ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Πάνω από 15 χρόνια έπρεπε να περάσουν για να ξεκινήσει η διαπραγμάτευση του πρώτου ομολόγου ναυτιλιακής εταιρείας στο Χρηματιστήριο και πάνω από 20 για να ξεκινήσει η διαπραγμάτευση των μετοχών, ενώ το θεσμικό πλαίσιο υπήρχε από το 2005, εξηγεί με συνέντευξή της στο mononews.gr, η αντιπρόεδρος της Επ. Κεφαλαιαγοράς κυρία Αναστασία Στάμου.
Η ίδια εκφράζει την πίστη της στην αύξηση των νέων δημόσιων εγγραφών στο Χ.Α. και όπως χαρακτηριστικά λέει η ίδια, «η εισαγωγή στο χρηματιστήριο πρέπει να αποτελεί μέρος της αναπτυξιακής στρατηγικής της και να μην περιορίζεται στην περιστασιακή άντληση κεφαλαίων».
Αναλυτικότερα, η συνέντευξη της κυρίας Στάμου έχει ως εξής:
Πρόσφατα ως Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς πραγματοποιήσατε, με μεγάλη επιτυχία, το επετειακό σας Συμπόσιο, όπου εσείς συντονίσατε το πάνελ για την εξέλιξη και το μέλλον της ελληνικής αγοράς Ποιο είναι το βασικό συμπέρασμα που κρατάτε για την ελληνική κεφαλαιαγορά;
Αυτό που κρατώ ως κεντρική ιδέα είναι ο μετασχηματισμός της ελληνικής αγοράς από το στάδιο της αποκατάστασης της εμπιστοσύνης σε αυτό της μακροπρόθεσμης και ουσιαστικής δημιουργίας αξίας.
Το ζητούμενο σήμερα είναι η υιοθέτηση ενός μοντέλου επόμενης μέρας, με το οποίο η δυναμική της ανάκαμψης μετατρέπεται σε διατηρήσιμη ανάπτυξη και ανταγωνιστικότητα, με μία αγορά μεγαλύτερης κλίμακας και ισχυρότερης διεθνούς παρουσίας.
Τι σημαίνει, τελικά, στην πράξη ανταγωνιστική κεφαλαιαγορά;
Σημαίνει μια αγορά που είναι ελκυστική τόσο για τις επιχειρήσεις που ζητούν κεφάλαια όσο και για τους επενδυτές που τα διαθέτουν και που έχει την κατάλληλη υποδομή και πόρους για να υλοποιήσει τις συναλλαγές γρήγορα και φθηνά. Βασικά χαρακτηριστικά μιας ανταγωνιστικής αγοράς είναι η πρόσβαση σε μια ευρύτερη επενδυτική βάση, η ρευστότητα, οι αποτελεσματικές υποδομές, η προβλεψιμότητα, η ταχύτητα και τα υψηλά standards εταιρικής διακυβέρνησης.
Υπάρχει όμως και η ευρωπαϊκή διάσταση. Ποια είναι η σχέση της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων (SIU) με την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής αγοράς;
Η ενοποίηση των ευρωπαϊκών κεφαλαιαγορών, μέσα από την Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων – την γνωστή SIU – δεν είναι απλώς μία ακόμη ευρωπαϊκή θεσμική μεταρρύθμιση, αποτελεί στρατηγικό στόχο της ΕΕ. Το πρόβλημα της Ευρώπης δεν είναι ότι δεν διαθέτει αποταμιεύσεις ή κεφάλαια. Το αντίθετο. Διαθέτει ένα τεράστιο απόθεμα ιδιωτικής αποταμίευσης, το οποίο όμως σε σημαντικό βαθμό παραμένει εγκλωβισμένο σε εθνικά σύνορα και δεν μετατρέπεται σε παραγωγικές επενδύσεις στην ευρωπαϊκή οικονομία.
Έχουμε, λοιπόν, το παράδοξο να διαθέτουμε κεφάλαια, αλλά να μην έχουμε ακόμη δημιουργήσει τους μηχανισμούς που θα τα διοχετεύσουν αποτελεσματικά εκεί όπου είναι περισσότερο απαραίτητα, αλλά και αποδοτικά: στις επιχειρήσεις, στην καινοτομία, στις νέες τεχνολογίες, στην πράσινη και ψηφιακή μετάβαση, στις υποδομές.
