Πολιτισμός

Ελένη Μαρτίνου και Ρεβέκκα Καμχή «ανοίγονται» με αφορμή το L’appartement du collectionneur


Έχουν σφραγίσει τον ευρύτερο χώρο της Τέχνης με τις επιλογές και τη στάση τους. Η Ελένη Μαρτίνου και η Ρεβέκκα Καμχή στο «Διαμέρισμα του συλλέκτη», εισβάλλουν η καθεμία στο χώρο της άλλης δημιουργώντας ένα σαλόνι έκπαγλης ομορφιάς.

Έργα σημαντικών καλλιτεχνών, όπως οι Ναν Γκόλντιν, Ρος Μπλέκνερ, Σον Λάντερς, Νίκος Αλεξίου, Αλέξης Ακριθάκης, Τάκις μεταξύ άλλων συνυπάρχουν με μοναδικά, χειροποίητα αντικείμενα.

Ανατολίτικα χαλιά του 19ου αιώνα, ένα υπέροχο ελληνικό κέντημα του 18ου το οποίο έχει τελαρωθεί, μία αμερικανική μηχανική καρέκλα της δεκαετίας του 1950 όπως και ένα ιταλικό ντιζάιν τραπέζι της ίδιας περιόδου…

Η Ρεβέκκα Καμχή διαλέγει έπιπλα από το παλαιοπωλείο Μαρτίνος και η Ελένη Μαρτίνου σύγχρονα έργα από την γκαλερί. «Δημιουργείται έτσι ένα αστικό σπίτι με αντικείμενα mix and match» όπως διευκρινίζει η τελευταία.

Στο στήσιμο της έκθεσης, πριν από την τελική διαμόρφωση και παρουσίαση του χώρου

«Τα πράγματα του παλαιοπωλείου παρουσιάζονται με τη ματιά της Ρεβέκκας. Για αυτό την αφήνω να τα ξεχωρίσει χωρίς να επεμβαίνω και έτσι ζωντανεύουν αλλιώς», εξηγεί η ίδια.

«Ήταν αυθόρμητη η επιλογή μου, δεν είμαι γνώστης», σπεύδει να συμπληρώσει η Ρεβέκκα. «Στην αρχή ήθελα να τα πάρω όλα, αλλά μετά μπήκα σε μία πιο αυστηρή λογική».

Σκοπός της έκθεσης

Την επιθυμία για μια κοινή έκθεση συζητούσαν εδώ και ένα χρόνο. Η γνωστή γκαλερίστρια παρακολουθούσε συχνά πυκνά τις εξελίξεις στο ντιζάιν πηγαίνοντας  σταθερά στις εκθέσεις PAD στο Παρίσι και στο Λονδίνο.

Επιπλέον παρατηρούσε συχνά στα αστικά σπίτια «να συνυπάρχουν μέτρια έπιπλα με ωραίους πίνακες ή vice versa οπότε είχα καημό να ανατραπεί αυτή η τάση».

Η άνθηση του ντιζάιν που ακολούθησε τη βιομηχανική επανάσταση, η εξέλιξη των καινούργιων υλικών και η τεχνολογία που άνοιξε νέους ορίζοντες στη δημιουργία, σημαίνει ότι ανατέλλει μία νέα εποχή.

«Ενας καινούργιος προσδιορισμός στην επιλογή των πραγμάτων που μας περιβάλλουν» όπως αμφότερες διευκρινίζουν, που με την έκθεση αυτή δίνεται η δυνατότητα να διερευνηθεί περαιτέρω.

Στο στήσιμο του χώρου, πριν από την τελική διαμόρφωσή του

Το ευκταίο, να νιώσει ο επισκέπτης οικεία ανάμεσα στα διάφορα εκθέματα, να εμποτιστεί με την ιδιαίτερη αισθητική που αναδύεται από αυτήν την ιδιαίτερη πρόσμειξη τάσεων.

Για τίτλο της έκθεσης επέλεξαν να διατηρήσουν τη γαλλική εκδοχή «L’appartement du collectionneur» διότι η διαδικασία της συλλογής καλλιεργήθηκε συστηματικά εν πρώτοις στη Γαλλία.

Επιπλέον, το ίδιο το ντιζάιν αποτελεί γέννημα θρέμμα της γαλλικής και ιταλικής παράδοσης.

Πρωτοπορία στον τομέα της

Η Ρεβέκκα Καμχή δημιούργησε την γκαλερί της το 1995 τη στιγμή που μεσουρανούσε στην Ελλάδα «η εποχή της αστακομακαρονάδας» όπως θα παρατηρήσουν και οι δύο.

