Αντίστροφα συνεχίζει να μετρά το «ασφαλιστικό ρολόι» για χιλιάδες ασφαλισμένους, με τη συζήτηση για τα όρια ηλικίας να μεταφέρεται χρονικά, αλλά όχι να κλείνει.

Η κυβερνητική απόφαση να μην εξεταστεί καμία αλλαγή μέσα στο 2026 και να μετατεθεί η επανεξέταση για το 2029 λειτουργεί ως προσωρινή ανάσα, ωστόσο δεν αφορά όλους το ίδιο.

1

Στην πραγματικότητα, στο επίκεντρο –και στο μεγαλύτερο ρίσκο– μπαίνουν πλέον οι σημερινοί 50 έως 55 ετών, οι οποίοι δεν θα έχουν συμπληρώσει το 62ο έτος της ηλικίας τους έως το 2030 και ενδέχεται να «πιαστούν» σε έναν νέο κύκλο αυξήσεων των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης. Για αυτή την ηλικιακή ομάδα, το πάγωμα των αλλαγών δεν αποτελεί ασπίδα προστασίας, αλλά απλώς μεταθέτει χρονικά τις κρίσιμες αποφάσεις.

Η κυβέρνηση έχει ξεκαθαρίσει ότι το 2026 δεν ανοίγει θέμα αύξησης ορίων ηλικίας, παρά τις ισχυρές συστάσεις διεθνών οργανισμών λόγω της επιταχυνόμενης γήρανσης του πληθυσμού. Η σύνδεση των ορίων ηλικίας με το προσδόκιμο ζωής άνω των 65 ετών –μηχανισμός που έχει θεσμοθετηθεί ήδη από το 2010– παραμένει ανενεργή και μεταφέρεται για επανεξέταση το 2029, με τυχόν αλλαγές να εφαρμόζονται από 1/1/2030.

Τα ισχύοντα όρια των 67 ετών για πλήρη σύνταξη ή των 62 ετών με 40 χρόνια ασφάλισης παραμένουν αμετάβλητα για τα επόμενα τρια χρόνια. Ωστόσο, η μεγάλη εικόνα δεν αλλάζει. Η Ελλάδα συγκαταλέγεται ήδη στις πιο «γερασμένες» χώρες της Ευρώπης και η αναλογία συνταξιούχων προς εργαζόμενους επιδεινώνεται με ταχύ ρυθμό.

Αυτός ακριβώς είναι και ο λόγος που οι σημερινοί 57άρηδες και 58άρηδες θεωρούνται οι «κερδισμένοι» της περιόδου. Μέχρι το 2030 θα έχουν φτάσει το 62ο έτος και, εφόσον συμπληρώνουν 40ετία, θα έχουν θεμελιώσει δικαίωμα συνταξιοδότησης χωρίς να επηρεαστούν από ενδεχόμενες μελλοντικές αυξήσεις.

Αντίθετα, οι 50άρηδες και 55άρηδες βρίσκονται σε γκρίζα ζώνη, καθώς μπορεί να κληθούν να εργαστούν περισσότερο, ακόμη και μέχρι τα 68 ή 69 έτη, ή στα 64 με 40 χρόνια ασφάλισης, εφόσον ενεργοποιηθεί ο μηχανισμός προσαρμογής.

Το ασφαλιστικό «πάγωμα» έως το 2029, λοιπόν, δεν σημαίνει ότι το θέμα έχει κλείσει. Σημαίνει απλώς ότι η δύσκολη πολιτική απόφαση μεταφέρεται χρονικά. Και όταν αυτή ληφθεί, οι πρώτοι που θα τη νιώσουν δεν θα είναι όσοι βρίσκονται κοντά στη σύνταξη, αλλά όσοι σήμερα είναι στην καρδιά της παραγωγικής ηλικίας και βλέπουν τον ορίζοντα εξόδου να απομακρύνεται. Με άλλα λόγια, το 2026 δεν είναι χρονιά αλλαγών, αλλά το 2029 είναι ήδη «κυκλωμένο».

