Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Add mononews.gr on Google

Οι αναταράξεις στις ευρωπαϊκές αγορές ομολόγων πυροδοτούν συζητήσεις για την αποτελεσματικότητα των εργαλείων που διαθέτουν οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής, προκειμένου να διασφαλίσουν την ομαλή λειτουργία των αγορών σε περίπτωση μιας ευρύτερης χρηματοπιστωτικής κρίσης.

Ορισμένοι αναλυτές στρέφουν την προσοχή τους στις πράξεις επαναγοράς (repo) της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), μέσω των οποίων οι τράπεζες αποκτούν πρόσβαση σε ρευστότητα παρέχοντας εξασφαλίσεις. Παρότι το πρόγραμμα δεν σχεδιάστηκε ως μηχανισμός αντιμετώπισης κρίσεων, θεωρείται σημαντική πηγή χρηματοδότησης σε περίπτωση περαιτέρω σύσφιξης των συνθηκών ρευστότητας.

1

Ωστόσο, η χρήση των λεγόμενων Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης (Main Refinancing Operations – MRO) παραμένει περιορισμένη, καθώς οι τράπεζες μπορούν σήμερα να εξασφαλίσουν χρηματοδότηση με χαμηλότερο κόστος από την αγορά.

Παρότι εξακολουθεί να υπάρχει άφθονη ρευστότητα, οι αναλυτές επισημαίνουν ότι η προσφυγή στον συγκεκριμένο μηχανισμό συνοδεύεται από ένα «στίγμα», καθώς μπορεί να εκληφθεί ως ένδειξη οικονομικής δυσχέρειας.

«Δεν έχω συναντήσει ποτέ τμήμα διαχείρισης διαθεσίμων τράπεζας που να μου έχει πει ότι το στίγμα δεν αποτελεί πρόβλημα», δήλωσε ο Ρόχαν Κάνα (Rohan Khanna), επικεφαλής στρατηγικής για τα ευρωπαϊκά επιτόκια στην Barclays.

Το παράδειγμα της Τράπεζας της Αγγλίας

Η ΕΚΤ ενθαρρύνει τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να χρησιμοποιούν τακτικά τις βραχυπρόθεσμες πράξεις χρηματοδότησής της στο πλαίσιο της διαχείρισης της ρευστότητάς τους.

Αναλυτές της αγοράς εκτιμούν ότι η κεντρική τράπεζα θα μπορούσε να ακολουθήσει το παράδειγμα της Τράπεζας της Αγγλίας, καθιστώντας ελκυστικότερο το κόστος χρηματοδότησης, ώστε να περιοριστεί και το στίγμα που συνδέεται με τη χρήση του μηχανισμού.

Μόνο αυτή την εβδομάδα, οι τράπεζες άντλησαν από τη βραχυπρόθεσμη διευκόλυνση repo της Bank of England σχεδόν το ιστορικά υψηλό ποσό των 132 δισ. λιρών (175 δισ. δολάρια).

Το ποσό αυτό ήταν υπεροκταπλάσιο των 18 δισ. ευρώ (20 δισ. δολάρια) που δανείστηκαν οι τράπεζες από το αντίστοιχο εβδομαδιαίο πρόγραμμα της Ευρωζώνης.

«Εδώ είναι που η Ευρωζώνη μπορεί επίσης να διδαχθεί από το Ηνωμένο Βασίλειο», δήλωσε ο Έντι Γκέρμπα (Eddie Gerba), επισκέπτης ανώτερος ερευνητής στο London School of Economics, ο οποίος έχει πραγματοποιήσει στο παρελθόν έρευνες για την Τράπεζα της Αγγλίας και έχει συμβουλεύσει την ΕΚΤ.

«Υπάρχουν διδάγματα σχετικά με το πώς μπορεί να αναπτύξει περαιτέρω την αγορά repo και να ενισχύσει τη σημασία της στη βραχυπρόθεσμη χρηματοδότηση του τραπεζικού τομέα», πρόσθεσε.

Η πλεονάζουσα ρευστότητα υποχωρεί προς τα 2 τρισ. ευρώ

Το ζήτημα αποκτά μεγαλύτερη σημασία καθώς τα πλεονάζοντα αποθεματικά στην Ευρωζώνη έχουν μειωθεί προς τα 2 τρισ. ευρώ, από επίπεδα άνω των 4,5 τρισ. ευρώ πριν από τέσσερα χρόνια.