Ωστόσο, εκείνη άρτι αφιχθείσα από το Παρίσι όπου σπούδαζε δεν είχε μυριστεί τη φούσκα ούτε έσπευσε καιροσκοπικά να την εκμεταλλευτεί -αντιθέτως της φαίνονταν τα πράγματα οριακά πιο πίσω…

«Η συνεργασία με ανθρώπους με ενδιαφέρει. Αυτό με απασχολεί και στην τωρινή έκθεση, παρότι δεν μοιάζει με κάτι που περιμένεις από μία γκαλερί», δηλώνει.

«Υπολογίζω τί αρέσει σε εμένα, δεν σκέφτομαι με γνώμονα τι γίνεται απ΄έξω ώστε να ανταποκριθώ και εγώ σε αυτό. Δεν πάω ποτέ ανάποδα, τι αρέσει στον κόσμο, τι βρίσκεται στη μόδα», υπογραμμίζει η ίδια.

Στο στήσιμο του χώρου, πριν από την τελική διαμόρφωσή του

Όταν το 1995 σε ηλικία 28 ετών διοργάνωνε την τρίτη της έκθεση με έργα της πρωτοποριακής αμερικανίδας φωτογράφου Ναν Γκόλντιν (μόλις εγκαινιάστηκε ατομική έκθεσή της στην γκαλερί Marian Goodman στο Λονδίνο) όλοι αναρωτιόντουσαν σε ποιο αγοραστικό κοινό απευθυνόταν.

Η κλασική αυτοπροσωπογραφία της Γκόλντιν «Nan one month after being battered» (1984), στην Tate Modern

Εκείνη δεν στάθηκε να το αναλογιστεί «ούτε ένα δευτερόλεπτο» όπως ομολογεί σήμερα με τη σιγουριά της επιτυχίας.

«Τη θαύμαζα», σημειώνει η Ελένη Μαρτίνου «διότι ήταν πάντα πρωτοπόρος. Πρωτοπόρος και ως προς το σημείο που ήρθε και εγκαταστάθηκε. Πολύ τολμηρό τότε».

Στο Μεταξουργείο η Ρεβέκκα Καμχή μεταφέρθηκε το 2005. Τότε γινόταν λόγος για την αναβίωση της περιοχής με ιδιωτικές επενδύσεις και πρωτοστάτη τον Ιάσωνα Τσάκωνα (βλέπε: Αντίπαρος).

Έμεινε στις ελληνικές καλένδες…

Ρεβέκκα Καμχή

 

Η μοναδική Ελένη Μαρτίνου

«Εγώ δεν τη θαυμάζω απλώς. I wanna be her!», εκφράζει με ενθουσιασμό η Ρεβέκκα Καμχή. Δικαίως και δεν αποτελεί εξαίρεση με τη σκέψη της.

Η Ελένη Μαρτίνου δεν έχει χειροκροτηθεί αρκετά για την πρόσφατη προσφορά της στα κοινά επιλέγοντας έναν εντελώς αθόρυβο (ασυνήθιστο) τρόπο για να την πραγματοποιήσει.

Δώρισε 855 αρχαιότητες από τη συλλογή του πατέρα της Γιάννη Μαρτίνου στο Μουσείο Αρχαιολογίας και Ιστορίας της Τέχνης της Φιλοσοφικής σχολής του ΕΚΠΑ.

Αγαλματίδια, βάζα, σκεύη, κοσμήματα από την περίοδο του πρώιμου κυκλαδικού πολιτισμού μέχρι το Βυζάντιο.

Μεγαλειώδης κίνηση αφού όλα τα σοβαρά πανεπιστήμια του κόσμου διαθέτουν ενεργό μουσείο ενώ της Αθήνας παραμένει υποτυπώδες και αναξιοποίητο (αν όχι απαξιωμένο…).

«Συγκινητική θα έλεγα, διότι αποχωρίστηκα μια συλλογή με την οποία έζησα σαράντα πέντε χρόνια και της οποίας τα αντικείμενά γνώριζα ένα ένα», διευκρινίζει εκείνη.

«Και τώρα τα βλέπω ξαφνικά τη βλέπω σε καινούργιες προθήκες, σε έναν άλλο χώρο»…

Ελένη Μαρτίνου

Ο κόσμος τη ρωτούσε «πού πας να τα δώσεις», εκφράζοντας ομόφωνα έλλειψη εμπιστοσύνης στο ελληνικό πανεπιστήμιο.

«Αλλά από κάπου πρέπει να αρχίσει κανείς. Εκεί θα πιάσουν τόπο νομίζω. Για μένα ήταν μια συμβολική πράξη. Αν δεν την διαφυλάξουν, κακό δικό τους σκέφτηκα».

Η πολυσυζητημένη ιστορία του παλαιοπωλείου ξεκινάει με τον Θανάση Μαρτίνο από τη Στεμνίτσα και τη γυναίκα του που τον στηρίζει Ελένη Γιαννούκου (το όνομα της γιαγιάς της παίρνει η κυρία Μαρτίνου).