Η SIU έχει έναν πολύ συγκεκριμένο στόχο: να περιορίσει τη φυγή κεφαλαίων και να μετατρέψει την ευρωπαϊκή αποταμίευση σε ευρωπαϊκή επένδυση και, τελικά, σε ευρωπαϊκή ανάπτυξη.
Ο στόχος αυτός αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία σε ένα περιβάλλον γεωπολιτικών αλλαγών και αυξανόμενου διεθνούς ανταγωνισμού. Αυτονομία στην ενέργεια, στην τεχνολογία, στην άμυνα και στις κρίσιμες υποδομές, δεν μπορεί να επιτευχθεί εάν η ΕΕ δεν διαθέτει ταυτόχρονα την ικανότητα να χρηματοδοτεί τις δικές της επιχειρήσεις και τις δικές της επενδύσεις.
Δεν μπορεί να συμβαίνει το παράδοξο μια ευρωπαϊκή επιχείρηση να ιδρύεται και να αναπτύσσεται στην Ευρώπη, αλλά όταν όταν φτάνει σε ένα κρίσιμο μέγεθος και χρειάζεται να αναζητήσει τα απαραίτητα κεφάλαια, να στρέφεται σε άλλες, μεγαλύτερες και βαθύτερες αγορές, ιδίως των Η.Π.Α.
Η SIU, επομένως, αφορά μεν την ολοκλήρωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος (συνδυασμένης με την αναμενόμενη τραπεζική ενοποίηση) αλλά περισσότερο -και κυρίως- την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Η ενοποίηση, βέβαια, δεν ταυτίζεται με την ομογενοποίηση.
Η ευρωπαϊκή αγορά μπορεί να λειτουργήσει πραγματικά αποτελεσματικά μόνο εάν επιτρέπει στις εθνικές αγορές να αξιοποιούν τα δικά τους χαρακτηριστικά και τα συγκριτικά τους πλεονεκτήματα.
Για την Ελλάδα αυτό σημαίνει ότι πρέπει να αναδείξουμε και να αξιοποιήσουμε τη δική μας παραγωγική βάση: τον τουρισμό, την ενέργεια, τις υποδομές, τις επιχειρήσεις με διεθνή παρουσία και, βεβαίως, τη μοναδική παγκόσμια θέση της ελληνικής ναυτιλίας.
Αυτό δημιουργεί μια σημαντική ευκαιρία και για την ελληνική κεφαλαιαγορά: να αποτελέσει έναν πιο αποτελεσματικό μηχανισμό διοχέτευσης κεφαλαίων προς τους τομείς στους οποίους η ελληνική οικονομία έχει πραγματικές δυνατότητες ανάπτυξης και διεθνούς ανταγωνιστικότητας.
Η ένταξη της ελληνικής χρηματιστηριακής αγοράς στη Euronext εξυπηρετεί αυτόν τον σκοπό;
Φυσικά. Η ίδια η Euronext αυτοχαρακτηρίζεται ως παράδειγμα υλοποίησης της ενοποίησης των χρηματιστηριακών αγορών. Θα έλεγα ότι είναι μια «πρόβα τζενεράλε», ή ένα preview της ενοποιημένης αγοράς και εποπτείας.
Είναι γεγονός ότι η ένταξη στη Euronext δημιουργεί επιπλέον δυνατότητες ως προς τη διεθνή ορατότητα της ελληνικής αγοράς και την πρόσβαση σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό οικοσύστημα κεφαλαίων.
Είναι μια πολύ σημαντική εξέλιξη γιατί αλλάζει την κλίμακα στην οποία βλέπουμε την ελληνική κεφαλαιαγορά. Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση μπορεί να διευρύνει την επενδυτική βάση, να αυξήσει τη διασυνοριακή κινητικότητα κεφαλαίων, να ενισχύσει τη διεθνή προβολή των ελληνικών επιχειρήσεων και τη συμμετοχή περισσότερων επενδυτών στην αγορά.
Αλλά η ένταξη σε μια μεγαλύτερη πλατφόρμα ενοποιημένων αγορών από μόνη της δεν αρκεί.
Πρέπει να υπάρχει και προσφορά επενδύσιμων εταιριών, επαρκής ρευστότητα και ένα χρηματιστηριακό οικοσύστημα που να μπορεί να αξιοποιεί τη δυνατότητα αυτή.
