Πολιτισμός

Ανταπόκριση από τη Ζώμινθο: Το μινωικό ανάκτορο στα 1200 μέτρα στον Ψηλορείτη ανασκάπτει η Έφη Σαπουνά-Σακελλαράκη

WarningExclamation mark in a circleΑπαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη

Η φετινή ανασκαφή στη Ζώμινθο στην επέκταση έξω από το Κεντρικό Κτήριο υπό την διεύθυνση της Έφης Σαπουνά–Σακελλαράκη


Πώς γίνεται μία ανασκαφή πάνω στον Ψηλορείτη;

Πώς είναι να ξεκινά κάθε πρωί η ανασκαφική ομάδα από τα Ανώγεια, που είναι το πλησιέστερο χωριό -και η έδρα της βεβαίως- και να φθάνει σε υψόμετρο 1.200 μέτρων, όπου ο ήλιος… καίει λίγο παραπάνω αλλά και  οι καλοκαιρινές καταιγίδες είναι πιο δυνατές; Η αρχαιολόγος δρ Έφη Σαπουνά-Σακελλαράκη, που αυτήν την εποχή πραγματοποιεί την ανασκαφή στη Ζώμινθο, όπου έχει εντοπισθεί από τον αείμνηστο Γιάννη Σακελλαράκη το μοναδικό ως σήμερα μινωικό ανακτορικό κέντρο σε βουνό, έχει την απάντηση: Επιμονή, υπομονή και πολλή δουλειά.

Η φετινή ανασκαφή παρά τα προβλήματα, λόγω του κορωνοϊού, που επέβαλαν τον περιορισμό τον αριθμό των μελών της ομάδας -από τους επτά αρχαιολόγους που εργάζονταν συνήθως, τώρα συνεργάζεται μόνον ένας- συνεχίζεται με αμείωτο ρυθμό. Και ήδη τα αποτελέσματά της, τα οποία πάντως θα ανακοινωθούν πλήρως το φθινόπωρο, είναι εντυπωσιακά. Μία ανασκαφή άλλωστε ποτέ δεν μπορεί να ξέρει κανείς τι επιφυλάσσει. Όπως ανέλπιστα ευρήματα, που προκύπτουν απλώς από μία διερευνητική τομή. Όπως έγινε και φέτος.

Το σημαντικό είναι ότι ανακαλύφθηκαν και ερευνήθηκαν νέοι χώροι δίπλα στο κεντρικό κτήριο, που δείχνουν την μεγάλη έκταση που είχε το ανάκτορο, παράλληλα βέβαια και με τις αλλεπάλληλες χρονικές περιόδους της λειτουργίας του. Αρχίζοντας  από την Παλαιοανακτορική εποχή (1900 – 1700 π.Χ.), όταν φτιάχνονταν και τα ανάκτορα της Κνωσού, αλλά χωρίς ο χώρος να εγκαταλειφθεί ποτέ στη συνέχεια -μετά την κατάρρευση δηλαδή, των μινωικών ανακτόρων-, αφού η εγκατάσταση στη Ζώμινθο συνεχίσθηκε αδιάλειπτα μέσα στους αιώνες. Γιατί οι άνθρωποι επέστρεφαν κάθε φορά και ξανάχτιζαν και καθώς ο χρόνος περνούσε άλλαζαν και αυτοί. Πρώτα ήρθαν οι Μυκηναίοι, μετά οι άνθρωποι της Αρχαϊκής και της Κλασικής εποχής, μετά οι Ρωμαίοι, οι Βυζαντινοί, οι Ενετοί και, τέλος, Οθωμανοί. Όλοι άφηναν πίσω τα ίχνη τους.

Γιατί στον Ψηλορείτη

Όπως λέει η κυρία Σακελλαράκη, δύο μεγάλοι σεισμοί στη Μινωική εποχή είχαν καταστρέψει το ανάκτορο -ένας ακόμη έγινε στα ρωμαϊκά χρόνια-, για να ξανακτιστεί ωστόσο και πάλι. Η σημασία του άλλωστε ήταν πολύ μεγάλη για να το εγκαταλείψουν. Κυρίως για δύο λόγους: Ο πρώτος, γιατί βρίσκεται πάνω στη διαδρομή που ακολουθούσαν οι πιστοί προκειμένου να φθάσουν στο ιερό σπήλαιο του Ιδαίου Άντρου (περίπου στα 1500 μέτρα), ένα από τα αρχαιότερα λατρευτικά κέντρα της Ανατολικής Μεσογείου. Εκεί όπου κατά τον μύθο είχε καταφύγει η Ρέα για να γεννήσει τον Δία, μακριά από την απειλή του Κρόνου. Κι όπου, σύμφωνα με τον Όμηρο, ο Μίνωας ανέβαινε κάθε εννιά χρόνια για να πάρει τους θεόσταλτους νόμους, προκειμένου να κυβερνήσει. Είναι γνωστό άλλωστε, ότι και αυτή η συστηματική ανασκαφή στο σπήλαιο είχε γίνει από τον Γιάννη και την Έφη Σακελλαράκη το 1982 -1985 τεκμηριώνοντας την συνεχή ανθρώπινη παρουσία στο Ιδαίο Άντρο από την 4η π.Χ. χιλιετία ως τον 4ο μ.Χ. αιώνα.

