κατά πάσα πιθανότητα γενικευμένη κρίση που έρχεται. Η δημοσιονομική οχύρωση είναι άριστη, η προετοιμασία για τον πληθωρισμό είναι έγκαιρη.
Η κρίση θα είναι ταυτόχρονα οικονομική και γεωπολιτική. Στόχος της σημερινής κυβέρνησης είναι να ελαχιστοποιήσει τις επιπτώσεις της και να εμποδίσει την προέκτασή της σε περιφερειακό επίπεδο, ειδικά στην περιοχή όπου άμεσα συγκρούονται η νομιμότητα των βλέψεων και των θέσεων της Τουρκίας και της χώρας μας.
Το ευρύτερο περιβάλλον παραμένει ρευστό. Είναι, όμως, επίσης ξεκάθαρο πως οι αγορές ακολουθούν τη δική τους λογική, εμμένοντας στην άποψη πως κυρίως οι επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη (ΤΝ) θα αποδώσουν, οπότε, παρά τα κάποια σκαμπανεβάσματα στα χρηματιστήρια που προέρχονται κυρίως από την άνοδο της τιμής του πετρελαίου, η βασική αισιοδοξία μεγάλου μέρους των επενδυτών δεν μετριάζεται. Ταυτόχρονα, δεν είναι και ευκαταφρόνητα λίγοι όσοι ανησυχούν για τους κινδύνους που διαγράφονται, οπότε αυτό συνεισφέρει σημαντικά στην εξήγηση της ανόδου των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων.
Μιλάμε για μία παράδοξη τριπλέτα — χωρίς προηγούμενο και χωρίς θεωρητική οικονομική βάση: οι τιμές των μετοχών, του πετρελαίου και οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων αυξάνονται ταυτόχρονα. Αυτό κι αν δεν υποδηλώνει αλλαγή στην ανθρώπινη συμπεριφορά, αυτό κι αν δεν υπονομεύει τα θεμέλια του νεοφιλελευθερισμού — δηλαδή τη θεωρία των λογικών προσδοκιών — αυτό κι αν δεν σηματοδοτεί πως, σε παγκόσμιο επίπεδο, έχουμε περάσει σε αχαρτογράφητα νερά.
Οι περισσότεροι βλέπουν την κρίση πρωταρχικά από την πλευρά της οικονομίας — σε πρώτο, ορατό επίπεδο, το ακριβό πετρέλαιο και η αρνητική επίπτωση της κλιματικής κρίσης στην παραγωγή τροφίμων ασκούν ήδη διπλή πίεση που οδηγεί στην επιτάχυνση του πληθωρισμού. Παρά ταύτα, οι χρηματιστηριακές αγορές δεν δείχνουν να πτοούνται. Δύσκολα υπάρχει προηγούμενο όπου η σχεδόν ταυτόχρονη αύξηση των επιτοκίων από τις κεντρικές τράπεζες των ΗΠΑ (Fed) και της Ε.Ε. (ΕΚΤ) πέρασε σχεδόν αβρόχοις ποσί.
Οι ανισορροπίες στην παγκόσμια οικονομία, όμως, είναι διαρθρωτικές, χωρίς να προκύπτει από πουθενά έστω ένδειξη πολιτικής βούλησης για την αντιμετώπισή τους, οπότε αργά ή γρήγορα θα ξεσπάσει η κρίση και σε δεύτερο επίπεδο — το χρηματιστηριακό κι εκείνο του τραπεζικού συστήματος.
Η κρίση σοβεί, λοιπόν, και το ερώτημα αφορά την αφορμή για το ξέσπασμά της. Η μεγάλη πλειοψηφία των αναλυτών επικεντρώνεται πλέον στο γεωπολιτικό πεδίο. Μία σύγκρουση ΗΠΑ–Κίνας, ακόμη και με αντικείμενο την Ταϊβάν, δεν συγκαταλέγεται πλέον στα σοβαρά σενάρια. Κόμβοι σοβαρού κινδύνου είναι τα δύο πολεμικά αδιέξοδα: Ρωσίας–Ουκρανίας και ΗΠΑ–Ιράν. Ο λόγος είναι απλός: και οι δύο εμπλεκόμενες μεγάλες δυνάμεις δεν έχουν όχι στρατηγική, αλλά ούτε καν σημείο εξόδου, χωρίς να υποστούν ανεπανόρθωτες για τις ηγεσίες τους αρνητικές πολιτικές επιπτώσεις. Και οι δύο, λοιπόν, θα έχουν την τάση να προβούν σε κάποιας μορφής «μεγαλειώδη» — οπότε και νομοτελειακά επικίνδυνη για την παγκόσμια κοινότητα — πράξη.
