Ένα γαϊτανάκι εξελίξεων και αλλαγών φέρνει στην Ευρώπη η επόμενη διετία καθώς μπαίνουν στις ράγες οι προετοιμασίες για την παύση των ρωσικών ροών. Με βάση τις αποφάσεις της ΕΕ, από το τέλος του 2027 οι εισαγωγές ρωσικού φυσικού αερίου θα πρέπει να έχουν μηδενιστεί πλήρως.

Το ερώτημα που κυριαρχεί πλέον στις Βρυξέλλες, στις εθνικές κυβερνήσεις και στις ενεργειακές εταιρείες είναι το πώς θα αντικατασταθούν αυτές οι ποσότητες ομαλά, χωρίς να διαταραχθεί η ασφάλεια εφοδιασμού και χωρίς να εκτιναχθούν οι τιμές. Η απάντηση βρίσκεται στην έγκαιρη και συντεταγμένη προετοιμασία και στη σύναψη μακροχρόνιων συμβολαίων.

1

Το 2025 παρά τις κυρώσεις και τη σταδιακή απομάκρυνση από τη Ρωσία, οι παραδόσεις ρωσικού LNG προς την Ευρωπαϊκή Ένωση μειώθηκαν μόλις κατά 5,6%, φτάνοντας τα 20,3 δισ. κυβικά μέτρα. Συνολικά, η Ρωσία παρέμεινε ο τέταρτος μεγαλύτερος προμηθευτής αερίου της Ευρώπης, με 38 δισ. κυβικά μέτρα (αερίου αγωγών και LNG), πίσω από τη Νορβηγία, τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Αλγερία.

Η αντικατάσταση μέρους των ρωσικών ροών με LNG από την Ελλάδα μέσω του Κάθετου Διαδρόμου, θα ενισχύσει γεωπολιτικά την Ελλάδα και θα αυξήσει την ασφάλεια εφοδιασμού στην Ν.Α. Ευρώπη. Ταυτόχρονα όμως δημιουργεί ένα ντόμινο εξελίξεων σε άλλες χώρες που πλέον σχεδιάζουν να συνδεθούν, με την ολοκλήρωση επενδύσεων αγωγών που προγραμματίζονται.

Οι ποσότητες που πρέπει να καλυφθούν

Οι ρωσικές ροές που πρέπει να υποκατασταθούν μετά το 2027  ανέρχονται σε 38 δισ. κυβικά μέτρα ετησίως ή το 12-13% της συνολικής ευρωπαϊκής κατανάλωσης φυσικού αερίου. Από αυτά, τα 20,3 δισ. αφορούν LNG, ενώ τα υπόλοιπα φτάνουν στην Ευρώπη μέσω αγωγών.

Η πρόκληση είναι διπλή: αφενός να βρεθούν εναλλακτικές πηγές προμήθειας και αφετέρου να αναπτυχθούν οι κατάλληλες υποδομές ώστε το αέριο να φτάνει εγκαίρως και οικονομικά στις αγορές που το χρειάζονται και η μετάβαση να γίνει έγκαιρα και ομαλά. Και η επιρροή της νέας ενεργειακής πολιτικής της Κομισιόν έχει πολλαπλές γεωπολιτικές επιπτώσεις και στις χώρες εκτός της Ενωσης.

Η Σερβία, για παράδειγμα, που επιδιώκει την ένταξή της στην ΕΕ, επιταχύνει τις προσπάθειες διαφοροποίησης των πηγών ενέργειάς της και απομάκρυνσης από τη σχεδόν απόλυτη εξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο, σύμφωνα με δηλώσεις του προέδρου της χώρας, Αλεξάνταρ Βούτσιτς, σε συνέντευξή του στο Reuters. Η χώρα του παραμένει σήμερα ένας από τους ελάχιστους αγοραστές ρωσικού αερίου στην Ευρώπη, με πάνω από το 80% των αναγκών της να καλύπτεται από τη Μόσχα.

Όπως ανέφερε, το Βελιγράδι βρίσκεται ήδη σε συνομιλίες για την προμήθεια φυσικού αερίου μέσω του κοινού ευρωπαϊκού μηχανισμού αγορών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στον οποίο εντάχθηκε από πέρυσι. Η βραχυπρόθεσμη συμφωνία που διαθέτει με τη Gazprom που υπεγράφη τον Δεκέμβριο λήγει στις 31 Μαρτίου  και η Σερβία ακολούθως σταδιακά θα πρέπει να προσαρμόσει την ενεργειακή της πολιτική στις απαιτήσεις των Βρυξελλών.

Στόχος της Σερβίας είναι να εξασφαλίσει περίπου 500 εκατ. κυβικά μέτρα φυσικού αερίου ετησίως μέσω του ευρωπαϊκού μηχανισμού κοινών αγορών – ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου στο ένα πέμπτο των συνολικών αναγκών της χώρας.