Ανασκαφή με χαμηλές θερμοκρασίες σε υψόμετρο 1200 μέτρων

Ο δεύτερος λόγος της ίδρυσης αλλά και της επιμονής των Μινωιτών να ζουν σε τέτοιο υψόμετρο με τις κλιματολογικές συνθήκες μάλιστα εκείνης της εποχής ήταν καθαρά οικονομικός. Ο πλούτος του βουνού σε βότανα, απολύτως απαραίτητα για τη ζωή των ανθρώπων της εποχής,  γι’ αυτό το λόγο και εξαγώγιμα, ήταν η μία πηγή εσόδων. Αν και κυριότερη ήταν το πολύτιμο μαλλί και τα άλλα προϊόντα από τα πρόβατα που έβοσκαν στο βουνό οι βοσκοί. Άλλωστε, όπως αποκαλύπτουν οι πινακίδες της Γραμμικής Β της Κνωσού η οικονομία της βασιζόταν κυρίως στην κτηνοτροφία και την παραγωγή υφασμάτων από μαλλί αιγοπροβάτων. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν, ότι ακόμη και μετά από αιώνες πολλούς, ένα βενετσιάνικο τυροκομείο είχε λειτουργήσει στη Ζώμινθο ενώ το βουνό είναι σπαρμένο και σήμερα από τα μιτάτα των βοσκών.

Άποψη του κεντρικού ανακτόρου που υψωνόταν σε δύο ή και τρεις ορόφους

Η έκταση του ανακτόρου

Στη φετινή ανασκαφή ο προγραμματισμός προέβλεπε την έρευνα για την πρόσβαση στη βόρεια είσοδο του Κεντρικού κτηρίου. Τα προηγούμενα χρόνια είχε φανεί η μεγάλη έκταση του παλαιότερου συγκροτήματος, δηλαδή των Παλαιοανακτορικών χρόνων (1900 – 1700 π.Χ.) πάνω στο οποίο έχει χτιστεί το Κεντρικό κτήριο της Νεοανακτορικής περιόδου.

Το νεοανακτορικό κτήριο φαινόταν ότι ήταν μικρότερο σε έκταση από το παλαιότερο. Από τις τελευταίες έρευνες όμως αποδείχθηκε, ότι επεκτεινόταν σε όλο το λόφο, όπως το αρχαιότερο. Οι μεγάλες βεράντες στο νοτιότερο τμήμα, που είχε υποστεί και τη μεγαλύτερη καταστροφή στην δεκαετία του ΄60 και η ανατολική αυλή που χρησιμοποιήθηκε και στη Ρωμαϊκή εποχή, όπως έχει αποδειχθεί από τα νομίσματα των αυτοκρατόρων Μάρκου Αυρήλιο και Αδριανό, που έχουν βρεθεί, δηλώνουν την έκταση προς νότο και ανατολάς. Στο δυτικό τμήμα εξάλλου, αμέσως μετά την ανέγερση του Κεντρικού κτηρίου (περίπου 1700 π.Χ.) προσκολλήθηκαν σε αυτό σημαντικά εργαστήρια μεταλλουργίας, ορείας κρυστάλλου, καθώς και κεραμικό εργαστήριο, που έχει έρθει στο φως μαζί με τον μεγάλο του κλίβανο. Τέλος στο βορειοδυτικό τμήμα αποκαλύφθηκαν οι χώροι λατρείας όπου βρέθηκαν πολύτιμα αντικείμενα, όπως το ρυτό σε σχήμα κεφαλής ταύρου.

