• Πολιτισμός

    Όταν ο Μίκης Θεοδωράκης περιέγρψε την άλλη όψη του εμφυλίου

    • NewsRoom
    Μίκης Θεοδωράκης: Στην Μητρόπολη το λαϊκό προσκύνημα του μουσικοσυνθέτη


    Τις μνήμες του από τον καταστροφικό εμφύλιο πόλεμο της περιόδου 1946-49 περιέγραφε πριν χρόνια, την Πρωτομαγιά του 2017, σε άρθρο με τίτλο  «Ο εμφύλιος μέσα στον εμφύλιο – (Η μεγάλη τραγωδία της Ελληνικής Αριστεράς)», ο Μίκης Θεοδωράκης.

    Μεταξύ άλλων ο Μίκης Θεοδωράκης ανέφερε τα εξής:

    «Και ξαφνικά ακούγεται το κουδούνι της εξώπορτας. Ο πατέρας μου μισανοίγει το παραθυρόφυλλο και μας λέει: «Γέμισε ο κήπος με αστυφύλακες». Μετά  τους φωνάζει: «Διευθυντής του Υπουργείου Εσωτερικών. Γιατί μας ξυπνάτε μέσα στην άγρια νύχτα;» Τότε ακούγεται από κάτω μια φωνή «Κύριε Διευθυντά, μας διέταξαν να προβούμε σε έλεγχο ταυτοτήτων». Ο πατέρας δεν το βάζει κάτω: «Σας παρακαλώ  να ξαναρθείτε το πρωί». Τότε η φωνή αλλάζει: «Δεν γίνεται. Θα μας ανοίξετε αμέσως την πόρτα, ειδάλλως θα την σπάσουμε».

    – Γιάννη, τρέχα να ανοίξεις. Εσύ Μίκη, μείνε ξαπλωμένος.

    Σε λίγο μπαίνει ο επί κεφαλής αστυνόμος.

    – Και ποιος είναι αυτός;

    Όταν στην μάχη του Δεκέμβρη του 1944 καταφέραμε να καταλάβουμε το Τμήμα της Νέας Σμύρνης, διατάξαμε τους αστυφύλακες να φύγουν και να πάνε στα σπίτια τους. Οι βαθμοφόροι έμειναν στο χωλ. Τους είπα «Γιατί διατάξατε πυρ εναντίον μας και βάλατε την σειρήνα να ειδοποιήσει να ρθουν οι Άγγλοι από το Ιωσηφόγλειο;»

    – Το κάναμε για την τιμή των όπλων κύριε Συναγωνιστά.

    – Ευτυχώς που δεν είχαμε θύματα. Εσείς;

    – Όχι, όχι.

    – Τότε να πάτε με το καλό στις οικογένειές σας. Είστε ελεύθεροι.

    Άδειασε το χωλ και έμεινε μόνο ένας.

    – Εσείς γιατί δεν φεύγετε; τον ρωτώ.

    – Γιατί είμαι Διευθυντής Ασφαλείας και θα με σκοτώσετε.

    – Και γιατί δεν σε σκοτώνω τώρα;

    – Είναι διαφορετικά.

    Επειδή από στιγμή σε στιγμή θα ερχόταν οι Άγγλοι, του λέω:

    – Πάμε, θα σε πάω εγώ στο σπίτι.

    Καθόταν σε μια πάροδο της Αρτάκης. Όταν άνοιξε η πόρτα, η γυναίκα του και τα δυο μικρά παιδιά του κρεμάστηκαν στον λαιμό του. Σε μια στιγμή η γυναίκα του γυρίζει, με βλέπει ψηλό και πάνοπλο και νομίζει ότι θα τους σκοτώσω όλους. Πιάνοντας την σκέψη της, του λέω:

    – Εσύ βγάλε την στολή σου, βάλε πολιτικά και πήγαινε με την οικογένειά σου κάπου έξω από την Αθήνα, γιατί σε λίγο εδώ θα γίνει κόλαση.

    Αυτός λοιπόν που του έσωσα τη ζωή τότε, ήταν που έτυχε να μπει να με συλλάβει εκείνη τη νύχτα στο σπίτι μου στη Νέα Σμύρνη.

    Η μαμά μου με την ευγένεια της Μικρασιάτισας, μου λέει:

    – Μίκη, δεν είναι σωστό να κάθεσαι ξαπλωμένος μπροστά στον κύριο Αστυνόμο.

    – Μαμά, της λέω, έχοντας συνέλθει από την ξαφνική ατυχία μου να πιαστώ ετοιμοθάνατος και να με πάρουν από την αγκαλιά των δικών μου, γνωρίζω καλά τον κύριο. Και απευθυνόμενος σ’ αυτόν:

    Πρέπει να ντρέπεσαι γι’ αυτό που κάνεις.

    Αυτός απολογούμενος μου απάντησε στον Πληθυντικό:

    Κύριε Θεοδωράκη, σας διαβεβαιώ ότι εκτελώ μια πράξη ρουτίνας.

    Μα δεν βλέπετε ότι πεθαίνει; φωνάζει ο πατέρας μου.

    Θα φροντίσουμε να τον βάλουμε κάπου ζεστά και θα του δίνουμε … ποια είναι τα φάρμακα που παίρνει;

    Χαμομήλι και ασπιρίνες.

    Στο Τμήμα με πήγαν στο κρατητήριο, που ήταν γεμάτο με 12 συναγωνιστές με τους οποίους ήμασταν μαζί στα 1947 εξόριστοι στο ίδιο χωριό στην Ικαρία. Τότε κατάλαβα ότι η σύλληψή μου δεν είχε σχέση με την δράση μου στο κέντρο της Αθήνας και ότι το πιο πιθανό ήταν να με ξαναστείλουν εξορία.

