Πολιτισμός

Μέγαρο Τσίλλερ-Λοβέρδου: Δύο άνθρωποι σε ένα σπίτι

Διακοσμητική λεπτομέρεια στην πρόσοψη του κτιρίου πριν από την αποκατάστασή του


Καθηγήτρια πιάνου με πρώτο βραβείο στο Ωδείο της Βιέννης, κομψή και κοινωνική, με αέρα Ευρωπαίας, που ελάχιστες διαθέτουν αυτήν την εποχή στην Αθήνα, η Σοφία Δούδου συνηθίζει να καλεί σε συγκεντρώσεις στο σπίτι της όλους τους επιφανείς ανθρώπους των γραμμάτων, των τεχνών, αλλά και της πολιτικής. Οι εσπερίδες της, που λαμβάνουν χώρα στο περίφημο «Πομπηιανό σαλόνι» της οικίας, είναι ονομαστές, ενώ τα κυριακάτικα πρωινά λειτουργούν ως «μαθήματα» μουσικής για την αθηναϊκή νεολαία.

Βρισκόμαστε στα τέλη του 19ου αιώνα και το σπίτι, όπου συμβαίνουν όλα αυτά, δεν είναι άλλο από αυτό του Έρνστ Τσίλλερ, του αρχιτέκτονα από τη Σαξωνία, που έμελλε να πολιτογραφηθεί Έλληνας, να παντρευτεί την Ελληνίδα Σοφία Δούδου και βέβαια να διαμορφώσει με το έργο του την αρχιτεκτονική φυσιογνωμία της Αθήνας και άλλων ελληνικών πόλεων.

Ο ΄Ερνστ Τσίλλερ και η Σοφία Δούδου την εποχή του γάμου τους, το 1876 στην Βιέννη

Μεταξύ των καλεσμένων στο σπίτι, όπως αναφέρει πολύ αργότερα σε σημειώσεις της η Ιωσηφίνα Δήμα, κόρη του Τσίλλερ, ήταν ο Δεληγιώργης, ο Αλεξανδρής, ο Ντέρπφελντ, ο Ραγκαβής, ο Μαυρομιχάλης, ο Σλήμαν, ο Τσαλδάρης, ο Σοφούλης, αλλά και η οικογένεια Λοβέρδου, της οποίας άλλωστε οι δύο κόρες, Μαρία και Ιωάννα, ήταν μαθήτριες της Σοφίας.

Παραμένει άγνωστο, ωστόσο, αν οι μνήμες και του νεαρού γόνου της οικογένειας Διονυσίου Λοβέρδου, που επίσης επισκεπτόταν το σπίτι, υπήρξαν το έναυσμα, ώστε πολύ αργότερα, και λόγω των οικονομικών δυσχερειών του Τσίλλερ, να πλειοδοτήσει σε πλειστηριασμό για την απόκτησή του. Έτσι έγιναν όμως τα πράγματα και από το 1912 η οικία Τσίλλερ μετατράπηκε σε οικία Λοβέρδου.

Δύο σημαντικές προσωπικότητες της εποχής τους, από διαφορετικό χώρο και με διαφορετική πορεία η καθεμιά, αλλά και με διαφορετική αισθητική και στόχους «συναντήθηκαν» σ’ αυτό το κτίριο, αφήνοντας τη σφραγίδα και την κληρονομία τους.

Η δωρεά

Ηλικίας 137 ετών σήμερα στην οδό Μαυρομιχάλη 6, το Μέγαρο Τσίλλερ-Λοβέρδου, κλειστό ακόμη, αν και όπως ελπίζεται, όχι για πολύ_ έχει ζήσει δόξες αλλά και παρακμή, ακολουθώντας μια πορεία στο χρόνο, άλλοτε ταυτόσημη με τους ιδιοκτήτες του και άλλοτε της εγκατάλειψης, λόγω κρατικής ολιγωρίας.