Ήδη το Βελιγράδι προμηθεύεται αέριο από το Αζερμπαϊτζάν μέσω Βουλγαρίας, ενώ φέτος αναμένεται να ξεκινήσει η κατασκευή αγωγού προς τη Βόρεια Μακεδονία, που θα επιτρέψει στη Σερβία πρόσβαση σε υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG) από την Ελλάδα.

Παρά τις κινήσεις απεξάρτησης, οι ιστορικοί, πολιτιστικοί και θρησκευτικοί δεσμοί με τη Ρωσία παραμένουν ισχυροί. Η ενεργειακή μετάβαση της Σερβίας αποτελεί πλέον κρίσιμο τεστ τόσο για την οικονομική της ασφάλεια όσο και για την ευρωπαϊκή της πορεία.

Ο ρόλος των Ηνωμένων Πολιτειών

Η πιο προφανής απάντηση στο κενό που θα δημιουργηθεί είναι το αμερικανικό LNG. Τα τελευταία τρία χρόνια οι ΗΠΑ έχουν αναδειχθεί στον μεγαλύτερο προμηθευτή υγροποιημένου φυσικού αερίου της Ευρώπης. Νέα τερματικά εξαγωγής στον Κόλπο του Μεξικού βρίσκονται υπό κατασκευή, ενώ μεγάλες εταιρείες όπως η Venture Global, η Cheniere και η ExxonMobil προχωρούν σε επενδύσεις δεκάδων δισ. δολαρίων.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις αναλυτών, η αμερικανική παραγωγική δυναμικότητα LNG θα αυξηθεί κατά τουλάχιστον 50-60 δισ. κυβικά μέτρα ετησίως έως το 2030. Ένα σημαντικό μέρος αυτής της επιπλέον προσφοράς προορίζεται ήδη για την Ευρώπη μέσω μακροχρόνιων συμβολαίων.

Η στροφή αυτή δεν είναι μόνο εμπορική αλλά και γεωπολιτική. Η Ουάσιγκτον στηρίζει ενεργά τη στρατηγική απεξάρτησης της Ευρώπης από τη Ρωσία και πιέζει για τη σύναψη νέων πολυετών συμφωνιών, όπως αυτές που ήδη διαπραγματεύονται ελληνικές και ευρωπαϊκές εταιρείες.

Η Atlantic SEE η κοινοπραξία που έχουν συστήσει η Δημόσια Επιχείρηση Αερίου (ΔΕΠΑ) και ο κατασκευαστικός όμιλος Aktor βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο διαπραγματεύσεων για τη σύναψη πολυετούς συμφωνίας προμήθειας αμερικανικού υγροποιημένου φυσικού αερίου, με χρονικό ορίζοντα 20 ετών και με στόχο να καλύψει τις ενεργειακές ανάγκες της Νότιας και Κεντρικής Ευρώπης.

Όπως αποκάλυψε στο Reuters ο διευθύνων σύμβουλος της Atlantic Sea LNG Trade, Αλέξανδρος Εξάρχου, το υπό διαπραγμάτευση συμβόλαιο αφορά ποσότητες που θα μπορούσαν να φτάσουν έως και τα 15 δισ. κυβικά μέτρα LNG ετησίως. Πρόκειται για μια συμφωνία στρατηγικής σημασίας, η οποία εντάσσεται στον ευρύτερο σχεδιασμό της Ελλάδας να αναδειχθεί σε βασικό διαμετακομιστικό κόμβο φυσικού αερίου για ολόκληρη την Ευρώπη.

Το ενδιαφέρον είναι έντονο από μια σειρά χωρών της περιοχής, όπως η Αλβανία, η Βόρεια Μακεδονία, η Βουλγαρία, η Ρουμανία, η Ουγγαρία, η Μολδαβία, η Αυστρία και πιθανόν η Ουκρανία. Όπως επισημαίνει ο κ. Εξάρχου, «στο βόρειο τμήμα του διαδρόμου καταγράφεται ισχυρή ζήτηση από τους τελικούς καταναλωτές – ιδίως σε Ρουμανία, Ουγγαρία και Μολδαβία – ενώ όσο κατεβαίνουμε προς τον Νότο, η ζήτηση συνδέεται κυρίως με τις ανάγκες της βιομηχανίας».

Για να αποφευχθούν μελλοντικές κρίσεις τιμών, η Ευρώπη στρέφεται πλέον σε μακροχρόνια συμβόλαια προμήθειας με αξιόπιστους εταίρους. Πολλές ευρωπαϊκές εταιρείες υπογράφουν ήδη 15ετείς και 20ετείς συμφωνίες με αμερικανικούς και μεσανατολικούς ομίλους, κλειδώνοντας ποσότητες και τιμές για την επόμενη δεκαετία.