    Την άλλη μέρα ο Ασφαλίτης με κάλεσε στο γραφείο του, όπου πήγα υποβασταζόμενος από δύο αστυφύλακες και με πυρετό 40. Το πρόσεξε ο Αστυνόμος και με ρώτησε μήπως ήταν καλλίτερα να με στείλουν σε κάποιο στρατιωτικό νοσοκομείο. Εγώ όμως αρνήθηκα αμέσως, γιατί φοβόμουν ότι μπορούσα να πέσω σε κανένα ασφαλίτη από αυτούς της Γενικής Ασφάλειας που με γνώριζαν.

    – Εγώ δεν έχω να σου πω τίποτα, μου είπε. Ούτε δήλωση ούτε αποδοκιμασία για το παιδομάζωμα. Θα πας κάτω, θα ξαπλώσεις κάπου ζεστά κι εγώ θα σου στείλω ζεστό χαμομήλι και ασπιρίνες. Κατ’ εξαίρεσιν θα βλέπεις κάθε μέρα τους δικούς σου και σε 15 μέρες θα σε στείλω μαζί με τους άλλους στα παλιά σας λημέρια. Στην Ικαρία. Και θα σε σώσω από το βέβαιο ντουφέκι. Όπως βλέπεις, δεν είμαι αχάριστος…»

    Λίγο αργότερα ο Μίκης Θεοδωράκης περιγράφει τις αναμνήσεις του μετά το τέλος του εμφυλίου.

    « Όταν τελείωσε ο Εμφύλιος, κατέβηκα στην Κρήτη. Ήμουν ντυμένος στο χακί, είχα πετάξει το δίκωχο με το στέμμα και βάδιζα με πατερίτσες. Η οικογένειά μου είναι μεγάλη και κάθε τόσο με καλούσαν με τους δικούς μου πότε στο ένα και πότε στο άλλο σπίτι για να γλεντήσουμε την Ειρήνη. Γέμιζαν τότε με χακί οι κήποι και οι τραπεζαρίες. Τα ξαδέρφια μου, βαρειά τραυματίες με επιδέσμους και δεκανίκια έρχονταν κατ’ ευθείαν από τα μέτωπα και τα στρατιωτικά νοσοκομεία.

    Εγώ, Μακρονησιώτης, τραυματίας, κομμουνιστής, εκείνοι του εθνικού στρατού χωρίς κομματική ταυτότητα, απλοί Θεοδωράκηδες όπως κι εγώ. Πίναμε κρασί αντικριστά και τραγουδούσαμε αγκαλιασμένοι τα ριζίτικα.

    Και οι πιο θαρρετές, οι γυναίκες, πάνω στο τσακίρ κέφι γυρίζανε και μουντζώνανε κατά την Αθήνα μεριά.

    Μανάδες κι αδέρφια των λαβωμένων στον εθνικό στρατό, δεν μούντζωναν εμένα τον ταξικό εχθρό! Τουναντίον, δεν ξέρω γιατί, όλοι έδειχναν πως μ’ αγαπούσαν πιο πολύ. Γιατί ήξεραν ότι ήμουν θύμα δυο φορές ως Έλληνας και ως ιδεολόγος κομμουνιστής. Μιας και τότε δεν υπήρχε κομμουνιστής που να μην ήταν ιδεολόγος!

    Ούτε καρέκλες, ούτε τιμές και αξιώματα παρά ένας τοίχος για να σε τουφεκίσουν κι ένας λάκκος για να σε θάψουν.

    Τότε, γιατί θυσιάζαμε τη ζωή μας; Μα για την Πατρίδα, την Ελλάδα. Και τον λαό μας, τον επί δύο αιώνες ελεύθερο-πολιορκημένο.

    Έτσι οι σύγχρονοι Έλληνες παραμένουν στα 90% απόλυτα ενωμένοι λόγω της κοινής τους μοίρας η δε κάθετη διαίρεση δεν έγινε ποτέ ανάμεσα σε Έλληνες και Έλληνες αλλά μεταξύ των Ελλήνων της καθεστηκυίας Εξουσίας και τους ελεύθερους πολιορκημένους που τους διχάζουν για να τους εξουδετερώσουν, με τραγική κορύφωση την διχόνοια ανάμεσα στους αγωνιστές της εαμικής αριστεράς τη στιγμή που έβγαιναν νικηφόροι μέσα από το καμίνι της Εθνικής Αντίστασης. Με επίκεντρο το ελληνικό Κράτος και τους νόμους που το συγκροτούν και επικυρώνουν την ουσιαστική τους αντίθεση προς τον ελληνικό λαό πάντοτε κάτω από την εξάρτηση και τον έλεγχο των ξένων εξουσιών και των ξένων συμφερόντων, μας αντιμετωπίζουν φανερά, κρυφά ή μεταμφιεσμένα κάτω από ένα αποικιοκρατικό πρίσμα που μας καταδικάζει σε στασιμότητα, μας υποβιβάζει και εμποδίζει τον βηματισμό μας προς το μέλλον.

    Εκεί λοιπόν, στο σημείο που χωρίζει τον ελεύθερο πολιορκημένο λαό μας με το ξενόδουλο καθεστώς που έως σήμερα μας καταπιέζει αλλάζοντας την πραγματική του μορφή για να μας ξεγελά, ΕΚΕΙ πρέπει να στηρίξουν οι Έλληνες πατριώτες την βαθειά τους Αντίθεση και το Εθνικό τους μίσος. Γιατί κάθε άλλη ξενόφερτη ανάλυση διασπά το μοναδικό όπλο που έχει ο Λαός μας για να νικήσει: την Εθνική Παλλαϊκή του Ενότητα».



    ΣΧΟΛΙΑ