Το έδαφος για την είσοδό της στην ελληνική ξενοδοχειακή αγορά φαίνεται πως έχει πλέον προετοιμάσει η αμερικανική Highgate, ένας από τους μεγάλους διεθνείς παίκτες της φιλοξενίας, που εδώ και καιρό σκανάρει την Ελλάδα για επενδυτικές ευκαιρίες. Η αφορμή αυτή τη φορά έρχεται από τη λεωφόρο Αλεξάνδρας και το Athens Zafolia, με την ίδρυση νέας εταιρείας να αποτυπώνει την πρώτη ουσιαστική κίνηση του αμερικανικού ομίλου στην εγχώρια αγορά.
Συγκεκριμένα, πρόσφατα συστάθηκε η Zafolia Bidco ΜΑΕ, με μετοχικό κεφάλαιο 9,9 εκατ. ευρώ. Το κεφάλαιο εισέφερε η Zafolia HoldCo, εταιρεία συμμετοχών με έδρα το Παρίσι, η οποία συστάθηκε τον περασμένο Απρίλιο και ελέγχεται από την αμερικανική Highgate Capital. Η νεοσυσταθείσα εταιρεία εκπροσωπείται από τον William Graham Rumble, ενώ δικηγόροι της είναι η Papapolitis & Papapolitis. Η εταιρική κίνηση συνδέεται με την ολοκλήρωση της εξαγοράς του ξενοδοχείου από το Highgate Hospitality Fund, ιδρυτές του οποίου είναι οι Mahmoud και Mehdi Khimji.
Το Athens Zafolia έχει άλλωστε βρεθεί και στο παρελθόν στο επενδυτικό ραντάρ ξένων κεφαλαίων. Περίπου έναν χρόνο νωρίτερα, το Oaktree Capital Management είχε επιχειρήσει να αποκτήσει το ξενοδοχείο, χωρίς τελικά η προσπάθεια να καρποφορήσει, όπως φαίνεται.
Η ιστορία του ακινήτου πηγαίνει αρκετές δεκαετίες πίσω. Πρόκειται για το πρώην Nina Palace των αδελφών Μιχαηλίδη από το Κονγκό, το οποίο το 1978, έχοντας αντιμετωπίσει σοβαρά οικονομικά προβλήματα, εξαγοράστηκε από τον Αριστοτέλη Διβάνη. Αφού εξυγιάνθηκε, εισφέρθηκε σε ξενοδοχειακό συνεταιρισμό με τους αδελφούς Ζαφόλια και λειτούργησε ως Divani – Zafolia Alexandras. Ο συνεταιρισμός διαλύθηκε το 1986 και το ξενοδοχείο παρέμεινε στους αδελφούς Ζαφόλια.
Ποιοι είναι οι Αμερικανοί που μπαίνουν στην ελληνική ξενοδοχία
Η Highgate δεν αποτελεί άγνωστο όνομα στην ξενοδοχειακή αγορά, παρότι στη χώρα μας δεν έχει ακόμα παρουσία. Με περίπου τρεις δεκαετίες παρουσίας στον κλάδο, διαθέτει ένα γεωγραφικά διαφοροποιημένο χαρτοφυλάκιο εκατοντάδων ιδιόκτητων ή υπό διαχείριση ξενοδοχείων και δεκάδων χιλιάδων δωματίων στις ΗΠΑ, την Ευρώπη, την Καραϊβική και τη Λατινική Αμερική.
Το χαρτοφυλάκιό της εκτείνεται από αστικά ξενοδοχεία και ανεξάρτητα lifestyle και luxury properties μέχρι resorts, μονάδες full και select service και ξενοδοχεία μακράς διαμονής. Παράλληλα, έχει υλοποιήσει έργα κατασκευής και ανακαίνισης ξενοδοχείων άνω του 1,5 δισ. δολαρίων, ενώ βρίσκονται σε φάση εκτέλεσης ή σχεδιασμού κεφαλαιουχικά έργα ακόμη 1,2 δισ. δολαρίων.
Πίσω από τη Highgate βρίσκονται οι αδελφοί Mahmood και Mehdi Khimji, οι οποίοι ίδρυσαν την εταιρεία το 1988 και σήμερα παραμένουν Co-Chairmen του διοικητικού της συμβουλίου. Σε διάστημα σχεδόν τεσσάρων δεκαετιών μετέτρεψαν τη Highgate σε έναν από τους σημαντικούς παίκτες του διεθνούς real estate και της ξενοδοχειακής αγοράς, με δραστηριότητα που εκτείνεται από τις επενδύσεις και τις εξαγορές έως τη διαχείριση και ανάπτυξη ξενοδοχειακών ακινήτων.