Αυτή η στρατηγική θεωρείται καθοριστική ώστε η μετάβαση μετά το 2027 να γίνει ομαλά, χωρίς νέες ενεργειακές αναταράξεις.

Νορβηγία και Βόρεια Θάλασσα, Μεσόγειος και Βόρεια Αφρική

Η Νορβηγία είναι ήδη ο μεγαλύτερος προμηθευτής φυσικού αερίου της ΕΕ μέσω αγωγών. Παρά το γεγονός ότι η παραγωγή της έχει φτάσει σε υψηλά επίπεδα, υπάρχουν ακόμη περιθώρια για μικρή αύξηση των εξαγωγών μέσω νέων επενδύσεων σε κοιτάσματα και υποδομές.

Επιπλέον, χώρες όπως η Ολλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο επανεξετάζουν τη δυνατότητα αξιοποίησης υπεράκτιων κοιτασμάτων στη Βόρεια Θάλασσα, προκειμένου να ενισχύσουν την εγχώρια παραγωγή και να μειώσουν περαιτέρω την ανάγκη εισαγωγών.

Μεγάλο μέρος των ποσοτήτων που θα λείψουν από τη Ρωσία αναμένεται να καλυφθεί από χώρες της Μεσογείου και της Βόρειας Αφρικής. Η Αλγερία ήδη αυξάνει τις εξαγωγές της προς την Ιταλία και την Ισπανία, ενώ νέα κοιτάσματα σε Αίγυπτο, Ισραήλ και Κύπρο ανοίγουν προοπτικές για πρόσθετες ροές προς την ευρωπαϊκή αγορά.

Η Ανατολική Μεσόγειος εξελίσσεται σταδιακά σε νέο ενεργειακό κόμβο. Σχέδια για αγωγούς και πλωτές μονάδες LNG βρίσκονται στο τραπέζι, με στόχο την εξαγωγή ποσοτήτων προς την Ευρώπη ήδη από το τέλος της δεκαετίας.

Παράλληλα, χώρες όπως το Κατάρ και η Νιγηρία ενισχύουν την παραγωγική τους δυναμικότητα σε LNG, προσφέροντας εναλλακτικές λύσεις μακριά από την ευρωπαϊκή γειτονιά.

Νέες υποδομές – κλειδί για τη μετάβαση

Η αντικατάσταση των ρωσικών ποσοτήτων δεν είναι μόνο ζήτημα προμηθευτών αλλά και υποδομών. Τα τελευταία χρόνια η Ευρώπη επενδύει μαζικά σε νέους τερματικούς σταθμούς LNG, πλωτές μονάδες επαναεριοποίησης (FSRU), διασυνδετήριους αγωγούς και αποθηκευτικούς χώρους.

Η Γερμανία, που μέχρι το 2022 δεν διέθετε ούτε έναν σταθμό LNG, έχει ήδη θέσει σε λειτουργία πολλαπλές πλωτές μονάδες. Αντίστοιχα, χώρες της Νότιας και Ανατολικής Ευρώπης –μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα– ενισχύουν καθοριστικά τις υποδομές τους, ώστε να αποτελέσουν πύλες εισόδου νέων ποσοτήτων προς τα Βαλκάνια και την Κεντρική Ευρώπη.

Ο λεγόμενος «Κάθετος Διάδρομος», που συνδέει την Ελλάδα με τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, την Ουγγαρία και την Ουκρανία, αναμένεται να διαδραματίσει κρίσιμο ρόλο στη μεταφορά αμερικανικού και μεσογειακού LNG προς αγορές που σήμερα εξακολουθούν να εξαρτώνται από τη Ρωσία και ενδεχομένως θα οδηγήσει στην κατασκευή τουλάχιστον ακομη ενός νεου FSRU.

Μείωση ζήτησης και πράσινη μετάβαση

Ένας ακόμη παράγοντας που θα διευκολύνει την υποκατάσταση των ρωσικών ροών είναι η ίδια η μείωση της ευρωπαϊκής κατανάλωσης φυσικού αερίου. Η ενεργειακή κρίση οδήγησε σε εξοικονόμηση, ενώ η επιτάχυνση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, της ηλεκτροκίνησης και της ενεργειακής αποδοτικότητας περιορίζει σταδιακά τη ζήτηση.

Σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά σχέδια, έως το 2030 η κατανάλωση αερίου στην ΕΕ μπορεί να είναι μειωμένη κατά 15-20% σε σχέση με τα προ κρίσης επίπεδα. Αυτό σημαίνει ότι μέρος των 38 δισ. κυβικών μέτρων που σήμερα καλύπτονται από τη Ρωσία δεν θα χρειάζεται καν να αντικατασταθεί.