Εκείνος επιτηδευόταν το χρυσό και το ασήμι και εκείνη κένταγε φορεσιές. Πρόκοψαν.

Το 1895 άνοιξαν το πρώτο τους μαγαζί στο Μοναστηράκι στην οδό Πανδρόσου, πάνω από τα ερείπια της αρχαίας Αγοράς… Το 1925 μεταφέρθηκαν σε μεγαλύτερο μαγαζί στο νούμερο 50 του ίδιου δρόμου όπου ακόμη…

Απόκτησαν τέσσερα παιδιά -τον Γεράσιμο, τον Γιάννη, τον Αντρέα και την Σταυρούλα. Ο Γιάννης Μαρτίνος βοηθούσε τον πατέρα του. Όταν ανέλαβε το ηνία, έχαιρε ήδη της εμπιστοσύνης μεγάλων συλλεκτών –Μπενάκης, Σταθάτος, Κανελλόπουλος, Γουλανδρής

Όπως σημείωσε ο σημαντικός σκηνογράφος Βασίλης Φωτόπουλος στην έκδοση για τα εκατό χρόνια ζωής του παλαιοπωλείου το 1995 «ήταν ένα σπάνιο είδος ανθρώπου με ιδιοφυές μυαλό που είχε ανάγκη από ομορφιά».

Η Ελένη Μαρτίνου μπήκε στο μαγαζί στα δέκα εννιά της χρόνια. Μόλις δύο χρόνια αργότερα όταν πλέον αρρώστησε ο πατέρας της, ανέλαβε το παλαιοπωλείο εξ ολοκλήρου.

Ό,τι αγαπάς σε κατοικεί

«Σε ό,τι επενδύεις σε κατοικεί στο τέλος, όπου βάζεις τον εαυτό σου, το αγαπάς», δηλώνει χαρακτηριστικά μετά την εμπειρία τόσων ετών ανάμεσα σε θησαυρούς.

Το μέγεθός τους δεν έχει αποτιμηθεί αν και «από ένα σημείο και ύστερα εκσυγχρονιστήκαμε και τα έχουμε καταχωρημένα σε ηλεκτρονική μορφή».

Δεν σπούδασε, τα έμαθε όλα «στο πεδίο». Ανάμεσα στις ευθύνες της συμπεριλαμβάνεται και αυτή του εκτιμητή σε ιδιωτικές συλλογές. «Στη δουλειά μου όμως το ήμισυ του παντός είναι να ανανεώνεσαι, οπότε διαρκώς αγοράζω νέα αντικείμενα».

Το 2001 επεκτείνεται σε δεύτερο παλαιοπωλείο στο τριώροφο κτήριο της οδού Πινδάρου 24 στο Κολωνάκι, για λόγους χωρητικότητας αλλά και για να στεγάσει εκεί πιο «νεανικά», ανάλαφρα πράγματα.

Στον πάνω όροφο οργανώνονται ενίοτε εκθέσεις «αλλά δεν λειτουργούμε ως γκαλερί, δεν αναλαμβάνουμε καλλιτέχνες. Πρέπει να μας αρέσει η δουλειά και ας μην ξαναγίνει ποτέ» εξηγεί η Ελένη Μαρτίνου.

Ωστόσο αρκετοί νέοι δημιουργοί που εξέθεσαν στη συγκεκριμένη αίθουσα, άνοιξαν έκτοτε τα φτερά τους.

«Σημασία έχει να είσαι ευέλικτος και αυθεντικός σε αυτό που κάνεις», συμπληρώνει η Ρεβέκκα Καμχή.

Συζητώντας με δύο σπουδαίες κυρίες της Τέχνης στο Σαλόνι του συλλέκτη, προτού στηθεί…

«Στον κόσμο λέμε μπες και απλώς δες, είμαστε ανοιχτά με δωρεάν είσοδο. Και ο συλλέκτης που έχει τη γνώση και την οικονομική δύναμη θα στηρίξει για να συνεχίσουμε να υπάρχουμε».

Όπως συμφωνούν, ο αγοραστής αποτελεί έναν κρίκο στην αλυσίδα την οποία συνθέτουν και ο καλλιτέχνης, ο έμπορος και τα μουσεία.

Όλοι μαζί συνυφαίνουν έναν ιστό που μοιάζει πλέον να ενισχύεται ερήμην του Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης.

«Φαίνεται ελπιδοφόρο ότι στην Αθήνα συνυπάρχουν πλέον τόσο διαφορετικοί χώροι τέχνης με τόσο ξεχωριστούς σκοπούς ο καθένας», καταλήγει η Ελένη Μαρτίνου.