Big Story

Άρθρο παρέμβαση: Πόσες Raxevsky ακόμα;

  • Άγης Βερούτης

Ο Άγης Βερούτης είναι μικρομεσαίος επιχειρηματίας, μηχανολόγος μηχανικός, και είναι υποψήφιος στις Ευρωεκλογές με τη Νέα Δημοκρατία


Δεν υπάρχει τίποτε πιο λυπηρό στην επιχειρηματική αρένα από μία εταιρεία που κατάφερε να επιβιώσει τα πρώτα 5–10 δύσκολα χρόνια λειτουργίας της και βάζει λουκέτο μετά από 40 χρόνια. Η εταιρεία Raxevsky είναι μία εταιρεία που μετά από 40 χρόνια θα βάλει λουκέτο, όχι γιατί έκανε λάθος επιχειρηματικές επιλογές, όχι γιατί τα προϊόντα της ήταν πολύ ακριβά, όχι γιατί τα προϊόντα της δεν ήταν καλά, ούτε καν γιατί είχε παραπάνω εργαζόμενος από εκείνους που χρειαζόταν. Η εταιρεία Raxevsky είναι μία εταιρεία που βρέθηκε στη μέγγενη ανάμεσα στην εξυπηρέτηση του τραπεζικού δανεισμού της από την εποχή που είχε 55 καταστήματα και €25 εκατομμύρια ετήσιο τζίρο, ενώ χάθηκε το 80% του τζίρου της σε μια αγορά όπου εξαϋλώθηκε 50% της ιδιωτικής οικονομίας από το 2009 ως σήμερα, όπου οι μισοί Έλληνες έπεσαν εισοδηματικά κάτω από το όριο της φτώχειας και όπου η μεσαία τάξη πιέστηκε σαν σπυρί για να σπάσει, από όλες τις πλευρές, για να μην πειραχτεί σημαντικά το κόστος του αντιπαραγωγικού κράτους.  

Η πάλαι ποτέ περιποιημένη «κυρία του σπιτιού» αναγκάστηκε να κατεβάσει τις ενδυματολογικές απαιτήσεις της από το μαγαζί ρούχων της περιοχής στα καλάθια της λαϊκής αγοράς που παλαιότερα προορίζονταν για τις χαμηλότερες απαιτήσεις της εργατικής τάξης και ούτε καν.

Μέσα σε αυτή την καθολική επίθεση από όλες τις πλευρές στον τζίρο της, καμία εταιρεία με παραγωγή στην Ελλάδα, με προσωπικό πολλών χρόνων (άρα και συγκριτικά πολύ υψηλότερες αποζημιώσεις απολύσεων) και δανεισμό πενταπλάσιου μεγέθους από όσον δικαιολογεί ο σημερινός της τζίρος, δεν είναι δυνατόν να επιζήσει.

Ανεξάρτητα από το τι γράφουν (όπως και πρέπει να γράψουν οι εργαζόμενοι για να διεκδικήσουν τα δεδουλευμένα τους και τις νόμιμες αποζημιώσεις τους), εταιρείες που επέμειναν ελληνικά αντί να βγάλουν την παραγωγή τους στην Βουλγαρία ή την Κίνα και το Μπανγκλαντές, θα αντιμετωπίσουν το λουκέτο με το σημερινό μείγμα οικονομικής πολιτικής της Ελλάδας και τις συνθήκες μιας πτωτικής αγοράς που μετακομίζει στο χαμηλό κόστος της χαμηλής ποιότητας του φτηνού εισαγόμενου προϊόντος από χώρες με ημερομίσθια των €3-€4.

Πόσες Raxevsky κρύβονται ακόμη ανάμεσα στη μέγγενη της εξωπραγματικής απώλειας τζίρου σε συνδυασμό με αμετάβλητες δανειακές υποχρεώσεις από άλλες εποχές και εξοντωτικούς φόρους και εισφορές, απομένει να το ανακαλύψουμε στους επόμενους μήνες.

Θα το ανακαλύψουμε καθώς η αγορά θα συνεχίζει το καθοδικό της σπιράλ.

Όσο υπουργοποιούνται βιογραφικά περιπάτων σε κινηματικούς σταθμούς οι Raxevsky θα καταρρέουν και θα χάνεται το φαΐ από το τραπέζι των εκατοντάδων πρώην εργαζομένων τους. Μια κάθε φορά. Και θα μας φταίνε οι επιχειρηματίες που δεν ήταν μάγοι.  Οψόμεθα.