Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Add mononews.gr on Google

Στην Αθήνα, όπου η κλασική αρχαιότητα αποτελεί αναπόδραστο οπτικό και πολιτισμικό υπόβαθρο, η Rachel Feinstein επιστρέφει στα αρχέτυπα της ελληνικής τέχνης για να μιλήσει για κάτι απολύτως σύγχρονο.

Στο επίκεντρο της πρώτης ατομικής έκθεσης της Αμερικανίδας καλλιτέχνιδας στην Ελλάδα, Fates, βρίσκεται η γυναικεία μορφή, η μνήμη, η εξουσία της εικόνας και ο τρόπος με τον οποίο η ομορφιά μπορεί να κρύβει τις πιο ανησυχητικές της αφηγήσεις.

1

Η έκθεση παρουσιάζεται στην Gagosian της Αθήνας από τις 24 Σεπτεμβρίου 2026 έως τις 9 Ιανουαρίου κοιτάζοντας προς την αρχαιότητα χωρίς να επιχειρεί να την αναπαραστήσει. Η Feinstein χρησιμοποιεί τα μορφολογικά και μυθολογικά της κατάλοιπα ως ένα είδος καθρέφτη. Mέσα τους αναζητά τις σύγχρονες αντιλήψεις για τη γυναικεία ταυτότητα, το σώμα, την επιθυμία και τα μνημεία.

Γεννημένη στο Fort Defiance της Αριζόνα και μεγαλωμένη στο Μαϊάμι, η Feinstein σπούδασε θρησκεία, φιλοσοφία και studio art στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης. Την ίδια χρονιά παρακολούθησε τη Skowhegan School of Painting and Sculpture στο Μέιν. Η σχέση της με τη γλυπτική διαμορφώθηκε μέσα από την επιρροή σημαντικών καλλιτεχνών και δασκάλων, μεταξύ των οποίων οι Judy Pfaff, Ursula von Rydingsvard και Kiki Smith.

Από τα πρώτα χρόνια της καριέρας της, η Feinstein κινήθηκε με άνεση ανάμεσα στο υψηλό και το λαϊκό, το ιστορικό και το φαντασιακό. Ήδη το 1994, σε μια ομαδική έκθεση στη Νέα Υόρκη, παρουσίασε ένα μεγάλο gingerbread house βασισμένο στο κάστρο της Ωραίας Κοιμωμένης, μέσα στο οποίο κοιμόταν καθ’ όλη τη διάρκεια της έκθεσης.

Το έργο περιέχει, σε πρώιμη μορφή, πολλά από τα στοιχεία που θα χαρακτηρίσουν τη μετέπειτα πρακτική της. Η έλξη προς το παραμύθι, η κατασκευή της ομορφιάς, η υπερβολή, αλλά και η διάθεση να υπονομεύσει εκ των έσω τις συμβάσεις που κάνουν ένα αντικείμενο «πολυτελές», «όμορφο» ή «υψηλό» έγιναν βασικός άξονάς της.

Η Feinstein έχει οικοδομήσει έκτοτε ένα ιδιαίτερο λεξιλόγιο γλυπτικής και εγκαταστάσεων, στο οποίο η αισθητική της πολυτέλειας του 18ου και 19ου αιώνα συναντά την kitsch υπερβολή, το ρομαντικό με το πορνογραφικό, το θαυμαστό με το καθημερινό. Η δουλειά της δεν ενδιαφέρεται τόσο για την καθαρή διάκριση ανάμεσα σε αυτές τις κατηγορίες όσο για την ένταση που δημιουργείται όταν συνυπάρχουν.

Οι Καρυάτιδες ως γυναικείες μορφές και αρχιτεκτονική

Στο κέντρο της έκθεσης βρίσκονται δύο Καρυάτιδες του 2026, οι οποίες αποτελούν ίσως την πιο άμεση συνομιλία της Feinstein με την ελληνική αρχαιότητα. Οι φυσικού μεγέθους μορφές κατασκευάστηκαν από τερακότα στο Porzellan Manufaktur Nymphenburg, το ιστορικό γερμανικό εργαστήριο κεραμικής που ιδρύθηκε στο Μόναχο τον 18ο αιώνα. Τοποθετημένες πάνω σε βάσεις και αρχιτεκτονικά κιονόκρανα, φθάνουν σε ύψος περίπου 2,40 μέτρων.

