Κατά κανόνα, ούτε μία λέξη ούτε ένα γεγονός κρίνουν έναν άνθρωπο. Έλα, όμως, που… κατά κανόνα, όλοι οι κανόνες έχουν εξαιρέσεις! Τότε μία λέξη ή ένα γεγονός μπορεί να κρίνει τον άνθρωπο.
Χθες, 10 Ιουλίου, στη Βουλή, ο πρωθυπουργός κυριολεκτικά ξεμπρόστιασε τον Νίκο Ανδρουλάκη και, ίσως, δεν ενταφίασε, αλλά έβαλε μία βαριά πέτρα στην πλάτη του ελληνικού λαϊκισμού. Στην ουσία, ο Κυριάκος Μητσοτάκης είπε στον Νίκο Ανδρουλάκη πως ο πολίτης δεν είναι μονίμως αδικημένος από τη διεφθαρμένη ελίτ, όπως εκείνος ισχυρίζεται. Τα ξένα κέντρα δεν επιδιώκουν διαρκώς να τον υποτάξουν. Όσο, δε, κι αν ο λαϊκισμός είναι συμβατός με το πελατειακό σύστημα, η υπόσχεση παροχών χωρίς αντίκρισμα στο κόστος —που τελικά πληρώνει ο ίδιος ο πολίτης— δεν θα έχει πλέον πέραση.
Ιστορικά, ο λαϊκισμός έχει συχνά ταλαιπωρήσει τη χώρα μας. Στη σύγχρονη μεταπολεμική εποχή τη σημάδεψε βαθιά. Κι ας μην εθελοτυφλούμε: η ευθύνη βαρύνει τη Δεξιά και την Αριστερά. Η πρώτη με την ανοχή της —παράδειγμα τρανό η κυβέρνηση Κώστα Καραμανλή, παράδειγμα το εκκολαπτόμενο κόμμα του Αντώνη Σαμαρά. Η δεύτερη με την πρακτική της, που έφτασε στο σημείο να κλονίσει τα θεμέλια της δημοκρατίας —παράδειγμα αξέχαστο, σημάδι βαθύ και ανεξίτηλο, η κυβέρνηση Αλέξη Τσίπρα.
Το ΠΑΣΟΚ θεωρήθηκε πως γεννήθηκε από τον λαϊκισμό και πως οι πολιτικές του τον λαϊκισμό αντανακλούσαν. Η απλοποίηση είναι καταφανώς άδικη. Ο λαϊκισμός του Ανδρέα Παπανδρέου εμπεριείχε έναν σκληρό πυρήνα πραγματικής και ουσιαστικής ανταπόκρισης σε σαφή και κοινωνικά ορθά λαϊκά αιτήματα. Η διαφθορά του Άκη Τσοχατζόπουλου δεν μπορεί να θεωρηθεί λαϊκισμός. Και η κυβέρνηση Σημίτη —όπως και οι υπουργίες του— ουδεμία σχέση είχε με τον λαϊκισμό.
Στον λαϊκισμό, όμως, έχει διολισθήσει ο Θυμωμένος Νίκος. Ίσως αναπόφευκτα. Στην περίπτωσή του εκλείπει το ιδεολογικό υπόβαθρο στο οποίο στηρίχθηκαν οι Παπανδρέου και Σημίτης. Θέλησε να αναστήσει ένα κόμμα λεηλατημένο από την κεντροδεξιά του Κυριάκου Μητσοτάκη. Κόμμα, επιπρόσθετα, χωρίς ενότητα —στο οποίο προσπάθησε να αντικαταστήσει την ποιότητα, δηλαδή την ταυτότητα, με την ποσότητα, δηλαδή με τη διεύρυνση Σκανδαλίδη. Ο λαϊκισμός ως καταφύγιο ήταν η εύκολη λύση. Ένα πολιτικό υπόστεγο πρόχειρο, αλλά βολικό, όταν το ιδεολογικό οικοδόμημα έχει μείνει χωρίς θεμέλια.
Στη Βουλή, ο Ανδρουλάκης, ως ηγέτης του ΠΑΣΟΚ, λανσάρισε για μία ακόμη φορά την πομφόλυγα της 13ης σύνταξης. Ποιος συνταξιούχος δεν θα την ήθελε; Υποσχέσου, λοιπόν, και κέρδισε ψήφους. Ο Μητσοτάκης «κάλεσε» την μπλόφα. Ο Παύλος Μαρινάκης την τίναξε στον αέρα. Είναι σαφές πως, από εδώ και εμπρός, αυτή ακριβώς θα είναι η στρατηγική της κυβέρνησης. Καιρός ήταν.
Η χώρα έχει υποφέρει από τα δήθεν «κοστολογημένα» προγράμματα. Η ψηφιοποίηση, μαζί με τα εργαλεία που προσφέρει η τεχνητή νοημοσύνη, δίνει επιτέλους τη δυνατότητα αντιμετώπισης τουλάχιστον αυτής της όψης του λαϊκισμού: της αντίληψης ότι το κράτος μπορεί να παρέχει συνεχώς περισσότερα χωρίς αντίστοιχη παραγωγή, φορολογία ή μεταρρύθμιση. Ότι ο κρατικός κορβανάς είναι ένα ανεξάντλητο πηγάδι και όχι το άθροισμα των θυσιών, των φόρων και της εργασίας των πολιτών.
Δεν είναι, βέβαια, λαϊκισμός κάθε κοινωνική παροχή. Γίνεται λαϊκισμός όταν αποκρύπτεται το πραγματικό κόστος ή καλλιεργείται η πεποίθηση ότι «τα χρήματα υπάρχουν» απλώς επειδή κάποιος δεν θέλει να τα δώσει.
Για να είναι η θέση σαφής. Δεν είναι λαϊκισμός η υπεράσπιση των οικονομικά ασθενέστερων, η καταγγελία των σκανδάλων, η μάχη κατά της ανισότητας. Λαϊκισμός είναι όταν η πρόταση στηρίζεται στην άρνηση της πραγματικότητας. Όταν δεν αναγνωρίζει περιορισμούς, αποσιωπά το κόστος και κατασκευάζει εχθρούς.
Ο λαϊκισμός που καλλιεργεί την πεποίθηση ότι οι εθνικοί ή οικονομικοί περιορισμοί μπορούν να καταργηθούν με πολιτική βούληση και που διεκδικεί το ηθικό μονοπώλιο της εκπροσώπησης του λαού είναι απλώς καταστροφικός για μία χώρα. Διότι η δημοκρατία δεν είναι το δικαίωμα της εξουσίας να κολακεύει τον λαό, αλλά η υποχρέωσή της να του λέει την αλήθεια. Και η κοινωνική δικαιοσύνη δεν υπηρετείται με υποσχέσεις χωρίς αντίκρισμα, αλλά με θεσμούς, παραγωγή και δίκαιη κατανομή του κόστους—ας το προσέξει αυτό η Ν.Δ. Χωρίς αυτή τη σχέση αλήθειας ανάμεσα στον πολίτη και την πολιτική, η δημοκρατία παύει να είναι πεδίο ευθύνης και μετατρέπεται σε αγορά αυταπατών.
Διαβάστε επίσης