Αυτό προϋποθέτει μεγέθυνση της αγοράς με συνεχή ροή νέων εταιριών, επάρκεια ρευστότητας με εισροή κεφαλαίων, τεχνολογική εξέλιξη, υποδομές, καθώς και το κατάλληλο ανθρώπινο δυναμικό εντός του οικοσυστήματος.
Αναφέρατε τη ροή νέων εταιριών. Τι χρειάζεται για να αυξηθούν οι νέες εισαγωγές;
Από την πλευρά των εταιριών, η εισαγωγή στο χρηματιστήριο πρέπει να αποτελεί μέρος της αναπτυξιακής στρατηγικής της και να μην περιορίζεται στην περιστασιακή άντληση κεφαλαίων. Αυτό προϋποθέτει την υιοθέτηση αντίστοιχης κουλτούρας από τις επιχειρήσεις και μεγαλύτερη κατανόηση των πλεονεκτημάτων που προσφέρει η κεφαλαιαγορά.
Προϋποθέτει επίσης την καλύτερη διασύνδεση του εγχώριου οικοσυστήματος – αναδόχων, συμβούλων, επαγγελματικών φορέων, stakeholders- με υποψήφιες εταιρίες.
Από την πλευρά μας, ως εποπτική αρχή, έχουμε πετύχει την απλοποίηση και προβλεψιμότητα του ρυθμιστικού πλαισίου που μπορεί να διασφαλίζει ότι η διαδικασία εισαγωγής είναι αξιόπιστη, διαφανής, γρήγορη και αποτελεσματική, χωρίς εκπτώσεις στην προστασία του επενδυτή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η εισαγωγή των ναυτιλιακών εταιριών.
Ας πάμε λοιπόν τώρα σε αυτό, το ενδιαφέρον και επίκαιρο κεφάλαιο, την εισαγωγή της ναυτιλίας στην Αθήνα. Πως την αξιολογείτε;
Η ναυτιλία είναι ένας από τους πιο εξωστρεφείς και διεθνοποιημένους κλάδους της οικονομίας, στον οποίο η Ελλάδα κατέχει ηγετική θέση, με τον ελληνόκτητο στόλο να συνδέει τους εμπορικούς δρόμους και τις αγορές του κόσμου. Αξίζει να μελετήσει κανείς την έρευνα της Ένωσης Ελλήνων Εφοπλιστών για το «Τι θα συνέβαινε στον πλανήτη, αν η ναυτιλία έπαυε να λειτουργεί», για να συνειδητοποιήσει τη σημασία της ναυτιλίας για το εμπόριο, την τροφοδοσία, την οικονομία του πλανήτη. Ταυτόχρονα, βέβαια, έχει έντονη κυκλικότητα, λειτουργεί σε ένα σύνθετο διεθνές περιβάλλον, επηρεάζεται από τις γεωπολιτικές εξελίξεις και υπάγεται όλο και περισσότερο σε απαιτήσεις πράσινης και ψηφιακής μετάβασης.
Για την ελληνική χρηματιστηριακή αγορά η ναυτιλία ήταν ένας μεγάλος άγνωστος. Έχει ενδιαφέρον να δούμε πως φτάσαμε, ιστορικά, στη σημερινή ένταξη της ναυτιλίας στην αγορά μας. Θα θυμάστε ότι, η πρώτη απόπειρα ρύθμισης της εισαγωγής ναυτιλιακών εταιριών στο ελληνικό χρηματιστήριο έγινε το 2000, αλλά με έντονο προστατευτισμό που ίσως δικαιολογούσαν οι συνθήκες της εποχής. Από το 2005 και μετά, το πλαίσιο φιλελευθεροποιήθηκε και έπαψε σταδιακά να αποτελεί ειδικό κλάδο με πρόσθετες και βαριές προϋποθέσεις εισαγωγής. Έπρεπε να περάσουν πάνω από δεκαπέντε χρόνια για να εισαχθεί το πρώτο ναυτιλιακό ομόλογο το 2021 και να γίνει η πρώτη παράλληλη εισαγωγή μετοχών ναυτιλιακής εταιρίας το 2026.
Η διαδρομή αυτή, καταδεικνύει την εξέλιξη της ίδιας της αγοράς, και αποτελεί αναγνώριση ότι η ναυτιλία μπορεί να αποτελέσει ένα από τα σημαντικότερα συγκριτικά πλεονεκτήματα της ελληνικής κεφαλαιαγοράς. Όχι μόνο γιατί πρόκειται για έναν κλάδο στον οποίο η Ελλάδα διαθέτει παγκόσμια ηγετική θέση, αλλά γιατί πρόκειται για έναν κατεξοχήν διεθνή κλάδο, με εταιρίες, επενδυτές και κεφάλαια που κινούνται σε παγκόσμια κλίμακα.
