«Αχός βαρύς ακούγεται, πολλά τουφέκια πέφτουν / Μήνα σε γάμο ρίχνονται, μήνα σε χαροκόπι; / Ούδε σε γάμο ρίχνονται ούδε σε χαροκόπι. / Η Δέσπω κάνει πόλεμο με νύφες και μ’ αγγόνια», λέει το δημοτικό τραγούδι.

Διακόσια χρόνια  πριν όλα αυτά, σήμερα η καθημερινή αναφορά περιλαμβάνει βαλλιστικούς πυραύλους και πυραύλους διασποράς, drones και Iron Dome, συστοιχίες αμυντικών Patriot και  Arrow System ενώ οι διεθνείς αναλυτές παρουσιάζουν το οπλοστάσιο των αντιμαχομένων με συστήματα υψηλής τεχνολογίας, το βεληνεκές των πυραύλων απασχολεί τη Δύση και στο βάθος ο παράγων πυρηνικά.  Όλα από μακριά αλλά όλα το ίδιο καταστροφικά και ανελέητα. Η απόσταση απλώς δυσθεώρητη από τα κουμπούρια, τα καριοφίλια και τα γιαταγάνια των προγόνων μας, που μπορεί να φαντάζουν  παιδαριώδη και πρωτόγονα. Ήταν αυτά όμως, που οδήγησαν στις  μεγάλες νίκες και στην πολυπόθητη ελευθερία, έγιναν ο απόλυτος σύντροφος κάθε έλληνα επαναστάτη  -«παπαδιά» έλεγε ο Αθανάσιος Διάκος το καριοφίλι του, «Βασιλική» ο Καραϊσκάκης  το δικό του– και γι΄αυτό  υμνήθηκαν  τόσο πολύ στο δημοτικό τραγούδι.

1

Κι όμως, η Επανάσταση ξεκίνησε, σχεδόν χωρίς κανονικά όπλα για πολλούς από τους παθιασμένους επαναστάτες, που χρησιμοποιούσαν αρχικά  κάποιες αυτοσχέδιες κατασκευές, συνήθως από γεωργικά εργαλεία όπως τα τσεκούρια  ή καθημερινής χρήσης όπως τα μαχαίρια. Ώσπου γρήγορα πάντως, με τη βοήθεια Ελλήνων της διασποράς και φιλελλήνων να φθάσει στην Ελλάδα οπλισμός και πολεμοφόδια από την Ευρώπη. Κάθε είδους και προέλευσης –γαλλικά, αγγλικά, ιταλικά-  ενώ στο μεταξύ κυκλοφορούσαν και τούρκικα, σλάβικα, αραβικά και άλλα. Φυσικό επόμενο, αφού ούτε οργανωμένος στρατός υπήρχε, ούτε  δυνατότητα ομοιογενούς εξοπλισμού.

Το καριοφίλι πάνω απ΄όλα                                               

Το θρυλικό καριοφίλι υπήρξε ωστόσο, το κατ΄εξοχήν όπλο της Επανάστασης του ΄21, παρ΄ότι πολύ κατώτερο και απαρχαιωμένο από τα άλλα όπλα της εποχής. Λεπτόκανο, μακρύκανο και εμπροσθογεμές με μηχανισμό πυροδότησης με τσακμακόπετρα αυτό το τυφέκιο αποδείχθηκε ιδανικό για κλεφτοπόλεμο ενώ ακόμα και ο υποκόπανός του μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως ρόπαλο. Σχεδιασμένο από τον 17ο  αιώνα είχε φθάσει στην Ελλάδα στα χέρια των κλεφτών και των αρματολών πριν την έναρξη της Επανάστασης σε διάφορα είδη πάντως, που τα ξεχώριζαν ανάλογα με την κάνη (λαμνί), το μήκος και τα παφίλια, που το κρατούσαν δεμένο στο κοντάκι. Εξαιρετική διακόσμηση έφεραν εξάλλου. πολλά από αυτά, με χρυσό και ασήμι (ασημοκαπλαντισμένα).

Θεόδωρος Βρυζάκης, «Δύο πολεμιστές ή καραούλι», 1855

Όσον αφορά το βεληνεκές του, εξαρτώμενο σε μεγάλο βαθμό από το μήκος της κάνης του, υποτίθεται ότι μπορούσε να φτάσει από 150 ως 400 μέτρα, στην πράξη όμως και δεδομένου ότι επηρεαζόταν πολύ και από τις καιρικές συνθήκες, κυρίως την υγρασία δηλαδή, περιοριζόταν στα 50 έως 150 μέτρα.

«Ωνομάσθησαν ούτω, διότι έφερον κεχαραγμένον εν κυκλοειδή ζώνη το ομώνυμον εύοσμον φυτόν όπερ καλούμεν καρυοφίλλι», λέει ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης για την ονομασία τους, δίνοντας μια ποιητική αλλά ευφάνταστη ερμηνεία  της λέξης, αν και ο ιστορικός Κωνσταντίνος Σάθας  προσφέρει την πλέον πιστευτή:  Ότι προέκυψε από την ιταλική εταιρεία της Βενετίας «Carlo e Figli», που παρήγαγε αυτού του είδους τα όπλα, τα οποία στην Ευρώπη ήταν γνωστά ως «αρκεβούζια».