Η αναμενόμενη αναγέννησή του όμως τώρα, κυριολεκτικά μέσα από τις στάχτες, προκειμένου να στεγάσει την περίφημη βυζαντινή συλλογή του κεφαλλονίτη τραπεζίτη και φιλότεχνου Διονυσίου Λοβέρδου αποτελεί μία ειλημμένη υποχρέωση. Γιατί στην ουσία πρόκειται για την ολοκλήρωση μίας σπουδαίας δωρεάς _ συλλογής και κτιρίου_ που έγινε τμηματικά, το 1979 και το 1992 από την οικογένεια Λοβέρδου προς το ελληνικό κράτος, με αποκλειστικό σκοπό την δημιουργία μουσείου. Αποδέκτης ειδικότερα, το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, παράρτημα του οποίου θα αποτελέσει το Μέγαρο Τσίλερ –Λοβέρδου.

Το καλοκαίρι του 2020, όπως μάλιστα δήλωσε προ ημερών η υπουργός Πολιτισμού κυρία Λίνα Μενδώνη, θα είναι έτοιμο να δεχθεί επισκέπτες το κτίριο, μετά την ολοκλήρωση των οικοδομικών εργασιών και της συντήρησής του, που διεκπεραιώνουν οι αρμόδιες υπηρεσίες του υπουργείου Πολιτισμού.

Αν και πρόκειται πάντως για την …τέταρτη κατά σειρά ημερομηνία εγκαινίων, που δίνεται από το ΥΠΠΟ για το μουσείο –οι άλλες τρεις ήταν το 2015, το 2016, και τον Φεβρουάριο του 2019, όλες ανεδαφικές όπως αποδείχθηκε, λόγω αδυναμίας συντονισμού και οργάνωσης των υπηρεσιών του_ αυτή τη φορά οι εξαγγελίες έχουν κάθε λόγο να επαληθευτούν.

Η συλλογή

Ένα πραγματικό έργο τέχνης, όπως έχει χαρακτηρισθεί από το 1981 είναι το κτίριο, ένα μουσείο αυτό καθ’ αυτό, όπου θα φιλοξενηθεί επιπλέον, μια μοναδική συλλογή, ελάχιστα γνωστή σήμερα στην ολότητά της. Πρόκειται για 600 έργα, από τα οποία τα 470 είναι εικόνες ενώ στα υπόλοιπα συγκαταλέγονται χειρόγραφα, ξυλόγλυπτα, αντικείμενα μεταλλοτεχνίας και μικροτεχνίας και εκκλησιαστικά άμφια της Κρητικής και της Επτανησιακής Σχολής τέχνης. Με χρονολόγηση, από τον 15 ο ως τον 20ό αιώνα, πολλά από αυτά φέρουν τις υπογραφές μεγάλων δημιουργών, όπως του Μιχαήλ Δαμασκηνού, του Εμμανουήλ
Τζάνες, του Ηλία Μόσκου, του Θεόδωρου Πουλάκη και των επτανησίων Νικόλαου Καλλέργη, Κωνσταντίνου Κόνταρη, Nικόλαου Καντούνη, Νικόλαου Κουτούζη.

Το εσωτερικό του μουσείου με την έκθεση της συλλογής Λοβέρδου, όταν ήταν ακόμη σε λειτουργία

Σπουδαία προσωπικότητα της εποχής του, ο δημιουργός της συλλογής Διονύσιος Λοβέρδος (1878 – 1934), με καταγωγή από το Ληξούρι και σπουδές στην Εμπορική Σχολή της Αλεξάνδρειας _στην Αίγυπτο είχε και την πρώτη του δουλειά σε υποκατάστημα της Angloegyptian Bank _ είχε διακριθεί στον τραπεζικό τομέα, εργαζόμενος στην Εθνική Τράπεζα Ελλάδος ενώ στη συνέχεια υπήρξε ο ιδρυτικής και διευθυντής της Λαϊκής Τράπεζας.

