Τράπεζες

«Παρών» από όλα τα μεγάλα ονόματα για την ομολογιακή έκδοση της Τράπεζας Πειραιώς

  • Ευγενία Τζώρτζη
Πειραιώς

Χρήστος Μεγάλου. Διευθύνων σύμβουλος Τρ. Πειραιώς


Αύριο, Τετάρτη, ανοίγει το βιβλίο προσφορών για την ομολογιακή έκδοση της Τράπεζας Πειραιώς, με τη διοίκηση της τράπεζας, υπό τον διευθύνοντα σύμβουλο κ. Χρήστο Μεγάλου, να βρίσκονται το τελευταίο διήμερο στο Λονδίνο, πραγματοποιώντας μπαράζ επαφών με θεσμικούς επενδυτές και επενδυτικά κεφάλαια. Πάνω από 55 επενδυτές έχουν συμμετάσχει στα roadshow που πραγματοποιούνται χθες και σήμερα, ενώ είχε προηγηθεί σειρά επαφών και όλη την προηγούμενη εβδομάδα.

Τα μηνύματα είναι θετικά καθώς όλα τα μεγάλα ονόματα της διεθνούς επενδυτικής κοινότητας συμμετέχουν στις συναντήσεις, προεξοφλώντας το ενδιαφέρον για την ομολογιακή έκδοση της Πειραιώς που, ας σημειωθεί, αποτελεί την πρώτη παρόμοια έκδοση μετά από 11 χρόνια, που επιχειρεί ελληνική τράπεζα.

Ο σχεδιασμός της διοίκησης παραμένει η έκδοση να φτάσει τα 300 – 350 εκατ. ευρώ και βασικός παράγοντας που θα προσδιορίσει το τελικό ύψος της έκδοσης είναι η ζήτηση που θα υπάρξει και η τιμολόγηση που θα δοθεί, με τις πληροφορίες να φέρουν το μέσο επιτόκιο κοντά στο 9%.

Υπενθυμίζεται ότι τη διοργάνωση των συναντήσεων έχουν αναλάβει οι επενδυτικοί οίκοι Goldman Sachs και UBS.

Ο τίτλος θα εκδοθεί από την Piraeus Group Finance PLC, με εγγυητή την Τράπεζα Πειραιώς, και την έκδοση αναμένεται να αξιολογήσουν οι οίκοι Moody’s και S&P με Caa3 και CCC αντίστοιχα.

Η έκδοση θα είναι τύπου 10NC5 (δεκαετές με μη δυνατότητα ανάκλησης πριν από την πάροδο της πρώτης πενταετίας).

Στόχος είναι η κεφαλαιακή ενίσχυση της τράπεζας, στο πλαίσιο της σχετικής υποχρέωσης που έχει αναλάβει έναντι του SSM. Μετά τη συμφωνία που υπεγράφη με τον σουηδικό όμιλο Intrum για την ανάθεση της διαχείρισης του χαρτοφυλακίου των μη εξυπηρετούμενων δανείων, ύψους 27 δις ευρώ, μέρος της κεφαλαιακής ανάγκης καλύπτεται από το τίμημα της συναλλαγής, το οποίο διαμορφώθηκε στα 328 εκατ. ευρώ.

Η συμφωνία με την Intrum υπολογίζεται ότι επιφέρει άμεσο κεφαλαιακό όφελος κατά 80 μονάδες βάσης, με προοπτική το όφελος αυτό να φτάσει έως τις 100 μονάδες βάσης.