Ένας ήρωας παίρνει το όπλο του και σκοτώνει βιαστές που αθωώθηκαν στο δικαστήριο. Αυτό σαν σενάριο ταινίας, θα μπορούσε να τύχει καλής υποδοχής ή αδιαφορίας. Η αντιμετώπιση όμως αλλάζει όταν οι βιαστές αθωώνονται επειδή μεγάλωσαν με άλλες αρχές, που θέλουν τη γυναίκα καλυμμένη, και το δικαστήριο βρίσκει ελαφρυντικά στη δυσκολία προσαρμογής τους σε μια δυτική χώρα, όπου τα κορίτσια «προκαλούν δείχνοντας τα στήθη και τα πόδια τους».
Η ταινία Citizen Vigilante είναι η πιο συζητημένη της χρονιάς. Ο θόρυβος ξεκίνησε από μια απόφαση λογοκρισίας. Στη Γερμανία κόπηκε από τον FSK, τον οργανισμό ηλικιακής ταξινόμησης ταινιών, που καθορίζει σε ποιο κοινό επιτρέπεται να προβληθεί μια ταινία. Χωρίς αυτή την πιστοποίηση, μια ταινία δεν μπορεί να διανεμηθεί στη γερμανική αγορά. Έτσι η άρνηση λειτούργησε σαν de facto απαγόρευση.
Στο Ηνωμένο Βασίλειο η ταινία δεν βρήκε διανομέα να την αναλάβει και έτσι όλος ο πλανήτης έμαθε ότι υπάρχει ένα έργο που λογοκρίνεται. Λίγο το ένα, λίγο το άλλο, το κοινό ήθελε οπωσδήποτε να μάθει περί τίνος πρόκειται. Δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει αυτό, ούτε θα είναι η τελευταία. Η ιστορία είναι γεμάτη από τέτοιες στιγμές αυτοαναίρεσης, όπου η απαγόρευση λειτουργεί σαν μεγάφωνο αντί για φίμωτρο.
Ο σκηνοθέτης Ούβε Μπολ έχει κάνει στο παρελθόν κινηματογραφικά πειράματα με βιντεοπαιχνίδια παίρνοντας κάποιες από τις χειρότερες κριτικές στην ιστορία του σινεμά. Είναι κάτι για το οποίο περηφανεύεται. Αυτή τη φορά όμως δεν μιλάμε για μια αποτυχημένη μεταφορά ενός βιντεοπαιχνιδιού. Μιλάμε για μια ταινία που άγγιξε κάτι πολύ πιο ευαίσθητο από το αν είναι καλοφτιαγμένη ή όχι.
Ο πρωταγωνιστής της ταινίας έχει χάσει την εμπιστοσύνη του στη δικαιοσύνη και αποφασίζει να την αντικαταστήσει μόνος του. Δεν είναι πρωτότυπη ιδέα, το σινεμά της αυτοδικίας υπάρχει εδώ και δεκαετίες. Αυτό που άλλαξε το κλίμα γύρω από την ταινία δεν είναι η πλοκή, είναι το ποιοι εμφανίζονται ως θύματα και ποιοι ως θύτες μέσα σε αυτήν.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία της υπόθεσης. Οι γερμανικές αρχές φοβήθηκαν ότι ο τρόπος με τον οποίο η ταινία συνδέει τη βία με τη μετανάστευση θα μπορούσε να πυροδοτήσει εχθρότητα. Ίσως να έχουν δίκιο σε κάποιο βαθμό, ίσως όχι. Αυτό όμως που δεν μπορούν να ελέγξουν είναι το γιατί τόσος κόσμος αναγνωρίζει κάτι οικείο σε αυτή την ιστορία.
Η ταινία δεν εφηύρε την ανασφάλεια που νιώθουν πολλοί Ευρωπαίοι απέναντι σε μια δικαιοσύνη που τους φαίνεται αργή, γραφειοκρατική και άδικη. Απλώς τη φωτογράφισε, με τον δικό της υπερβολικό, κινηματογραφικό τρόπο. Καταγράφει την κατανόηση απέναντι στον εγκληματία επειδή δεν κατάφερε να προσαρμοστεί στις δυτικές αξίες. Οι απροσάρμοστοι μετανάστες βλέπουν το κορίτσι με κοντή φούστα ως πρόκληση. Το βιάζουν ομαδικά, «επειδή το άξιζε».
Δεν ενόχλησε η βία καθαυτή, ούτε η ποιότητα του σεναρίου. Ενόχλησε επειδή η ταινία άγγιξε κάτι που πολλοί προτιμούν να μη συζητούν ανοιχτά. Και όταν ένα έργο τέχνης αγγίζει μια πληγή, η πιο εύκολη αντίδραση είναι να προσπαθούν να το κρύψουν, με την ελπίδα ότι έτσι θα εξαφανιστεί και το πρόβλημα που περιγράφει. Δεν εξαφανίζεται όμως. Ποτέ δεν εξαφανίστηκε.
Η παρέμβαση του Έλον Μασκ ήρθε να προσθέσει ένα ακόμα επίπεδο ειρωνείας στην όλη ιστορία. Διαθέτοντας την ταινία δωρεάν στο X για 48 ώρες, έκανε την καλύτερη διαφήμιση που θα μπορούσε να φανταστεί ο σκηνοθέτης. Οι επικριτές του Μασκ τον κατηγόρησαν ότι νομιμοποίησε ένα έργο που θεωρούν επικίνδυνο. Οι υποστηρικτές του τον χειροκρότησαν ως υπερασπιστή της ελευθερίας της έκφρασης. Και οι δύο πλευρές, χωρίς να το καταλαβαίνουν, βοήθησαν την ταινία να φτάσει τα 10 εκατομμύρια θεατές τις δυο πρώτες μέρες.
Το ποσοστό αποδοχής του κοινού άγγιξε το 95% στις αξιολογήσεις τους με αστεράκια, ενώ οι κριτικοί την κατέρριψαν σχεδόν ομόφωνα. Αυτό το χάσμα από μόνο του λέει πολλά. Δεν είναι απλώς διαφορά γούστου. Είναι η απόσταση ανάμεσα σε όσους αναλύουν μια ταινία με τους κανόνες της τέχνης και σε όσους αναγνωρίζουν μέσα της κάτι από τη δική τους καθημερινότητα.
Καμία επιτροπή ταξινόμησης, κανένας αποκλεισμός διανομέα, καμία απόφαση λογοκρισίας δεν κατάφερε να σταματήσει το Citizen Vigilante. Το αντίθετο μάλιστα, το βοήθησε να ταξιδέψει παντού. Και αυτό δεν είναι τυχαίο. Το κοινό δεν χρειάζεται πατρονάρισμα. Έχει μυαλό να κρίνει.
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Μιχάλης Στασινόπουλος (ElvalHalcor): Στις 13 Ιουλίου η AMK – Το raodshow στην Αγγλία και οι επενδύσεις στην ανακύκλωση
- The Chalet Edition: Όταν η Mulliner συνάντησε τον Gstaad Guy
- Profile: Το ράλι της μετοχής, τα πακέτα, η διπλή επιβράβευση των μετόχων και οι εξελίξεις που τρέχουν
- «Δεν σας φοβόμαστε»: Στο στόχαστρο της κυβέρνησης η κουλτούρα ανοχής