Υπήρχε μια εποχή που η ελληνική τηλεόραση διαμόρφωνε την καθημερινότητα. Δημιουργούσε γεγονότα, αναδείκνυε πρόσωπα, γεννούσε συζητήσεις. Ήταν εκείνη που καθόριζε την ατζέντα. Σήμερα, η ατζέντα καθορίζει εκείνη.
Δεν είναι υπερβολή να πει κανείς ότι η ελληνική τηλεόραση βρίσκεται στη μεγαλύτερη κρίση ταυτότητάς της από την εμφάνιση της ιδιωτικής τηλεόρασης. Και το πιο ανησυχητικό δεν είναι η μείωση της τηλεθέασης. Είναι ότι δείχνει να μην αντιλαμβάνεται γιατί συμβαίνει.
Οι πρωινές ψυχαγωγικές και lifestyle εκπομπές αποτελούν το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Κάθε μέρα, επί ώρες, τα ίδια πρόσωπα σχολιάζουν τα ίδια πρόσωπα. Το ένα κανάλι αναλύει το πρόγραμμα του άλλου. Τα πάνελ κρίνουν συνεντεύξεις που οι ίδιοι οι δημοσιογράφοι επιδίωξαν να εξασφαλίσουν. Οι καλεσμένοι αποθεώνονται στο πλατό και λίγες ώρες αργότερα γίνονται αντικείμενο ειρωνείας ή χλευασμού σε κάποιο άλλο παράθυρο. Ένα κλειστό κύκλωμα ανθρώπων που παρακολουθεί τον εαυτό του.
Κι όταν δεν υπάρχει αρκετό «τηλεοπτικό» υλικό, επιστρατεύεται το διαδίκτυο. Ένα podcast. Ένα βίντεο στο YouTube. Ένα TikTok που έγινε viral. Μια ανάρτηση στο Instagram. Δημιουργοί που μέχρι πριν λίγα χρόνια αντιμετωπίζονταν με συγκατάβαση έχουν μετατραπεί στους βασικούς προμηθευτές περιεχομένου της τηλεόρασης. Και καλά κάνουν.
Οι YouTubers, οι podcasters και οι ανεξάρτητοι δημιουργοί δεν περίμεναν την έγκριση κανενός καναλιού. Δημιούργησαν κοινότητες, επένδυσαν σε πρωτότυπες ιδέες, πειραματίστηκαν, απέτυχαν και ξαναπροσπάθησαν. Παράγουν πρωτογενές περιεχόμενο. Η τηλεόραση, αντίθετα, συχνά αρκείται στην αναπαραγωγή του.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι αναφέρεται σε όσα συμβαίνουν στο διαδίκτυο. Το πρόβλημα είναι ότι πολύ συχνά δεν έχει τίποτε δικό της να προσθέσει. Δεν ερευνά, δεν αποκαλύπτει, δεν δημιουργεί. Απλώς σχολιάζει.
Και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο παράδοξο. Η ελληνική τηλεόραση δεν ανταγωνίζεται πλέον το απέναντι κανάλι. Ανταγωνίζεται το κινητό τηλέφωνο του τηλεθεατή. Το YouTube. Το Netflix. Το TikTok. Τα podcasts. Δηλαδή πλατφόρμες όπου ο χρήστης επιλέγει τι θα δει, πότε θα το δει και για πόση ώρα. Εκεί βρίσκεται η πραγματική μάχη. Κι όμως, αντί για επανεφεύρεση, βλέπουμε διαχείριση.
Το πρόσφατο τέλος της συνεργασίας της Φαίης Σκορδά με το κανάλι όπου εμφανιζόταν, σύμφωνα με τα δημοσιεύματα για οικονομικούς λόγους, είναι ενδεικτικό της νέας πραγματικότητας. Δεν αφορά το συγκεκριμένο πρόσωπο. Αφορά ένα ολόκληρο μοντέλο. Στην τηλεόραση του 2026 κανείς δεν είναι πλέον αδιαπραγμάτευτος. Όταν τα νούμερα δεν δικαιολογούν το κόστος, ακόμη και οι πιο προβεβλημένες εκπομπές ολοκληρώνουν τον κύκλο τους.