Η εξέλιξη αυτή έχει συμβάλει στην άνοδο των επιτοκίων repo στην Ευρωζώνη, τα οποία βρίσκονται στα υψηλότερα επίπεδα από τον Μάρτιο του 2025.

Η RBC Capital Markets εκτιμά ότι τα επιτόκια αυτά ενδέχεται να αυξηθούν περαιτέρω εξαιτίας του μεγάλου όγκου εκδόσεων κρατικών ομολόγων, επισημαίνοντας ιδιαίτερα το σχέδιο-ρεκόρ χρηματοδότησης της Γαλλίας για το 2027.

Τα πολιτικά και δημοσιονομικά προβλήματα της Γαλλίας ενισχύουν τον κίνδυνο μετάδοσης των πιέσεων στην υπόλοιπη περιοχή.

Η RBC χαρακτήρισε την «ασυνήθιστα απότομη κίνηση» στις ευρωπαϊκές αγορές repo στα τέλη του περασμένου μήνα ως «δυσοίωνο μήνυμα» για την περαιτέρω σύσφιξη της ρευστότητας.

Ο Αντρέα Απέντου (Andrea Appeddu), διευθυντής ερευνών της Citigroup, επισήμανε ότι μέχρι στιγμής η ζήτηση χρηματοδότησης μέσω των πράξεων MRO δεν επαρκεί για να αντισταθμίσει τη μείωση της πλεονάζουσας ρευστότητας.

Οι πράξεις repo δεν αποτελούν τον μοναδικό μηχανισμό που μπορεί να στηρίξει την ομαλή λειτουργία των αγορών εάν οι συνθήκες επιδεινωθούν.

Η ΕΚΤ διαθέτει επίσης τη δυνατότητα αγοράς ομολόγων μέσω του Μέσου Προστασίας της Μετάδοσης (Transmission Protection Instrument – TPI), ενός εντελώς ξεχωριστού εργαλείου.

Ωστόσο, το TPI δεν έχει ενεργοποιηθεί από τη δημιουργία του το 2022.

Ο υπουργός Οικονομικών της Γαλλίας έχει δηλώσει ότι η χώρα απέχει πολύ από το σημείο στο οποίο θα χρειαζόταν παρέμβαση της ΕΚΤ.

Τόσο η ΕΚΤ όσο και η Τράπεζα της Αγγλίας αρνήθηκαν να σχολιάσουν.

Ο φόβος της αγοράς

Η ανησυχία των υπευθύνων διαχείρισης διαθεσίμων των τραπεζών δεν αφορά το ενδεχόμενο να αποκαλύψει η ΕΚΤ την ταυτότητα των μεμονωμένων δανειοληπτών, κάτι που δεν κάνει.

Ωστόσο, η κεντρική τράπεζα δημοσιεύει στοιχεία για τη χρηματοδότηση από το Ευρωσύστημα σε εθνικό επίπεδο.

Εάν ο δανεισμός αυξηθεί ξαφνικά σε μία χώρα, διαπραγματευτές και τραπεζικά στελέχη ενδέχεται να αρχίσουν να αναζητούν ποιο ίδρυμα βρίσκεται πίσω από την αύξηση.

Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει την αγορά σε κερδοσκοπικές τοποθετήσεις εις βάρος της συγκεκριμένης τράπεζας.

«Εάν αυξηθεί ο αριθμός για μία συγκεκριμένη χώρα, τότε ξεκινά η φημολογία: Ποιος είναι; Ποιος είναι; Ποιος είναι;», δήλωσε ο Κάνα της Barclays.

«Και από εκεί και πέρα τα πράγματα παίρνουν την κατιούσα», πρόσθεσε.

Εάν οι τράπεζες συνεχίσουν να αποφεύγουν τη χρηματοδότηση από την ΕΚΤ, μεγαλύτερο μέρος της ζήτησης θα παραμένει στις ιδιωτικές αγορές repo, ενδεχομένως αυξάνοντας το κόστος του εξασφαλισμένου δανεισμού και καθιστώντας λιγότερο προβλέψιμες τις συνθήκες ρευστότητας.

«Αυτό μπορεί να σηματοδοτεί ότι το σημείο μετάβασης, στο οποίο τα αποθεματικά παύουν να είναι “πλεονάζοντα”, πλησιάζει νωρίτερα από ό,τι αποτιμά σήμερα η αγορά», ανέφεραν αναλυτές της RBC, μεταξύ των οποίων ο Πίτερ Σάφρικ (Peter Schaffrik).