Η επιλογή της Καρυάτιδας δεν είναι τυχαία. Πρόκειται για μια μορφή στην οποία το ανθρώπινο σώμα και η αρχιτεκτονική συνυπάρχουν κυριολεκτικά. Η γυναίκα γίνεται στήριγμα, το σώμα μετατρέπεται σε κίονα, και η μορφή καλείται να σηκώσει το βάρος μιας κατασκευής.

Για τη Feinstein, αυτή η σύνδεση αποκτά και μια ευρύτερη συμβολική διάσταση. Οι Καρυάτιδες εκφράζουν τον τρόπο με τον οποίο οι γυναίκες στηρίζουν τον κόσμο και την κοινωνική του δομή.

Παράλληλα, τα γλυπτά διατυπώνουν ότι η Καρυάτιδα δεν είναι αποκλειστικά ένα αρχαιοελληνικό μοτίβο. Η μορφή της πέρασε από τη ρωμαϊκή τέχνη στην Αναγέννηση και τον νεοκλασικισμό, μεταμορφώθηκε και επανερμηνεύθηκε πολλές φορές. Η Feinstein συνομιλεί, μεταξύ άλλων, με το Fallen Caryatid Carrying Her Stone του Auguste Rodin, έργο του 1881–82, καθώς και με τη μικρού μήκους ταινία Les dites cariatides της Agnès Varda από το 1984.

Οι δικές της Καρυάτιδες, ωστόσο, δεν είναι παθητικές επαναλήψεις ενός κλασικού τύπου. Κάθε μία έχει ξεχωριστά χαρακτηριστικά, διαφορετική ενδυμασία και ένα αντικείμενο που λειτουργεί ως αναγνωριστικό στοιχείο, μεταφέροντας τη μορφή από το απρόσωπο αρχιτεκτονικό αρχέτυπο σε μια πιο συγκεκριμένη, σχεδόν θεατρική προσωπικότητα.

Η Helen παραπέμπει στην Ελένη της Τροίας και κρατά ένα μήλο, μια άμεση αναφορά σε μία από τις πιο αναγνωρίσιμες πτυχές του μύθου της. Η Petra, από την άλλη, αντλεί από την πρωταγωνίστρια της ταινίας Τα πικρά δάκρυα της Πέτρα φον Καντ (The Bitter Tears of Petra von Kant, 1972) του Rainer Werner Fassbinder. Έτσι, η αρχαία μυθολογία και η ιστορία του ευρωπαϊκού κινηματογράφου συναντώνται στην ίδια γλυπτική μορφή.

Η μεταμόρφωση αυτή είναι ουσιώδης για τη Feinstein. Η Καρυάτιδα γίνεται ταυτόχρονα αρχαία, νεοκλασική, κινηματογραφική και σύγχρονη. Είναι μνημείο, γυναίκα και χαρακτήρας, και, κυρίως, είναι μια εικόνα της γυναικείας παρουσίας που έχει κατασκευαστεί και επανακατασκευαστεί μέσα από στην ιστορία της τέχνης.

Ακόμη και η υλικότητα των έργων συμμετέχει σε αυτή τη διαδικασία. Η τερακότα είναι βαρύ υλικό και απαιτεί από τον γλύπτη να οργανώσει τη μορφή έτσι ώστε να παραμένει σταθερή. Το σώμα επομένως δεν είναι μόνο μια αναπαράσταση αλλά και μια δομική πραγματικότητα.

Οι στάσεις των Καρυάτιδων αναδεικνύουν το contrapposto και τις πτυχώσεις των ενδυμάτων, παραπέμποντας στις συμβάσεις της κλασικής μορφοπλασίας, ενώ τα παστέλ εφυαλωμένα χρώματα παραπέμπουν στην πραγματική πολυχρωμία των αρχαίων γλυπτών, υπενθύμιση ότι η εικόνα του λευκού, άχρωμου κλασικού αγάλματος είναι σε μεγάλο βαθμό προϊόν μεταγενέστερης αντίληψης.

Ένα παρελθόν που λειτουργεί σαν καθρέφτης

Ο διάλογος με την ελληνική αρχαιότητα συνεχίζεται στα ζωγραφικά έργα σε καθρέφτη. Η Feinstein αντλεί εδώ από τις μορφές και τα αρχιτεκτονικά στοιχεία των επιτύμβιων στηλών που σημάδευαν τους αρχαίους ελληνικούς τάφους.