Πυρήνα της συλλογής του είχαν αποτελέσει οι 200 εικόνες που ανήκαν στον φιλόλογο Αλέξιο Κολυβά και μετά τον θάνατό του αγοράστηκαν από τον ίδιο. Μάλιστα ο Λοβέρδος διέθεσε μεγάλα ποσά στα χρόνια που ακολούθησαν, τόσο για τον εμπλουτισμό της συλλογής, όσο και για την ανάδειξή της, αφού είχε μετατρέψει ένα μέρος της μεγαλοπρεπούς οικίας της οδού Μαυρομιχάλη σε μουσείο. Οι αίθουσες του μεγάρου διαμορφώθηκαν για το σκοπό αυτό.

Θωράκιο τέμπλου με τον «Προφήτη Ησαΐα», έργο του Δημητρίου Νομικού (1722) από τη συλλογή Λοβέρδου

Το κτίριο

Δυο βήματα από την οδό Ακαδημίας, σε ελάχιστη απόσταση από την εμβληματική «αθηναϊκή νεοκλασική τριλογία» _ Εθνική Βιβλιοθήκη, Πανεπιστήμιο, Ακαδημία Αθηνών, κτίρια για τα οποία εργάσθηκε και ο Τσίλλερ _ το τριώροφο σπίτι βρίσκεται σήμερα σε «στενή επαφή» με τα γειτονικά του, όπως όλα βέβαια στο κέντρο της πόλης.

Δεν ήταν όμως πάντα έτσι. Γιατί στην εποχή του Τσίλλερ η χαμηλή δόμηση της Αθήνας και οι μεγάλοι κήποι των γειτονικών σπιτιών προς την οδό Ακαδημίας, του επέτρεπαν να έχει απρόσκοπτη θέα και αυτής της Ακρόπολης. Σπίτι αλλά και γραφείο συνυπήρχαν μάλιστα σ΄ αυτό το κτίριο. Κι επειδή το οικόπεδο έχει ακανόνιστο σχήμα, με έναν μακρύ διάδρομο που βγάζει στην οδό Ακαδημίας, φαίνεται ότι εκεί ήταν πράγματι μία ακόμη η είσοδος για το γραφείο του αρχιτέκτονα.

Η είσοδος του Μεγάρου Τσίλλερ – Λοβέρδου στην οδό Ακαδημίας κατά την δεκαετία του ΄50

Εξωτερικά δεν είχε ιδιαίτερη λαμπρότητα, στο εσωτερικό όμως η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική. Εντυπωσιακά ξυλόγλυπτα, όπως η σκάλα που οδηγεί στον όροφο, τοιχογραφίες και οροφογραφίες με θέματα που συνδέουν την ελληνική αρχαιότητα με την αναγεννησιακή τέχνη –δημιουργίες του σλοβένου ζωγράφου Γιούρι Σούμπιτς, που φιλοτέχνησε και το Ιλίου Μέλαθρον του Σλήμαν, σήμερα Νομισματικό Μουσείο_ επίσης περίτεχνο γύψινο διάκοσμο και ψηφιδωτά, τεράστιους πολυελαίους από τους οποίους έχουν διασωθεί ως σήμερα μόνον οι δύο, τζάκια με ένθετες, μεταλλικές ανάγλυφες πλάκες, ακόμη και θερμαντικά σώματα με ανάγλυφη διακόσμηση. Μεγάλη καινοτομία του Τσίλλερ ήταν οι εντοιχισμένοι αεραγωγοί που δρόσιζαν το σπίτι, όπως τα σημερινά αιρκοντίσιον, αντισεισμική προστασία πρόσφερε η σύνθετη κατασκευή από σιδηροδοκούς και σχιστόπλακες ενώ τα εξαιρετικά τσιμεντοπλακίδια και κεραμικά διακοσμητικά σχεδίαζε, κατασκεύαζε και πουλούσε ο ίδιος ο αρχιτέκτονας.