Αλλά το πραγματικό ερώτημα δεν είναι ποια εκπομπή κόβεται. Είναι τι γεννιέται στη θέση της. Και εκεί βρίσκεται η μεγάλη απογοήτευση. Η απάντηση, τις περισσότερες φορές, είναι… μια επανάληψη.
Ένα παλιό επιτυχημένο σίριαλ. Μια σειρά που αγαπήθηκε πριν από δεκαπέντε ή είκοσι χρόνια. Δεν συμβαίνει μόνο σε έναν σταθμό. Είναι η κοινή συνταγή σχεδόν όλων των καναλιών.
Οι επαναλήψεις ασφαλώς έχουν κοινό. Κανείς δεν αμφισβητεί την αξία πολλών ελληνικών σειρών που άντεξαν στον χρόνο. Όταν όμως γίνονται η βασική απάντηση στην έλλειψη νέου προγράμματος, παύουν να είναι φόρος τιμής στην τηλεοπτική ιστορία και μετατρέπονται σε ομολογία δημιουργικής αδυναμίας.
Είναι σαν ένας εκδότης που, αντί να αναζητήσει τον επόμενο σπουδαίο συγγραφέα, να τυπώνει συνεχώς τα ίδια μπεστ σέλερ επειδή ξέρει ότι θα πουλήσουν. Η νοσταλγία δεν είναι στρατηγική. Είναι καταφύγιο.
Την ίδια ώρα, στο εξωτερικό, οι μεγάλοι τηλεοπτικοί οργανισμοί έχουν αντιληφθεί ότι η επιβίωση δεν θα έρθει μέσα από περισσότερα πάνελ και περισσότερη ανακύκλωση. Επενδύουν σε streaming πλατφόρμες, σε ποιοτικά ντοκιμαντέρ, σε μεγάλες σειρές, σε ερευνητική δημοσιογραφία, σε συνεργασίες με ανεξάρτητους δημιουργούς και σε νέο ψηφιακό περιεχόμενο. Αναζητούν νέους τρόπους να αφηγηθούν ιστορίες και να ξανακερδίσουν το κοινό τους.
Στην Ελλάδα, αντίθετα, συνεχίζουμε να πιστεύουμε ότι τέσσερις ώρες σχολιασμού για το τι είπε ένας παρουσιαστής σε μια άλλη εκπομπή συνιστούν ψυχαγωγία. Δεν συνιστούν. Συνιστούν τηλεοπτική στασιμότητα.
Η ελληνική τηλεόραση εξακολουθεί να διαθέτει εξαιρετικούς δημοσιογράφους, ικανούς παρουσιαστές, δημιουργικούς σκηνοθέτες και ανθρώπους με φαντασία. Εκείνο που φαίνεται να λείπει είναι η απόφαση να επενδυθούν χρήματα και εμπιστοσύνη σε κάτι καινούργιο.
Γιατί η κρίση της τηλεόρασης δεν είναι κρίση προσώπων. Είναι κρίση ιδεών. Και όσο οι διοικήσεις θα επιλέγουν την ασφάλεια της επανάληψης αντί για το ρίσκο της δημιουργίας, η απόσταση από το κοινό θα μεγαλώνει.
Η τηλεόραση δεν πεθαίνει επειδή το κοινό την εγκατέλειψε. Το κοινό εγκατέλειψε μια τηλεόραση που σταμάτησε να το εκπλήσσει. Και αυτό είναι ίσως το πιο σκληρό συμπέρασμα.
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Δ. Φιλιώτης (Φαρμασέρβ-Lilly): Ο “Captain” που γράφει ιστορία – Μια διαδρομή που άλλαξε την Υγεία στην Ελλάδα
- Θανάσης Ζαμάνης: Ένας «μάχιμος» δικηγόρος στο τιμόνι του ΕΟΠΥΥ
- Δόμνα Μιχαηλίδου: Όλο το νέο πακέτο για την ανέγερση κοινωνικών κατοικιών
- Ο γιος μεταναστών που έσωσε ένας οπτομέτρης: Η άγνωστη ιστορία του Ράστοντερ που αγοράζει ο Παναθηναϊκός έναντι 3,5 εκατ. ευρώ