Η ομιλία Τσίπρα στη Θεσσαλονίκη είχε όλα τα απαραίτητα συστατικά μιας πολιτικής επιστροφής: μεγάλες λέξεις, κοινωνικές υποσχέσεις, παραγωγική ανασυγκρότηση, δικαιότερη φορολογία, καλύτερους μισθούς και, φυσικά, ένα νέο μοντέλο χώρας. Έλειπε μόνο εκείνη η ενοχλητική λεπτομέρεια που συνήθως χαλάει τις ωραίες πολιτικές αφηγήσεις: η πραγματικότητα.
Και η πραγματικότητα του 2026 είναι εξαιρετικά δύστροπη.
Η Ευρώπη αναπτύσσεται αναιμικά, οι πόλεμοι έχουν μετατρέψει την ενέργεια και το εμπόριο σε γεωπολιτικά όπλα, το δημογραφικό βαραίνει τις ευρωπαϊκές οικονομίες και η Ελλάδα εξακολουθεί να κουβαλά χαμηλή παραγωγικότητα, επενδυτικά κενά και ένα προβληματικό παραγωγικό μοντέλο.
Ο Τσίπρας τα γνωρίζει. Γι’ αυτό και αυτή τη φορά δεν εμφανίστηκε ως ο θυμωμένος αμφισβητίας του συστήματος, αλλά ως ο ώριμος πρώην πρωθυπουργός που ανακάλυψε τη δημοσιονομική υπευθυνότητα, την παραγωγικότητα και την ανάγκη επενδύσεων.
Η πολιτική, άλλωστε, διαθέτει εκπληκτικές αντιγηραντικές ιδιότητες: τα παλιά συνθήματα επιστρέφουν ως «νέο όραμα» και οι παλιές διαψεύσεις βαφτίζονται «πολύτιμη εμπειρία».
Το πρόβλημα όμως δεν είναι το παρελθόν του Τσίπρα. Είναι το μέλλον των εξαγγελιών του.
Κατώτατος μισθός 1.000 ευρώ, μέσος μισθός 1.800, φοροελαφρύνσεις, περισσότερα για Υγεία και Παιδεία, στεγαστική πολιτική, ενεργειακές παρεμβάσεις. Ωραία ακούγονται. Μόνο που οι μισθοί δεν αυξάνονται διαρκώς με κυβερνητικές ομιλίες και η παραγωγικότητα δεν ανεβαίνει με χειροκροτήματα.
Η Ελλάδα πράγματι χρειάζεται ένα διαφορετικό παραγωγικό μοντέλο. Χρειάζεται επίσης δικαιότερη κατανομή του πλούτου. Εκεί ο Τσίπρας αγγίζει πραγματικές πληγές.
Αλλά ανάμεσα στη διάγνωση και στη θεραπεία υπάρχει μια μικρή απόσταση που στην Ελλάδα συνηθίζουμε να αποκαλούμε διακυβέρνηση.
Και ο Αλέξης Τσίπρας, σε αντίθεση με έναν πρωτοεμφανιζόμενο πολιτικό, δεν δικαιούται να ισχυριστεί ότι δεν γνωρίζει πόσο μεγάλη είναι αυτή η απόσταση.