Οι αλλαγές

Την επιθυμία του Λοβέρδου να φιλοξενήσει σε ένα τμήμα του μεγάρου τη συλλογή του ανέλαβε να υλοποιήσει στα τέλη της δεκαετίας του ΄20 ο αρχιτέκτονας Αριστοτέλης Ζάχος, ο οποίος έκανε πολλές τροποποιήσεις στο κτίριο αλλά και προσθήκες. Σημαντικότερη όλων, η κατασκευή στο βάθος της αυλής, ενός «παρεκκλησίου» χωρίς ανοίγματα αλλά με τρούλο και οκταγωνικό τύμπανο. Συνολικά έτσι προστέθηκαν 500 τ.μ. ώστε το εμβαδόν του κτιρίου να ανέρχεται πλέον στα 1.100 τ.μ.

Τότε εξάλλου, με την νέα διαμόρφωση της εισόδου από την πλευρά της Ακαδημίας, τοποθετήθηκε πάνω από αυτήν ως διακοσμητικό στοιχείο ο μεταλλικός, μυθολογικός γρύπας (έχει αφαιρεθεί σήμερα), για τον οποίο στα νεώτερα χρόνια είχαν πλασθεί διάφορες ευφάνταστες ιστορίες.

Το αποτέλεσμα πάντως, μετά την έκθεση των έργων της συλλογής ήταν βαθύτατα θρησκευτικό και μυστικιστικό, όπως άλλωστε ήταν σε θέση να παρατηρήσουν οι συμμετέχοντες στο Γ΄ Διεθνές Βυζαντινολογικό Συνέδριο, που είχε οργανωθεί στην Αθήνα τον Οκτώβριο του 1930, όταν έγιναν και τα επίσημα εγκαίνια αυτού του ιδιωτικού μουσείου.

Τα εγκαίνια της συλλογής Διονυσίου Λοβέρδου το 1930. Δεύτερος από δεξιά ο συλλέκτης

Επόμενος σημαντικός σταθμός για το κτίριο, και παρ΄ολίγον καταστροφή του, ήταν μια πυρκαγιά που ξέσπασε το 1980, όταν στεγαζόταν σ΄αυτό το βεστιάριο της Λυρικής Σκηνής. Μεγάλες βλάβες όμως του προκάλεσαν και οι σεισμοί της Αθήνας ενώ μετά την εγκατάλειψή του συστηματική ήταν η λεηλασία του. Έτσι η αποκατάστασή του, που άρχισε από το 2011 είχε να αντιμετωπίσει πολλά προβλήματα, ενώ το κόστος της έφθασε τα 5 εκατ. ευρώ (ΠΕΠ Αττικής του ΕΣΠΑ, 2007 -2013 και Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Αττική 2014-2020»).

Τσίλλερ ή Λοβέρδος; Στο ερώτημα ποια από τις δύο προσωπικότητες πρόκειται να αναδειχθεί σ΄αυτό το κτίριο – μουσείο, η απάντηση που έχει δοθεί είναι: και οι δύο. Μια ενδιαφέρουσα συνύπαρξη, που μένει να αποδειχθεί. Σε κάθε περίπτωση όμως, ένας καινούργιος, μοναδικής αισθητικής χώρος, απόκτημα για την Αθήνα.

 

Το Μέγαρο Τσίλλερ – Λοβέρδου την εποχή της εγκατάλειψή του

 

Το «Πομπηιανό σαλόνι» σήμερα μετά την αποκατάστασή του

 

Αίθουσα με ψηφιδωτά δάπεδα

 

Ο τρούλος του παρεκκλησίου

 

Παναγία η «Λαμποβότισσα», έργο του Εμμανουήλ Τζάνες (1684) της συλλογής Λοβέρδου

 

Περίτεχνη οροφή αίθουσας του μεγάρου



ΣΧΟΛΙΑ