Πως θα εφαρμοστεί η αύξηση

Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη της Αναλογιστικής Αρχής, το 2030 τα νομοθετημένα όρια ηλικίας των 62 και 67 ετών εκτιμάται ότι θα αυξηθούν κατά περίπου 1,5 έτος. Σήμερα τα όρια ηλικίας έχουν «κλειδώσει» σε δύο βασικές κατηγορίες:

  • Στα 62 έτη, με προϋπόθεση συμπλήρωσης 40 ετών ασφάλισης (12.000 ένσημα).
  • Στα 67 έτη, με τουλάχιστον 15 έτη ασφάλισης (4.500 ένσημα).

Πηγές του υπουργείου Εργασίας αναφέρουν ότι δεν προβλέπεται άμεση αύξηση, σημειώνοντας ότι η Ελλάδα έχει ήδη προχωρήσει σε μεγάλες αυξήσεις ορίων σε προηγούμενες περιόδους. Ειδικότερα:

  • από 1/1/2013 τα όρια αυξήθηκαν στα 62 και 67 έτη,
  • με τον Νόμο 4336/2015 αυξήθηκαν και όλα τα ενδιάμεσα όρια ηλικίας.

Παράλληλα, ειδικοί στην κοινωνική ασφάλιση επισημαίνουν ότι οι αλλαγές μετά το 2029 θα εξαρτηθούν από τρεις δημογραφικούς δείκτες:

  • Δείκτης εξάρτησης ηλικιωμένων άνω των 65 προς τον οικονομικά ενεργό πληθυσμό: εκτιμάται ότι κινείται προς το 60% από 39% σήμερα.
  • Δείκτης γήρανσης: για κάθε 170 ηλικιωμένους αντιστοιχούν 100 άτομα εργάσιμης ηλικίας.
  • Δείκτης γονιμότητας: από 1,3 παιδιά το 2018 αυξήθηκε οριακά σε 1,5 το 2022, παραμένοντας χαμηλότερος από το 2,1.

Στο ίδιο πλαίσιο, το ισοζύγιο γεννήσεων – θανάτων παραμένει ελλειμματικό, με τη διαφορά να διπλασιάζεται μέσα σε μία πενταετία:

-33.856 άτομα το 2018

-64.706 άτομα το 2022

Την ίδια ώρα, η πρόβλεψη του ΟΟΣΑ αναφέρει ότι στην Ελλάδα η ηλικία των 62 ετών για σύνταξη με 40 χρόνια ασφάλισης μπορεί να αυξηθεί στα 66 έτη μέχρι το 2050. Η έκθεση «Pensions at a Glance 2025» του ΟΟΣΑ καταγράφει ότι η Ελλάδα έχει από τα χαμηλότερα πραγματικά όρια συνταξιοδότησης διεθνώς, όταν πολλές ευρωπαϊκές χώρες κινούνται ήδη στα 66–67.

Στην ίδια έκθεση αναφέρεται ότι μεγαλύτερη επιβάρυνση θα επωμιστούν οι νέοι 22 ετών που μπήκαν στην αγορά εργασίας το 2024, καθώς η μέση ηλικία συνταξιοδότησής τους από τα 62 έτη εκτιμάται ότι θα ανέβει στα 66. Στην ηλικία αυτή θα έχουν συμπληρώσει 44 έτη ασφάλισης, αντί για 40 που απαιτούνται σήμερα.

Στον ιδιωτικό τομέα, η Ελλάδα εμφανίζεται με κανονική ηλικία συνταξιοδότησης περίπου στα 62 έτη. Στον δημόσιο τομέα, η ηλικία αυτή καταγράφεται χαμηλότερα, γύρω στα 60–61 έτη.

Τέλος, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων (EIOPA), μελλοντικά τα δημόσια συστήματα κοινωνικής ασφάλισης θα αντιμετωπίσουν δυσκολίες στη χρηματοδότηση των συντάξεων λόγω της επιδείνωσης του λόγου εργαζομένων προς συνταξιούχους, εξέλιξη που στην Ελλάδα εκτιμάται ότι θα είναι εντονότερη λόγω της ισχυρότερης δημογραφικής γήρανσης.

Διαβάστε επίσης

Υποδομές και ακίνητα: Πώς διαμορφώνονται οι πόλεις του αύριο

Νίκη Κεραμέως: Στα 1.516 ευρώ ο μέσος μισθός πλήρους απασχόλησης

Κυριάκος Μητσοτάκης: Μέσα στον Μάρτιο η τελική εισήγηση για τη Συνταγματική Αναθεώρηση – Μηδενική ανοχή στους διακινητές μεταναστών