«…Τρέχα, παιδί μου, γλήγορα, τρέχα ψηλά στη ράχη / και ρίξε το τουφέκι μου. Στον ύπνο μου επάνω / θέλω για ύστερη φορά ν’ ακούσω τη βοή του…»  είναι τα λόγια που βάζει στο στόμα του γερο Δήμου για το καριοφίλι του, ο Βαλαωρίτης.

Πέτερ φον Ες, «Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης στη μάχη της Αράχωβας», 1852

Σπαθιά και γιαταγάνια

Στα  όπλα κοντινής απόστασης  σημαντικές ήταν οι πάλες ή σπάθες -από τις οθωμανικές kilidj- με τη λάμα τους φτιαγμένη από ατσάλι για μεγαλύτερη αντοχή, η οποία συχνά έφερε και διάφορες επιγραφές. Οι λαβές τους σε σχήμα σταυρού ήταν συνήθως από κόκκαλο ή ξύλο ενώ η θήκη του όπλου ήταν από δέρμα και μέταλλο, συχνά σκαλισμένο με σαββάτι.

Άλλο απαραίτητο όπλο για την μάχη εκ του συστάδην ήταν φυσικά το γιαταγάνι, ένα οθωμανικού τύπου μαχαίρι μεγάλων διαστάσεων, που στερεωνόταν στο σελάχι, την δερμάτινη ζώνη η οποία δενόταν στη μέση. Τα γιαταγάνια χρησιμοποιούνταν κυρίως στα γιουρούσια. Η λάμα τους έφερε διάφορες επιγραφές, που προκειμένου για τα ελληνικά γιαταγάνια ήταν συνήθως ένα απόσπασμα ψαλμού του Δαυίδ, που λέει  «Κύριε δίκασον τους αδικούντας με, και πολέμησον τους πολεμούντας με». Χαρακτηριστικό τους ήταν η λαβή τους από κόκκαλο ή μέταλλο αλλά και συχνά από ασήμι ή και μπρούτζο και χρυσό ενώ περίτεχνες ήταν και οι θήκες από ξύλο ντυμένο με μέταλλο (μπρούτζο, χρυσό, ασήμι), δέρμα και βελούδο. Τα τρία αυτά υλικά μπλέκονταν δημιουργώντας διάφορους συνδυασμούς με την προσθήκη ασημιού  με σαββάτι και επίχρυσες λεπτομέρειες.

Το καριοφίλι, το τάσι και το σελαχλίκι του Νικολάου Ζέρβα στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο

 Υπήρχε όμως και το χατζάρι, κυρτό μαχαίρι αραβικής προέλευσης αυτό, που έγινε γνωστό στην Ελλάδα, πέφτοντας  στα χέρια των επαναστατών από Άραβες και Αιγύπτιους  που πολεμούσαν ως μισθοφόροι με τους Οθωμανούς.

Θεόδωρος Βρυζάκης «Η Έξοδος του Μεσολογγίου», 1853

Τουφέκια και πιστόλες

«΄Ολες οι καπετάνισσες από το Κακοσούλι, / όλες την Αρτα πέρασαν, στα Γιάννενα τις πάνε, / σκλαβώθηκαν οι ορφανές, σκλαβώθηκαν οι μαύρες./  Κι η Λένω δεν επέρασε, δεν την επήραν σκλάβα, / μόν’ πήρε δίπλα τα βουνά, δίπλα τα κορφοβούνια./ Σέρνει τουφέκι σισανέ κι εγγλέζικα κουμπούρια, /  έχει και στη μεσούλα της σπαθί μαλαματένιο…»,  λέει το τραγούδι για τη Λένω Μπότσαρη, που πάει ζωσμένη τ΄ άρματα στη μάχη.

Γκος Λουά, «Η μάχη της Ακρόπολης»

σισανές ήταν ένα οθωμανικό εμπροσθογεμές τουφέκι του 18ου και 19ου αιώνα με την λέξη «σισανές» να προέρχεται από την περσική σεσχανέ» που σημαίνει «εξάγωνο».  Κι αυτό, από την αρχική διατομή της κάννης του τουφεκιού, που ήταν εξάγωνη αν και στη συνέχεια έγινε κι αυτή κυλινδρική.  Οι Έλληνες χρησιμοποίησαν ευρύτατα τον σισανέ, που ήταν ένα από τα όπλα που κέρδιζαν νικώντας τους εχθρούς στη μάχη.