Ο καθρέφτης εισάγει μια δεύτερη, πιο κυριολεκτική διάσταση στην έννοια της ανάμνησης. Το παρελθόν αντανακλά το παρόν, ενώ η ίδια η επιφάνεια του έργου γίνεται χώρος συνάντησης ανάμεσα σε αυτό που έχει χαθεί και σε αυτό που βρίσκεται μπροστά μας. Η ζωή και ο θάνατος, το παρόν και η μνήμη, η εικόνα και η αντανάκλασή της εμφανίζονται ως δύο όψεις της ίδιας κατασκευής.

Δίπλα σε αυτά παρουσιάζεται το Red (2026), ένα γλυπτικό ανάγλυφο που απεικονίζει έναν σκύλο ξαπλωμένο πάνω σε μια πλάκα. Το έργο δημιουργήθηκε στη μνήμη ενός φίλου της καλλιτέχνιδας και αποτέλεσε την αφετηρία για το ενδιαφέρον της γύρω από αυτού του είδους τα επιτάφια μνημεία.

Από τα αγγεία στην καθημερινότητα

Η έκθεση Fates περιλαμβάνει επίσης μια ομάδα κυκλικών έργων σε γκουάς, των οποίων τα θέματα παραπέμπουν στην εικονογραφία της αρχαίας κλασικής κεραμικής. Παράλληλα, μια σειρά γλυπτών βασίζεται στα σχέδια των αθηναϊκών μελανόμορφων και ερυθρόμορφων αγγείων.

Εδώ, η Feinstein κάνει ένα ακόμα βήμα. Παίρνει εικόνες που αναγνωρίζουμε ως φορείς της αρχαίας ελληνικής εικονογραφίας και τις μεταφέρει σε τρισδιάστατες μορφές. Τα σχέδια αναπτύσσονται γύρω από κοίλους όγκους σε σχήμα αμφορέα, μετατρέποντας το αγγείο από επιφάνεια αφήγησης σε γλυπτικό σώμα.

Τα υλικά αποκτούν και πάλι συμβολική σημασία. Η Feinstein χρησιμοποιεί χαλκό και τερακότα, συνδέοντας το πρώτο με τον Πατέρα Ουρανό και την αρρενωπότητα και το δεύτερο με τη Μητέρα Γη και τη θηλυκότητα.

Η μυθολογία, ωστόσο, δεν παρουσιάζεται ως ένας κόσμος αποκομμένος από την καθημερινή ζωή. Αντίθετα, αυτό που γοητεύει την καλλιτέχνιδα είναι ακριβώς ο τρόπος με τον οποίο ο μυθικός συμβολισμός ενσωματωνόταν σε εικόνες της καθημερινότητας, στους αθλητικούς αγώνες, την ενδυμασία, ή την ερωτική ζωή.

Με αυτή την έννοια, η έκθεση επιχειρεί να δείξει πόσο κοντά βρίσκεται ακόμη η αρχαιότητα στο παρόν ως ένα σύστημα εικόνων που συνεχίζει να επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε το σώμα, την ομορφιά, το φύλο και την επιθυμία.

Η Feinstein ενδιαφέρεται άλλωστε για την ίδια την πράξη της κατασκευής. Οι εικόνες της μπορεί να μοιάζουν πλούσιες, αισθησιακές, ακόμη και διακοσμητικές, όμως η ομορφιά τους δεν αποτελεί ποτέ το τελικό σημείο. Κάτω από την επιφάνεια υπάρχει η επίγνωση ότι κάθε αισθητική γλώσσα είναι και μια ιδεολογία, ένα σύνολο συμβάσεων δηλαδή που μας μαθαίνει τι να θεωρούμε όμορφο, υψηλό, επιθυμητό ή αξιομνημόνευτο.

Οι Καρυάτιδες της Fates στηρίζουν την ίδια την ιστορία των εικόνων και μαζί της τις αντιλήψεις, τις επιθυμίες και τις προσδοκίες που έχουν συσσωρευτεί για το γυναικείο σώμα.

Διαβάστε επίσης:

Ferrari Skins I Am In: Η μόδα ως δημιουργία μιας δεύτερης επιδερμίδας

Carry Me Home: Η Δήμητρα Κωνσταντινίδη υφαίνει τον Δούρειο Ίππο από τη νίκη στον εκτοπισμό 

Revisiting: Fernweh, ή νοσταλγία για άγνωστους τόπους: Η Συλλογή Ειρήνης Παναγοπούλου ταξιδεύει στο Λονδίνο