Η αρχαιoλόγος Έφη Σαπουνά-Σακελλαράκη στη μελέτη της κεραμικής στη Ζώμινθο

Από τις περσινές ανασκαφές ωστόσο αλλά και φέτος έχει αποκαλυφθεί έξω από το Κεντρικό κτήριο ένα ιερό, το «βόρειο ιερό» όπως το αποκαλεί η ανασκαφέας, στον βωμό του οποίου είχαν αποτεθεί πλήθος ιερών αντικειμένων (ρυτά κύπελλα κ.ά.). Το ιερό αυτό είναι κτισμένο πάνω σε παλαιότερο ακόμα, στο οποίο είχαν βρεθεί πολλά ειδώλια μεταξύ των οποίων «Η κυρά της Ζωμίνθου», επίσης δωμάτια με εξαιρετικά δάπεδα που διέθεταν σύστημα αγωγών και ασφαλώς ανήκαν στους άρχοντες αυτού του τόπου.

Σπουδαία ευρήματα

Γενικότερα άλλωστε, τα ευρήματα από την ανασκαφή της Ζωμίνθου είναι εντυπωσιακά, αρκεί να αναφερθούν τα λατρευτικά αντικείμενα όπως θυμιατήρια, χάλκινα εγχειρίδια, ένα πολύτιμο χάλκινο κύπελλο, ρυτά σε σχήμα ζώου και τα κύπελλα, χάλκινους πελέκεις οι δύο κύλικες που περιείχαν η πρώτη αστραγάλους (κότσια) τα οποία σχετίζονται με τελετές ενηλικίωσης ή άλλες μαγικές πράξεις και η δεύτερη κέρατο ελαφιού. Επίσης τον λίθινο τελετουργικό βωμό με τα χαραγμένα σύμβολα, η ερμηνεία των οποίων μελετάται, αλλά και το λεγόμενο «snake tube», δηλαδή ένας μεταλλικός κύλινδρος με χαραγμένα φίδια, το μαγικό σκήπτρο κατά κάποιον τρόπο, του ιερέα. Ή ακόμη τα πολλά αναθήματα, μεταξύ των οποίων περίτεχνες περόνες και περίαπτα, κοσμήματα, εγχειρίδια, ακόμη και ένα χρυσό έλασμα που βρέθηκε τυλιγμένο, αλλά όταν οι συντηρητές το ξετύλιξαν βρέθηκαν μπροστά στη χαραγμένη εικόνα ενός μινωικού πλοίου.

Χάλκινος διπλούς πέλεκυς από τα γνωστά ευρήματα της Ζωμίνθου

«Η σχέση ανάμεσα στη Ζώμινθο και το Ιδαίο Άντρο ήταν καθοριστική», όπως λέει η κυρία Σαπουνά- Σακελλαράκη. «Τα ευρήματα, μεταξύ των οποίων πολλά λατρευτικά αντικείμενα, φανερώνουν την εντελώς ιδιαίτερη χρήση του. Αρκεί να σκεφτεί κανείς, ότι το ιερατείο του Ιδαίου Αντρου, που απαρτιζόταν από ισχυρά γένη, δεν θα περιόριζε τη δραστηριότητα του σπηλαίου μόνο για τρεις περίπου μήνες, όσο το επέτρεπαν δηλαδή οι καιρικές συνθήκες. Ένα άλλο κέντρο, προσιτό στους ιερείς και στους πιστούς, θα έπρεπε να λειτουργεί τους λοιπούς μήνες. Και αυτό ήταν στη Ζώμινθο».

Λίθινος τελετουργικός βωμός, όπως είχε έρθει στο φως στη Ζώμινθο

Αλλά και η πολυτέλεια του κτηρίου αποκαλύπτει τη χρήση του ως έδρα σημαντικών παραγόντων της μινωικής ζωής. Με δύο ή και τρεις ορόφους σε μεγάλο μέρος του, κτισμένο με ογκόλιθους μήκους ενός μέτρου διέθετε πλακόστρωτα δωμάτια με πολυτελώς τοιχογραφημένους ιδιωτικούς χώρους, διαδρόμους, αυλές και φωταγωγούς, μεγάλο κλιμακοστάσιο, δεξαμενή καθαρμών και άλλους χώρους λατρείας και ομαδικών συγκεντρώσεων, όπως επίσης και εργαστήρια.

Χάλκινο ειδώλιο από τα γνωστά ευρήματα της Ζωμίνθου

Μια άλλη εικόνα του μινωικού κόσμου αποκαλύπτει εν τέλει η Ζώμινθος. «Ένα πολυτελές διοικητικό, πολιτικό και θρησκευτικό κέντρο», όπως λέει η ανασκαφέας του Έφη Σαπουνά-Σακελλαράκη.


ΣΧΟΛΙΑ