Σημείο ανάφλεξης θα μπορούσαν να αποτελέσουν οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ τον Νοέμβριο — είτε πριν από τη διεξαγωγή τους, με μία ακόμη απέλπιδα κίνηση του Τραμπ να μην τις χάσει πολιτικά, είτε μετά, οπότε μπορεί να δοκιμάσει τα όρια της εκτελεστικής εξουσίας απέναντι σε ενδεχόμενη ανάκτηση από τους Δημοκρατικούς του ελέγχου της Βουλής ή/και της Γερουσίας και τατυτόχρονα να εμποδίζει την άνοδο αντιπάλων του στην προοεδρία το 2028.
Όσο για τη Ρωσία, θα συνεχίσει να δοκιμάζει την ετοιμότητα της Ευρώπης να υπερασπιστεί τον εαυτό της και να εξετάζει σε ποιο σημείο η συνεχιζόμενη άνοδος της ακροδεξιάς την ευνοεί ή αν θα χρειαστούν πρόσθετα μέτρα που να της αποφέρουν οφέλη.
Στο περιβάλλον αυτό είναι σοβαρό το ενδεχόμενο οι εκλογές του 2027 στη χώρα μας να κριθούν από την επάρκεια της κυβέρνησης να διαχειριστεί την πολύμορφη κρίση. Με άλλα λόγια, η πρόθεση ψήφου, με ή χωρίς αναγωγή, έχει πολύ λιγότερη σημασία από δύο άλλα ευρήματα των δημοσκοπήσεων. Συγκεκριμένα, το 48% των πολιτών που πιστεύει πως οι εξαγγελίες του πρωθυπουργού στη Θεσσαλονίκη θα υλοποιηθούν και το 53% των πολιτών που δήλωσε πως λίγο-πολύ ανέμενε τι θα πει στη ΔΕΘ ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Αν στα δύο αυτά ευρήματα προστεθεί το ισχυρό προβάδισμα του Μητσοτάκη στην καταλληλότητά του ως πρωθυπουργού και το γεγονός πως οι διαρροές από το ΠΑΣΟΚ στη Ν.Δ. είναι τριπλάσιες από την αντίστροφη κίνηση, καθίσταται ηλίου φαεινότερο πως οι εκλογές θα παιχτούν στο πεδίο της αξιοπιστίας και όχι της δημοφιλίας. Στο πεδίο της διαχείρισης κρίσεων και όχι των προσώπων. Στο πεδίο της επάρκειας των μηχανισμών και όχι στην ύπαρξή τους.
Και ίσως εδώ βρίσκεται η πραγματική πολιτική δοκιμασία που έρχεται. Οι κρίσεις δεν κρίνονται από τις εξαγγελίες ούτε από τις δημοσκοπήσεις, αλλά από την ικανότητα του κράτους να αντιδρά όταν τα δεδομένα ανατρέπονται. Σε αχαρτογράφητα νερά, η αξιοπιστία παύει να είναι επικοινωνιακό πλεονέκτημα και γίνεται όρος πολιτικής επιβίωσης. Και τότε η επάρκεια δεν θα είναι μία ακόμη παράμετρος της ψήφου. Θα είναι το βασικό της κριτήριο.
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Rontis: Τα 90 χρόνια οικογενειακής παράδοσης, οι νέες επενδύσεις και η αλλαγή σκυτάλης
- Θ. Τρύφων (ELPEN): Το όραμα για το Athens Life Park, το πλάνο για τις ΗΠΑ, τα funds και η Κερατέα
- e-ΕΦΚΑ: Τέλος στην ετήσια εκκαθάριση εισφορών από το 2027 για 350.000 ασφαλισμένους
- Γιατί το Μέγαρο Μαξίμου «τράβηξε» το αυτί του Φρέντη Μπελέρη;