F

Άρθρα

Τα καλά και τα κακά της πανσπερμίας

Στην κρίση, ηγεσία σημαίνει φυγή προς τα εμπρόςσύγκρουση ΕΚΤ- Επιτροπής και ΕΜΣ;

Αντώνης Κεφαλάς-Αρθρογράφος


Η στήλη αυτή ασχολήθηκε χθες με την κατανομή των πόρων του Ταμείου Ανάπτυξης, με ιδιαίτερη αναφορά στην Ελλάδα.

Ένα βασικό συμπέρασμα που προέκυψε ήταν ότι οι πιο ώριμες οικονομίες – όπως της Γαλλίας και της Γερμανίας – επιδιώκουν να διαθέσουν τους συγκεκριμένους κοινοτικούς πόρους  πρωταρχικά σε δύο μεγάλους τομείς: τον ψηφιακό μετασχηματισμό και την μετάβαση στην πράσινη οικονομία.

Σε αντίθεση, λιγότερο ώριμες οικονομίες  — όπως η Πορτογαλία και η Ελλάδα—κατανέμουν τους πόρους σε πολύ περισσότερους τομείς, αν κι αυτές υιοθετούν κατά βάση τις ίδιες προτεραιότητες.

Για παράδειγμα, σύμφωνα με την ταξινόμηση που έχει σχηματίσει το Bruegel, λαμβάνοντας υπόψη τις προτάσεις όλων των κρατών-μελών της Ε.Ε., οι πόροι κατανέμονται σε 20 διαφορετικές υπό-ομάδες. Στην περίπτωση της Γαλλίας, για παράδειγμα, οι πόροι επικεντρώνονται σε μόλις 6 υπό-ομάδες. Στην περίπτωση της Ελλάδος οι πόροι διαχέονται σε 17 υπό-ομάδες.

Η ίδια αντιστοιχία παρατηρείται, για παράδειγμα, μεταξύ της Γερμανίας και της Πορτογαλίας.

Είναι σαφές ότι αυτό οφείλεται σε δύο κεντρικούς παράγοντες:

  • Χώρες όπως η Πορτογαλία αντιμετωπίζουν την ανάγκη να αναπτύξουν ταυτόχρονα πολλούς τομείς της οικονομίας—αυτή είναι, εξάλλου, μία όψη της σχετικής υπανάπτυξης. Ειδικά, δε, για την Ελλάδα η χαμένη δεκαετία 2010-2019 κάνει το πρόβλημα ακόμη μεγαλύτερο. Οικονομίες, όμως, όπως της Γερμανίας που δεν αντιμετωπίζουν ούτε μεγάλη περιφερειακή ανισότητα ούτε πολλούς φθίνοντες τομείς, η επικέντρωση στην αντιμετώπιση των δύο μεγάλων προκλήσεων των καιρών μας, είναι εκ των ουκ άνευ.
  • Οι Ελλάδα και Πορτογαλία αντιμετωπίζουν τον ανταγωνισμό σε διαφορετικό πολιτικό και οικονομικό επίπεδο απ’ ότι οι Γαλλία και Γερμανία. Για τις πρώτες, το θέμα είναι να μην χάσουν το τραίνο της ψηφιακής επανάστασης και της κλιματικής αλλαγής. Για τις δεύτερες είναι θέμα που άπτεται της γεωπολιτικής θέσης τους και της ικανότητας τους να αντέξουν στον παγκόσμιο ανταγωνισμό.

Κρίσιμο είναι το ερώτημα αν η στρατηγική που έχει υιοθετήσει η χώρα μας ενδείκνυται  ως προς τον βασικό στόχο της – τον εκσυγχρονισμό της παραγωγικής βάσης της και την δημιουργία προϋποθέσεων για ταχύρρυθμη ανάπτυξη;

Η απάντηση είναι μάλλον σαφής αλλά και μάχιμη.

Μία σχολή μπορεί να υποστηρίξει πως η μικρή χώρα δεν μπορεί να τα κάνει όλα. Είναι προτιμότερο, λοιπόν, να βάλει όλα τα αυγά της σ’ ένα καλάθι και να κατευθύνει τους πόρους του Ταμείου  Ανάπτυξης επικεντρωμένα σε λίγους τομείς –με την λογική της Γαλλίας και της Γερμανίας. Θα ελπίζει τότε πως έτσι θα αποκτήσει ένα σημαντικό συγκριτικό πλεονέκτημα που θα μπορέσει να το εκμεταλλευτεί αν όχι σε παγκόσμιο πλαίσιο πάντως σε ευρύτατο περιφερειακό πεδίο. Η πανσπερμία της κατανομής κινδυνεύει να μην της δώσει πλεονέκτημα σε κάποιον τομέα.

Η άλλη σχολή υποστηρίζει πως η ανάπτυξη δεν μπορεί να είναι βιώσιμη αν στηρίζεται σε σιλό – δηλαδή σε 2-3 τομείς—ενώ στο ευρύτερο περιβάλλον κυριαρχεί η υπανάπτυξη. Από πλευράς κοινωνικής δικαιοσύνης – οπότε και πολιτικής σταθερότητας—η κυβερνητική επιλογή είναι η ενδεδειγμένη.

Εξάλλου, παρατηρείται ότι σε όλες τις εκφάνσεις του ο ψηφιακός μετασχηματισμός συγκεντρώνει περίπου το 27%-28% των πόρων και η πράσινη οικονομία σχεδόν το 40%.

Η διαφορά με τις ώριμες οικονομίες είναι ότι τα δικά τους προγράμματα για τους δύο αυτούς τομείς είναι αμιγή και αυτοτελή, ενώ τα δικά μας φτάνουν αυτά τα υψηλά ποσοστά μόνο σε συνδυασμό με άλλες δράσεις – οπότε και η ακριβής συμμετοχή όπως και η ακριβής επίπτωση τους δεν μπορεί να είναι σαφής. Ταυτόχρονα, δύσκολο θα είναι να προσδιοριστεί σε βάθος χρόνου και ο βαθμός επίτευξης των στόχων ως προς την αποτελεσματικότητα.

Η απόφαση είναι εν πολλοίς και πολιτική-ιδεολογική. Στην περίπτωση της ελληνικής κυβέρνησης είναι ορατή η επιδίωξη να μην αυξηθούν οι ανισότητες – πράγμα που θα συνέβαινε αν η μεγάλη πλειοψηφία των δράσεων ήταν αμιγώς επικεντρωμένες στην ψηφιακή επανάσταση και στην κλιματική αλλαγή.

Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση φαίνεται να έχει υιοθετήσει μία προσέγγιση που δεν συνηθίζεται στην Ελλάδα. Δηλαδή, ότι η ανάπτυξη δεν μπορεί να πετύχει αν οι αναπτυξιακοί πόλοι  δεν δρουν σ’ ένα ευρύτερο περιβάλλον που να την προωθεί.

Αν η νοοτροπία αυτή είχε επικρατήσει και στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, ίσως να είχε τότε πετύχει και η προσπάθειας εκβιομηχάνισης της χώρας.



ΣΧΟΛΙΑ