Η επιμέλεια και ειδικά η συνεπιμέλεια ανηλίκων παραμένουν, διαχρονικά, από τα πιο φορτισμένα και κοινωνικά ευαίσθητα πεδία του οικογενειακού δικαίου. Λογικό, άλλωστε, καθώς δεν πρόκειται απλώς για νομικές ρυθμίσεις, αλλά για αποφάσεις που καθορίζουν την καθημερινότητα των παιδιών και των γονέων τους, συνήθως μάλιστα σε συνθήκες έντονης σύγκρουσης.
Η πρόσφατη τροποποίηση του άρθρου 1536 του Αστικού Κώδικα, με προσθήκη νέας παραγράφου, έρχεται να μεταβάλει ουσιωδώς το ισχύον πλαίσιο και μάλιστα με τροπολογία στον ν. 5264/2025 (δείτε εδώ το νόμο 260121180317_nomos) για τον ΟΠΕΚΕΠΕ που ψηφίστηκε πρόσφατα. Επισήμως, στόχος είναι η καλύτερη προστασία του συμφέροντος του τέκνου.
Ανεπισήμως, ωστόσο, δεν περνά απαρατήρητο ότι η ρύθμιση εμφανίζεται «κομμένη και ραμμένη» για συγκεκριμένο τύπο υπόθεσης, στο οποίο εμπλέκεται πολιτικό πρόσωπο: Υψηλής έντασης αντιδικία μεταξύ των γονέων με δημόσια έκθεση και αυξημένη χρονική πίεση.
Τι προέβλεπε το προηγούμενο καθεστώς για τη δυνατότητα μεταρρύθμισης δικαστικής απόφασης που αφορά την επιμέλεια
Μέχρι σήμερα, το άρθρο 1536 ΑΚ όριζε ότι, εφόσον μετά την έκδοση δικαστικής απόφασης σχετικής με τη γονική μέριμνα μεταβληθούν οι συνθήκες, το δικαστήριο οφείλει, κατόπιν αίτησης των γονέων, συγγενών ή του εισαγγελέα, να προσαρμόσει την απόφασή του στις νέες συνθήκες, ακόμη και ανακαλώντας ή μεταρρυθμίζοντάς την, με γνώμονα το συμφέρον του τέκνου.
Με λίγα λόγια, εφόσον εκδιδόταν μια τελεσίδικη απόφαση που αφορούσε την επιμέλεια των τέκνων μετά το διαζύγιο των γονέων τους ή άλλα ζητήματα, όπως την επικοινωνία μεταξύ τους, μπορούσε να μεταρρυθμιστεί. Αυτό προέκυπτε από την ανάγκη ευελιξίας σε αποφάσεις που εκδίδονται μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή με βάση πραγματικά περιστατικά που ισχύουν τότε, όμως υπάρχει περίπτωση να αλλάξουν στην πορεία ετών.
Στην πράξη, όμως, οι προϋποθέσεις αυτού του νομικού πλαισίου ήταν πολύ αυστηρές, καθώς αφορούσαν μόνο τελεσίδικες αποφάσεις Εφετείου που μπορούσαν να μεταρρυθμιστούν, αν προέκυπτε ουσιώδης και συνήθως ακραία μεταβολή των πραγματικών συνθηκών.
Για παράδειγμα, μπορεί να εκδιδόταν μια τελεσίδικη απόφαση (χωρίς δυνατότητα δηλαδή άσκησης άλλου ένδικου μέσου), αλλά στην πορεία οι συνθήκες να άλλαζαν ουσιωδώς, όπως π.χ. ο πατέρας να ασκούσε βία ή να έδειχνε πλήρη αδιαφορία προς το παιδί, παρόλο που είχε οριστεί συνεπιμέλεια. Σε αυτή την περίπτωση, μπορούσε η μητέρα ή ακόμη και ο εισαγγελέας να αιτηθεί μεταρρύθμιση της απόφασης, ώστε να υπάρξει αποκλειστική επιμέλεια πλέον σε αυτή.
Σε άλλες περιπτώσεις, όμως, δεν μπορούσε να ασκηθεί αίτηση για μεταρρύθμιση, πόσο μάλλον κατά πρωτόδικης απόφασης. Το σκεπτικό ήταν απλό: Αν εκδοθεί μια απόφαση για την επιμέλεια του παιδιού από το Πρωτοδικείο, εφόσον ο ένας γονέας δεν συμφωνεί, μπορεί να ασκήσει έφεση και να περιμένει να εκδικαστεί αυτή, ώστε να αλλάξει το καθεστώς της επιμέλειας, εφόσον συμφωνεί το Εφετείο.