Χατζάρι της Επανάστασης του 1821

Αμέσως μετά έρχονταν οι πιστόλες, όπλα με κοντή κάνη και μηχανισμό πυρόλιθου, που ο αγωνιστής έβαζε στη μέση του σε ειδικές θήκες. «…τρεις σπιθαμάς το κίτρινον ζωνάρι περί την κοιλίαν, με τρία κουμπούρια εις την μέσην», όπως γράφει πολύ αργότερα κι ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Οι πιστόλες πάντως, παρ΄ότι εντυπωσιακές ως προς την διακόσμησή τους ήταν χρήσιμες μόνο για την περίπτωση που ο εχθρός πλησίαζε αρκετά ώστε να είναι επιτυχής η σκόπευση.

Άρι Σέφερ «Ο γιος υπερασπίζεται τον τραυματισμένο πατέρα»

Κατ΄ εξοχήν ναυτικό όπλο εξάλλου, ήταν το τρομπόνι, τυφέκιο κοντόκανο και με φαρδιά κάνη, που χρησιμοποιούνταν για γρήγορες βολές, χωρίς να απαιτείται ακριβής σκόπευση.

 Τέλος υπήρχε και ο πέλεκυς, πανάρχαιο όπλο φυσικά, που χρησιμοποιούσε ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, ο οποίος είχε δύο ασημένιους πελέκεις για την εξουδετέρωση των αντιπάλων στην εκ του σύνεγγυς μάχη. Ενώ  ασημένιος ήταν και ο κεφαλοθραύστης του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, ένα οθωμανικό όπλο, που με το ιδιαίτερο σχήμα του μπορούσε να προκαλέσει συντριπτικά πλήγματα στον εχθρό.

Οθωμανικά τουφέκια σισανέ

Η εξέρτυση

Απαραίτητη εξάρτυση όμως, των κλεφταρματολών και στη συνέχεια όλων των  πολεμιστών ήταν οι παλάσκες, οι μεταλλικές κυρίως θήκες,  στις οποίες αποθηκευόταν η πυρίτιδα και τα βόλια ενώ αργότερα και τα φυσίγγια, τα φουσέκια όπως λέγονταν. Ήταν ιδιαίτερα διακοσμημένες με εντυπωσιακές παραστάσεις και σήμερα αποτελούν περίτεχνα δείγματα της αργυροχρυσοχοΐας της εποχής. Φτιάχνονταν όμως και από δέρμα ή μπορεί να ήταν και χρυσοκεντημένες σε ύφασμα, όπως αυτή του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη.

Οι ασημένιοι πελέκεις του Γεώργιου Καραϊσκάκη

Στην ίδια κατηγορία χρησιμότητας και η ζώνη φυσικά, η ονομαζόμενη σελάχι ή σιλαχλίκι ή σιλέφι, φτιαγμένη από δέρμα αλλά και από χοντρό βελούδο ή ακόμη από χαρτόνι ντυμένο με πανί. Την φορούσαν πάνω από τη φουστανέλα και ήταν απαραίτητη ως οπλοθήκη για τις χατζάρες και τα γιαταγάνια, έχει ενδιαφέρον μάλιστα, ότι παρέμεινε ως εξάρτημα και μετά την απελευθέρωση -τουλάχιστον για  κάποια χρόνια- με νέα χρήση πια ως κρύπτη  χρημάτων, καπνοσακούλας αλλά και σουγιάδων.

Περίτεχνη παλάσκα της Επανάστασης

Ανομοιογενής οπλισμός, ιδιότυπο στράτευμα, ασύντακτο φυσικά και χωρίς εκπαίδευση και χωρίς πειθαρχία, τι μέλλον είχε; Η ιστορία έδωσε την απάντηση για την οποία σπουδαία, όπως είναι γνωστό,  ήταν η συμβολή του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη που οργάνωσε, εκπαίδευσε, συντόνισε και κατήγαγε νίκες μεγάλες  δίνοντας  δύναμη και αυτοπεποίθηση στους επαναστατημένους Έλληνες.

Λουδοβίκος Λιπαρίνι, « Έλληνας αγωνιστής»

«Να μου δώση ο Βελιγκτών 40.000 στρατιώτες στράτευμα το διοικούσα, αλλ’ αυτουνού να του δώσουν 500 Έλληνας δεν ημπορούσε ούτε μια ώρα να τους διοικήση. Κάθε Έλληνας είχε τα καπρίτσια του, το θεό του, και έπρεπε να κάμη κανείς δουλειά με αυτούς, άλλον να φοβερίζη, άλλον να κολακεύη, κατά τους ανθρώπους», όπως  έλεγε ο ίδιος αργότερα. Γιατί πράγματι ο Κολοκοτρώνης τα κατάφερε.

Διαβάστε επίσης

Μεντρεσές – Ένα ερείπιο με ιστορία στην Πλάκα γίνεται αξιοθέατο

Επισκέψεις VIP και στο Σούνιο – Επέκταση του προγράμματος

Ψηφιδωτά και τοιχογραφίες σε πολυτελή ρωμαϊκή έπαυλη στο Αμύνταιο -Αποκατάσταση