Όταν μια μεγάλη διεθνής ναυτιλιακή επιλέγει την Αθήνα, αυτό είναι ταυτόχρονα ψήφος εμπιστοσύνης και τεστ ανταγωνιστικότητας για την ελληνική αγορά.
Άρα η επιτυχία των ναυτιλιακών εισαγωγών θα μπορούσε να λειτουργήσει ως καταλύτης;
Ακριβώς.
Η επιτυχία μιας μεγάλης ναυτιλιακής εισαγωγής δεν αφορά μόνο την ίδια την εταιρία. Δημιουργεί διεθνή προβολή για την αγορά, διευρύνει την επενδυτική βάση και μπορεί να λειτουργήσει ως μήνυμα προς άλλες εταιρίες – όχι μόνο ναυτιλιακές- ότι η Αθήνα είναι μια αγορά που αξίζει να εξετάσουν.
Η Euronext Athens αναβαθμίζεται σε status ανεπτυγμένης αγοράς. Τι αναμένουμε από αυτή την αναβάθμιση;
Η Ελλάδα, η Euronext Athens, περνά από το σύμπαν των αναδυόμενων αγορών σε ένα πολύ μεγαλύτερο και πιο ανταγωνιστικό, αυτό των ανεπτυγμένων αγορών. Μέσα από το rebalancing που θα γίνει μεταξύ των θεσμικών επενδυτών που επενδύουν στη σχετική κατηγορία αγοράς, αναμένεται σημαντική ροή κεφαλαίων από διαφορετικό προφίλ επενδυτών. Μια πρόκληση που έχουμε μπροστά μας είναι η ρευστότητα αυτή να μην είναι αντανακλαστική, αλλά διατηρήσιμη και ικανή να αντέξει στον ανταγωνισμό από άλλες, αντίστοιχες αγορές.
Επίσης, να συμβάλλει, μέσω του οικοσυστήματος συνολικά, στη διαμόρφωση ενός νέου αφηγήματος, προσαρμοσμένου στα χαρακτηριστικά και τις ανάγκες της αγοράς μας. Η ανθεκτικότητα και η εξέλιξη της ελληνικής αγοράς, η ωριμότητα του οικοσυστήματος, η ετοιμότητα της Euronext Athens και η αποτελεσματική εποπτεία, είναι παράγοντες που θεωρώ ότι μπορούν να επιτρέψουν τη διαμόρφωση της στρατηγικής που συμβαδίζει με την επίτευξη μίας ουσιαστικά ανεπτυγμένης αγοράς.
Διαβάζουμε για εγκατάσταση ή η σχεδιαζόμενη παρουσία στην Αθήνα μεγάλων διεθνών funds, όπως η Rokos και η Millennium. Πόσο σημαντική είναι αυτή η εξέλιξη;
Το γεγονός ότι η Ελλάδα αποτελεί πλέον αντικείμενο ενδιαφέροντος για διεθνείς διαχειριστές κεφαλαίων είναι θετικό.
Είναι μια εξέλιξη που ξεπερνά το ζήτημα της φορολογικής κατοικίας ενός στελέχους ή της εγκατάστασης ενός ακόμη γραφείου στην Αθήνα.
Η παρουσία διεθνών funds αυτού του μεγέθους μπορεί να συμβάλει στη δημιουργία ενός ευρύτερου οικοσυστήματος στην Ελλάδα, με ανθρώπινο δυναμικό υψηλής εξειδίκευσης, τεχνογνωσία, μεγαλύτερη διεθνή δικτύωση και αναγνωρισιμότητα.
Όσο μεγαλύτερη και πιο διεθνής γίνεται η παρουσία διαχειριστών κεφαλαίων στην Ελλάδα, τόσο μεγαλύτερη μπορεί να είναι και η δεξαμενή δυνητικών επενδυτών που βάζουν την Ελλάδα και τις ελληνικές επιχειρήσεις στο ραντάρ τους.
Είναι ένας ακόμα τρόπος να εξυπηρετηθεί ο στόχος της ανταγωνιστικότητας.