Τι αλλάζει τώρα: Ενδιάμεση μεταρρύθμιση ακόμη και με εκκρεμή έφεση
Η νέα παράγραφος που προστέθηκε στο άρθρο 1536 ΑΚ με την τροπολογία έρχεται να καλύψει αυτό το κενό. Πλέον προβλέπεται ρητά ότι το ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την πρωτόδικη απόφαση μπορεί να προχωρήσει σε μεταρρύθμισή της ακόμη και όταν έχει ασκηθεί έφεση, εφόσον υποβληθεί αίτηση από τον εκκαλούντα ή τον αρμόδιο εισαγγελέα.
Θα πρέπει, δηλαδή, ο ένας γονέας να διαφωνεί με την απόφαση του Πρωτοδικείου επί της επιμέλειας, όπως συχνά συμβαίνει αν εκδικαστεί συνεπιμέλεια, ενώ ο ένας διάδικος (συνηθέστερα η μητέρα) επιθυμούσε αποκλειστική επιμέλεια. Έπειτα, ο διαφωνών διάδικος ασκεί έφεση, όμως μέχρι να εκδικαστεί η έφεση, θα μπορεί πλέον να αιτηθεί και μεταρρύθμιση της πρωτόδικης απόφασης, ως ενδιάμεση ρύθμιση της επιμέλειας του παιδιού.
Η διαφορά είναι σαφής. Εκεί όπου μέχρι χθες το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν μπορούσε να αλλάξει την απόφασή του, ακόμη κι αν στο μεταξύ προέκυπτε σοβαρό ζήτημα, τώρα αποκτά εκ νέου ενεργό ρόλο και μπορεί να ανακαλέσει την απόφαση του.
Να μετατρέψει, δηλαδή, την συνεπιμέλεια σε αποκλειστική επιμέλεια, αν αλλάξει κάποια συνθήκη, η οποία δεν χρειάζεται καν πλέον να είναι ουσιώδης.
Η δικονομική «θωράκιση»: Οικογενειακή διαφορά και ταχεία εκδίκαση
Παράλληλα με την ουσιαστική αλλαγή, ο νομοθέτης προχώρησε και σε μία κρίσιμη δικονομική επιλογή. Οι διαφορές του άρθρου 1536 ΑΚ εντάσσονται πλέον ρητά στις οικογενειακές διαφορές του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, κάτι που έχει σαφές πρακτικό αποτύπωμα στη διαδικασία εκδίκασής τους.
Οι οικογενειακές διαφορές υπάγονται σε ειδικό καθεστώς εκδίκασης, με μεγαλύτερη ευελιξία στα αποδεικτικά μέσα και κυρίως με προτεραιότητα στην εκδίκαση. Μάλιστα, για τις συγκεκριμένες διαφορές προβλέπεται ρητά με την τροπολογία ότι εισάγονται με χωριστό δικόγραφο και δικάζονται κατά προτεραιότητα.
Επομένως, το περιεχόμενο της τροπολογίας είναι ξεκάθαρο: Εισάγεται ένας νέος μηχανισμός παρέμβασης σε εκκρεμείς, συχνά συγκρουσιακές υποθέσεις, ο οποίος μάλιστα ολοκληρώνεται ταχύτατα.
Αν τον έναν γονέα δεν ικανοποιεί η απόφαση του δικαστηρίου, μπορεί ακόμη και την επόμενη ημέρα να αιτηθεί την τροποποίησή της, παρόλο που -ή μάλλον επειδή- έχει ήδη ασκήσει έφεση. Και μπορεί να δει την απόφαση να τροποποιείται ταχύτατα, με μια διαδικασία που ναι μεν θέτει στο επίκεντρο το συμφέρον του τέκνου, αλλά δεν περνά απαρατήρητο και ότι αμφισβητεί με απροκάλυπτο τρόπο μια οριστική απόφαση δικαστηρίου.
Διαβάστε επίσης:
- Voria: Αυτό είναι το σχέδιο των Λασκαρίδη – Κόκκαλη για το καζίνο στο Μαρούσι
- Χρηματιστήριο: Οι τέσσερις λόγοι που γύρισε η αγορά από τις 2.200 μονάδες
- Θάνος Πλεύρης: τα αυτονόητα και οι ΜΚΟ
- Η μεγάλη έξοδος των CEO στον κλάδο πολυτελείας συνεχίζεται – πρωταγωνιστές Kering, LVMH και η πίεση στην ωρολογοποιία