«Τα προϊόντα που βασίζονται στα πιστωτικά περιθώρια και οι δομές επιτοκίων που είναι ευαίσθητες στη δυναμική της ρευστότητας αξίζουν ιδιαίτερη προσοχή τους επόμενους μήνες», σημείωσαν.

Πρόκληση για τον διάδοχο της Κριστίν Λαγκάρντ

Η κατάσταση δημιουργεί ένα δύσκολο δίλημμα για την ΕΚΤ.

Από τη μία πλευρά, η κεντρική τράπεζα επιθυμεί οι εμπορικές τράπεζες να εξοικειωθούν περισσότερο με τη χρήση των τακτικών πράξεων αναχρηματοδότησης.

Από την άλλη, τραπεζικά στελέχη υποστηρίζουν ότι έχουν γίνει ελάχιστα για να περιοριστεί το αντιλαμβανόμενο κόστος στη φήμη μιας τράπεζας που προσφεύγει σε αυτές.

Με τη θητεία της προέδρου της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, να ολοκληρώνεται το επόμενο έτος, ο Ρέιναουτ Ντε Μποκ (Reinout De Bock) της UBS εκτιμά ότι ο διάδοχός της θα πρέπει να δώσει ιδιαίτερη προσοχή στο ζήτημα, ενισχύοντας την επικοινωνία της κεντρικής τράπεζας.

«Η ΕΚΤ θα ήθελε πολύ να δει μεγαλύτερη συμμετοχή στις βραχυπρόθεσμες πράξεις της», δήλωσε ο Κρίστοφ Ρίγκερ (Christoph Rieger), επικεφαλής ερευνών επιτοκίων και πιστωτικών αγορών στην Commerzbank.

Σύμφωνα με τον ίδιο, η ΕΚΤ θα χρειαστεί να μειώσει το κόστος πρόσβασης στη χρηματοδότησή της, ώστε τα επιτόκια των πράξεων αυτών να ευθυγραμμιστούν περισσότερο με εκείνα που προσφέρουν σήμερα οι αγορές χρήματος.

Η Πούτζα Κούμρα (Pooja Kumra) της TD Securities εκτιμά επίσης ότι η ΕΚΤ θα πρέπει να καταστήσει τον μηχανισμό ελκυστικότερο, δεδομένης της πρόσφατης μεταβλητότητας στις αγορές.

«Μια ευρύτερη σύσφιξη των χρηματοοικονομικών συνθηκών μπορεί να απαιτήσει πιο αποφασιστική αντίδραση από την ΕΚΤ για να συμβάλει στη σταθεροποίηση των αγορών», ανέφερε.

«Εάν υπάρχουν κίνδυνοι που συνδέονται με τη ρευστότητα των τραπεζών, η ΕΚΤ θα μπορούσε να καταστήσει αυτές τις πράξεις πιο προσβάσιμες, με χαμηλότερο επιτόκιο», πρόσθεσε.

Μια ακόμη πιθανή επιλογή θα ήταν να δημιουργηθεί ένα σχήμα βασισμένο στη θεωρία παιγνίων, στο οποίο όλες οι τράπεζες θα υποχρεώνονταν να χρησιμοποιούν ταυτόχρονα τη διευκόλυνση.

Με αυτόν τον τρόπο, θα γινόταν δυσκολότερο για τις αγορές να συμπεράνουν ποιο ίδρυμα αντιμετωπίζει πιέσεις, αποτρέποντας την αναζήτηση συγκεκριμένων τραπεζών ως πιθανών αδύναμων κρίκων.

«Η ΕΚΤ έχει θέσει σε εφαρμογή πολλά από τα σωστά στοιχεία, αλλά η εξομάλυνση απαιτεί όχι μόνο αλλαγή στην επικοινωνία και την τιμολόγηση, αλλά και επαναλαμβανόμενη χρήση από ένα αρκετά ευρύ φάσμα τραπεζών», δήλωσε ο Ιβάν Σαντζόρτζι (Ivan Sangiorgi), αναπληρωτής καθηγητής Χρηματοοικονομικής στο ICMA Centre του Henley Business School, στο Πανεπιστήμιο του Reading.

 

Διαβάστε επίσης 

Phoenix Vega Mezz: Διανομή ενδιάμεσου μερίσματος 3 εκατ. ευρώ – Στις 21 Οκτωβρίου η πληρωμή

ΜΕΒΓΑΛ: Σε δημόσια διαβούλευση έως τις 15 Οκτωβρίου, η επένδυση 161,64 εκατ. ευρώ για νέα μονάδα γιαουρτιού

Deutsche Bank: Euronext η κορυφαία επιλογή στα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια