Το ζήτημα της συνεπιμέλειας επέστρεψε αιφνιδιαστικά στο προσκήνιο λόγω της τροπολογίας που προκάλεσε αντιδράσεις και δημόσιες τοποθετήσεις από τον πολιτικό και νομικό κόσμο περί φωτογραφικής διάταξης. Η βασική κατηγορία προς την Υπουργό ήταν ότι ρύθμισε το πλαίσιο προς προσωπικό της όφελος, επιτρέποντας τη μεταρρύθμιση πρωτόδικης απόφασης επιμέλειας ακόμη και όσο εκκρεμεί η έφεση, δημιουργώντας ρωγμές στο κράτος δικαίου και συνταράσσοντας καίρια το σύστημα της ιεραρχίας των αποφάσεων.

Ωστόσο, πίσω από αυτή τη θεσμική αντιπαράθεση, υπάρχει και μια πολύ πιο ανθρώπινη διάσταση. Είναι η εικόνα μιας μητέρας που βλέπει τα παιδιά της να αλλάζουν σπίτι ανά δύο ημέρες, σαν να μεταφέρονται με βαλίτσα, επειδή η δικαστική κρίση όρισε ένα αυστηρά εναλλασσόμενο σχήμα διαμονής στα πλαίσια της συνεπιμέλειας.

1

Μάλιστα, η ίδια η Όλγα Κεφαλογιάννη, παρά τα όσα μπορούν να της καταλογιστούν, δεν μπορεί να κατηγορηθεί για αστάθεια στις πολιτικές της απόψεις, καθώς είχε εναντιωθεί σθεναρά στην ψήφιση του νόμου για τη συνεπιμέλεια το 2021. Επρόκειτο τότε για μια σφοδρή διαμάχη μεταξύ πολιτικών, οργανώσεων και ειδικών που προειδοποιούσαν ότι μια αυστηρή εφαρμογή του συστήματος της συνεπιμέλειας θα έχει σοβαρότατες επιπτώσεις στον ψυχισμό των παιδιών, ο οποίος εξαρτάται σε κρίσιμο βαθμό από τη σταθερότητα του περιβάλλοντός τους.

Επιπτώσεις που κανονικά δεν πρέπει να τις επιθυμεί ούτε ο πατέρας, προς όφελος του οποίου και της σχέσης του με το παιδί του μετά το διαζύγιο καθιερώθηκε η συνεπιμέλεια.

Το σίγουρο είναι ότι, 4 χρόνια μετά την ψήφιση του νόμου, έχει αρχίσει να διαμορφώνεται νομολογία επί του θέματος, η οποία συγκεκριμενοποιεί τις προϋποθέσεις και προσπαθεί να δημιουργήσει ένα δίκαιο και βιώσιμο πλαίσιο για όλους.

Επιμέλεια και γονική μέριμνα: Δύο έννοιες που δεν πρέπει να συγχέονται

Στη δημόσια συζήτηση οι όροι «επιμέλεια» και «γονική μέριμνα» χρησιμοποιούνται σχεδόν ταυτόσημα, με αποτέλεσμα να δημιουργείται η εντύπωση ότι, αν δεν επιδικαστεί συνεπιμέλεια, ο πατέρας δεν έχει κανέναν λόγο στην ανατροφή του παιδιού του. Νομικά, όμως, πρόκειται για δύο διακριτές έννοιες.

Η γονική μέριμνα αποτελεί το ευρύτερο σύνολο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των γονέων και περιλαμβάνει την ανατροφή, τη διοίκηση της περιουσίας και την εκπροσώπηση του παιδιού. Η επιμέλεια, αντιθέτως, αφορά την καθημερινή φροντίδα, δηλαδή την άσκηση της γονικής μέριμνας στην πράξη: τον τόπο κατοικίας, το σχολείο, τις ιατρικές αποφάσεις, τη ρουτίνα της ζωής του ανηλίκου.

Μέχρι το 2021, η γονική μέριμνα παρέμενε φυσικά στους δύο γονείς, εκτός από ακραίες περιπτώσεις αφαίρεσης της γονικής μέριμνας από τον έναν γονέα λόγω κακοποίησης του τέκνου. Η επιμέλεια, όμως, ανατίθετο κατά κανόνα στον έναν γονέα -συνηθέστερα στη μητέρα- ενώ ο άλλος γονέας είχε δικαίωμα επικοινωνίας και συμμετοχής στη ζωή του παιδιού. Το μοντέλο αυτό, αν και σταθερό, κατηγορήθηκε ότι περιθωριοποιούσε τον μη έχοντα την επιμέλεια γονέα, ήτοι τον πατέρα.

Η μεταρρύθμιση του 2021 επιχείρησε να αλλάξει αυτή τη φιλοσοφία, καθιερώνοντας ως αφετηρία την από κοινού άσκηση της επιμέλειας. Όπως ρητά ορίζει ο νόμος στο άρθρο 1513 του Αστικού Κώδικα: «Στις περιπτώσεις διαζυγίου […], οι γονείς εξακολουθούν να ασκούν από κοινού και εξίσου τη γονική μέριμνα».

Η έμφαση, συνεπώς, μετατοπίστηκε από ένα γενικό δικαίωμα του πατέρα στην ανατροφή του παιδιού στη συνεργασία και στη συνευθύνη σε καθημερινό επίπεδο. Ωστόσο, η μετάβαση αυτή δεν ήταν χωρίς ενστάσεις.

Οι επιφυλάξεις των ειδικών και τα πρώτα σημάδια δυσλειτουργίας

Ήδη από τη δημόσια διαβούλευση, νομικοί, παιδοψυχολόγοι και κοινωνικοί λειτουργοί είχαν εκφράσει σοβαρούς προβληματισμούς, υπογραμμίζοντας ότι η συνεπιμέλεια λειτουργεί όταν υπάρχει στοιχειώδης επικοινωνία και εμπιστοσύνη μεταξύ των γονέων. Σε περιβάλλον έντονης σύγκρουσης, όμως, ο κίνδυνος είναι το παιδί να μετατραπεί σε πεδίο αντιδικίας.

Στην πράξη, όπως καταγράφηκε τα επόμενα χρόνια, οι δικαστικές αίθουσες γέμισαν με αιτήσεις για κάθε λεπτομέρεια: από το σε ποιο σχολείο θα φοιτήσει το παιδί μέχρι το πού θα περάσει τις διακοπές. Όταν οι γονείς δεν μπορούν να συνεννοηθούν ούτε για τα βασικά, η συνεπιμέλεια δεν μειώνει τη σύγκρουση, την πολλαπλασιάζει.

Παράλληλα, αναδείχθηκαν πρακτικά προβλήματα. Τι γίνεται όταν οι γονείς κατοικούν σε διαφορετικές περιοχές; Όταν τα ωράρια εργασίας δεν επιτρέπουν εναλλαγές; Όταν το παιδί χρειάζεται σταθερό περιβάλλον για λόγους υγείας ή μάθησης; Οι ειδικοί προειδοποιούσαν ότι ένα άκαμπτο μοντέλο «ίσος χρόνος για όλους» δεν ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες της παιδικής ζωής και ψυχολογίας.

Και έτσι φτάνουμε σε μια κρίσιμη διευκρίνιση που συχνά χάνεται στον δημόσιο διάλογο.

«Συνεπιμέλεια» δεν σημαίνει «ισόχρονη επιμέλεια»: Ο μεγάλος μύθος της εναλλασσόμενης κατοικίας

Οι όροι «συνεπιμέλεια» και «ισόχρονη επιμέλεια» χρησιμοποιούνται συχνά ως ταυτόσημοι, ενώ στην πραγματικότητα περιγράφουν διαφορετικά πράγματα. Η συνεπιμέλεια αφορά πρωτίστως τη συναπόφαση και τη σύμπραξη στα ουσιώδη ζητήματα της ζωής του παιδιού. Δεν αφορά κατ’ ανάγκην το πόσες ημέρες διαμένει το παιδί με τον κάθε γονέα. Με λίγα λόγια, το δικαστήριο δεν μοιράζει ώρες αλλά ευθύνες.

Η συνεπιμέλεια μπορεί να εκφραστεί με πολλούς τρόπους. Ένα παιδί μπορεί να έχει κύρια κατοικία στη μητέρα και εκτεταμένη επικοινωνία με τον πατέρα, π.χ. τρία ή τέσσερα απογεύματα την εβδομάδα και εναλλασσόμενα Σαββατοκύριακα, ενώ και οι δύο γονείς να συναποφασίζουν για το σχολείο, τις ιατρικές πράξεις και τις δραστηριότητες. Σε άλλες περιπτώσεις, μπορεί να επιλεγεί εβδομαδιαία εναλλαγή κατοικίας, όταν οι γονείς ζουν κοντά και συνεργάζονται ομαλά. Ή μπορεί η συνεργασία να αφορά κυρίως τη λήψη αποφάσεων, ενώ η καθημερινότητα να παραμένει σταθερή σε έναν τόπο.

Το σχήμα «δύο μέρες ο ένας – δύο μέρες ο άλλος» δεν είναι ο κανόνας. Είναι απλώς μία εκδοχή της συνεπιμέλειας, η οποία συχνά υιοθετείται ως συμβιβαστική λύση όταν οι γονείς αδυνατούν να συνεννοηθούν και το δικαστήριο επιχειρεί έναν μαθηματικό καταμερισμό για να αποφευχθούν νέες προστριβές. Ωστόσο, μια τέτοια μηχανική λύση μπορεί να επιβαρύνει το ίδιο το παιδί, που καλείται να αλλάζει συνεχώς περιβάλλον και ρουτίνα.

Γι’ αυτό και όλο και περισσότερες δικαστικές αποφάσεις επισημαίνουν ότι το πραγματικό κριτήριο δεν είναι η αριθμητική ισότητα, αλλά η σταθερότητα και το συμφέρον του ανηλίκου.

Διότι, η συνεπιμέλεια δεν είναι πανάκεια. Είναι ένα εργαλείο που προϋποθέτει ωριμότητα και συνεργασία. Όπου αυτές υπάρχουν, μπορεί να λειτουργήσει υπέρ του παιδιού. Όπου απουσιάζουν, καμία νομοθετική φόρμουλα δεν αρκεί για να μετατρέψει τη σύγκρουση σε συνεννόηση.

Διαβάστε επίσης:

Πώς διαχειρίζεται το Μαξίμου την κρίση με την Όλγα Κεφαλογιάννη