Ο Mahmood Khimji, ιδρυτικό στέλεχος και Co-Chairman, συμμετέχει στην ανάπτυξη της Highgate από την πρώτη ημέρα λειτουργίας της. Πριν από την ίδρυση της εταιρείας ασκούσε τη δικηγορία, ενώ στη συνέχεια ανέλαβε σειρά διοικητικών θέσεων σε εταιρείες του χρηματοοικονομικού και ξενοδοχειακού κλάδου, μεταξύ των οποίων οι Morgans Hotel Group και Playa Hotels & Resorts.
Ο Mehdi Khimji, Managing Principal, συνιδρυτής και Co-Chairman, έχει περισσότερο επενδυτικό προφίλ. Τα τελευταία 25 χρόνια έχει συμμετάσχει ενεργά σε εξαγορές, χρηματοδοτήσεις και πωλήσεις ακινήτων συνολικής αξίας άνω των 10 δισ. δολαρίων. Με έδρα το Λονδίνο, είναι εκείνος που ηγείται της ευρωπαϊκής στρατηγικής ανάπτυξης της Highgate, στοιχείο που αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον τώρα που ο όμιλος επιχειρεί το άνοιγμά του και στην ελληνική ξενοδοχειακή αγορά.
Η Ελλάδα βρισκόταν ήδη στο μικροσκόπιο των επιτελών της. Ο Nicholas Mellis, Vice President Acquisitions της Highgate, είχε δηλώσει στο R&R Hospitality Forum του 2024 ότι η εταιρεία εξετάζει τη χώρα ως όχημα περαιτέρω επέκτασης στη Μεσόγειο, τόσο σε αστικά ξενοδοχεία όσο και σε resorts. Στο στόχαστρο βρίσκονται ευκαιρίες σε όλο το φάσμα από δύο έως πέντε αστέρια, με το μεγαλύτερο ενδιαφέρον να επικεντρώνεται στις τετράστερες μονάδες.
Πρόσφατο δείγμα της επενδυτικής της δραστηριότητας στη Νότια Ευρώπη ήταν το deal του 2025 για το πεντάστερο Hilton Porto Gaia στην Πορτογαλία. Η Highgate απέκτησε το ξενοδοχείο των 194 δωματίων μαζί με τη γαλλική Extendam, συνεχίζοντας παράλληλα τη διαχείρισή του στο πλαίσιο συμφωνίας franchise με τη Hilton.
Η άφιξη της Highgate έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η Αθήνα εξακολουθεί να προσελκύει διεθνείς ξενοδοχειακούς ομίλους. Παράγοντες της αγοράς εκτιμούν ότι υπάρχει χώρος για τουλάχιστον δέκα ακόμη διεθνή brands, που θα μπορούσαν να ενισχύσουν περαιτέρω τη θέση της ως city break προορισμού. Σήμερα στην Αττική καταγράφονται 18 διεθνείς ξενοδοχειακές αλυσίδες με 34 brands, με τη μεγαλύτερη συγκέντρωση των αλυσιδωτών μονάδων να εντοπίζεται στις κατηγορίες τεσσάρων και πέντε αστέρων.
Διαβάστε επίσης:
Έλληνες εφοπλιστές: Το μεγάλο «cash out» στα τάνκερ και οι υπεραξίες εκατομμυρίων
Star Bulk (Πέτρος Παππάς): Στην τελική ευθεία η εισαγωγή της στο Χρηματιστήριο με dual listing
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Λεωφορεία: Από μέρα σε μέρα η ανακοίνωση των ονομάτων που θα φοιτήσουν στη Σχολή Οδηγών της ΟΣΥ
- ΔΕΗ: Τα πάνω κάτω στην αγορά φέρνει η κίνηση ματ του Γώργου Στάσση με το μπλε τιμολόγιο
- Γραμμή 1: Θέμα ημερών η εμπορική λειτουργία του πρώτου ανακατασκευασμένου συρμού – Πότε θα παραδοθούν οι υπόλοιποι
- Star Bulk (Πέτρος Παππάς): Όλα τα μυστικά για το dual listing στην Αθήνα, την ΑΜΚ των 100 εκατ. ευρώ και τη σημασία για τους Έλληνες επενδυτές
Μοιραστείτε την άποψή σας
ΣχόλιαΓια να σχολιάσετε χρησιμοποιήστε ένα ψευδώνυμο. Παρακαλούμε σχολιάζετε με σεβασμό. Χρησιμοποιείτε κατανοητή γλώσσα και αποφύγετε διατυπώσεις που θα μπορούσαν να παρερμηνευτούν ή να θεωρηθούν προσβλητικές. Με την ανάρτηση σχολίου, συμφωνείτε να τηρείτε τους Όρους του ιστότοπου contact Δημιουργήστε το account σας εδώ, για να κάνετε like, dislike ή report ακατάλληλα/προσβλητικά σχόλια.