Μιλάμε πολύ για την προσέλκυση ξένων θεσμικών επενδυτών. Τι γίνεται με τους Έλληνες ιδιώτες;
Δεν μπορούμε να έχουμε κεφαλαιαγορά με πραγματικό βάθος χωρίς ευρύτερη συμμετοχή των ιδιωτών επενδυτών, που, άλλωστε, αποτελούν την καρδιά της SIU, διότι είναι αυτοί που μετακινούν – και που πρέπει να πειστούν να μετακινήσουν- κεφάλαια από τις καταθέσεις στις επενδύσεις.
Η κινητοποίηση των ιδιωτών επενδυτών έχει, συνεπώς, πολύ μεγάλη σημασία. Είναι το πραγματικό βαρόμετρο της εμπιστοσύνης. Η ενεργός συμμετοχή των ιδιωτών στην κεφαλαιαγορά προϋποθέτει, βέβαια, ότι αυτοί είναι ενημερωμένοι και μπορούν να κατανοούν τις έννοιες, τη λειτουργία, τις αποδόσεις αλλά και τους κινδύνους της αγοράς. Γι’ αυτό και η χρηματοοικονομική παιδεία αποτελεί ουσιαστικό μέρος της ενεργοποίησης, αλλά και της προστασίας τους.
Αν έπρεπε να επιλέξετε έναν μόνο κίνδυνο για την ελληνική κεφαλαιαγορά τα επόμενα χρόνια, ποιος θα ήταν;
Ο εφησυχασμός.
Ο διεθνής ανταγωνισμός για κεφάλαια είναι πολύ έντονος. Οι επιχειρήσεις έχουν περισσότερες επιλογές χρηματοδότησης, οι επενδυτές περισσότερες αγορές και τα private markets καταλαμβάνουν όλο και μεγαλύτερο χώρο.
Πρέπει συνεχώς να είμαστε σε εγρήγορση, να αντιμετωπίζουμε τις προκλήσεις και να βελτιώνουμε το πλαίσιο.
Και αν επιλέγατε ένα στοιχείο απαραίτητο για την επόμενη μέρα της ελληνικής κεφαλαιαγοράς του 2030 ποιο θα ήταν αυτό; ποιο θα λέγατε ότι είναι το στοίχημα για την ελληνική κεφαλαιαγορά;
Ο πρωταθλητισμός.
Δηλαδή η μεγέθυνσή της, με περισσότερες, μεγαλύτερες και ποιοτικότερες εταιρίες, με περισσότερες διεθνείς εισαγωγές, ενισχυμένη ρευστότητα και ευρύτερη επενδυτική βάση.
Το στοίχημα για την ελληνική αγορά είναι να γίνει, μέσα από την ευρωπαϊκή ενοποίηση, μία αγορά επιλογής για τις επιχειρήσεις και τους επενδυτές, έτοιμη να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις του μέλλοντος.
Διαβάστε επίσης:
Χρηματιστήριο: Πιέσεις στη μετοχή της Coca Cola HBC από το διάταγμα Πούτιν
«Στις αγορές» με εξάμηνα έντοκα γραμμάτια βγαίνει το Ελληνικό Δημόσιο την Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου
Alpha Bank: Πρόταση επαναγοράς ομολόγων €500 εκατ. για νέα έκδοση
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Η γκρίζα ζώνη της παραϊατρικής: 3 στους 10 ψάχνουν εναλλακτικές θεραπείες – Από τον κβαντικό βιοσυντονισμό στην πλύση εντέρου
- Γιαννακόπουλος και Αγγελόπουλοι στο ίδιο τραπέζι για το μεγάλο σχέδιο της EuroLeague
- Οι «σωματοφύλακες» του Αντώνη Σαμαρά, τα ονόματα που «κλειδώνουν» και τα πρόσωπα από την Κεντροαριστερά
- Premier League: Τα πιο… δύσοσμα γήπεδα και η πρωτιά του «Έμιρεϊτς»
Μοιραστείτε την άποψή σας
ΣχόλιαΓια να σχολιάσετε χρησιμοποιήστε ένα ψευδώνυμο. Παρακαλούμε σχολιάζετε με σεβασμό. Χρησιμοποιείτε κατανοητή γλώσσα και αποφύγετε διατυπώσεις που θα μπορούσαν να παρερμηνευτούν ή να θεωρηθούν προσβλητικές. Με την ανάρτηση σχολίου, συμφωνείτε να τηρείτε τους Όρους του ιστότοπου contact Δημιουργήστε το account σας εδώ, για να κάνετε like, dislike ή report ακατάλληλα/προσβλητικά σχόλια.