ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Δύο σπουδαία έργα τέχνης από τα σημαντικότερα που έχουν βγει σε δημοπρασία τα τελευταία χρόνια. Με ιστορία πίσω τους και αντίστοιχα με την προοπτική πώλησής τους σε τιμές ρεκόρ. Από τη μία είναι ο Γκούσταφ Κλιμτ με ένα σπάνιο τοπίο του 1915-1916, παραγγελία ενός τραπεζίτη της εποχής και προστάτη των τεχνών. Και το δεύτερο, ένα ανατρεπτικό έργο του Βασίλι Καντίνσκι που αναμένεται να γράψει ιστορία καταρρίπτοντας το ρεκόρ πώλησης για ρώσο ζωγράφο.
Και τα δύο προσφέρονται από τον οίκο Christie’s στις 17 Νοεμβρίου στη Νέα Υόρκη, με εκτίμηση το καθένα από 60 έως 80 εκατομμύρια δολάρια. Και με ένα ακόμη κοινό μεταξύ τους, ότι οι πωλητές είναι ανώνυμοι. Όπως συμβαίνει συνήθως, πάντως.
Ένα πανδοχείο στην όχθη μιας λίμνης, περιτριγυρισμένο από δέντρα, με το τοπίο να αντανακλάται θολά στην επιφάνεια του νερού δείχνει ο πίνακας του Κλιμτ με την ονομασία «Λίτζλμπεργκερ Κέλερ». Και όπως δηλώνει ο Μαξ Κάρτερ, παγκόσμιος πρόεδρος της τέχνης του 20ού και 21ου αιώνα του οίκου «Το πανδοχείο βρίσκεται στην άκρη του νερού, ανάμεσα στην ολοκληρωτική τεχνική και την αφαίρεση του Κλιμτ, τη μορφή και τη διάλυση, τις προπολεμικές βεβαιότητες και το άγνωστο».

Η λίμνη, το δάσος και ένα πανδοχείο
Από το 1900 μέχρι τον θάνατό του, το 1918, ο Κλιμτ περνούσε συχνά τα καλοκαίρια του στην αυστριακή ύπαιθρο στις όχθες της λίμνης Άτερζεε, η οποία και απεικονίζεται στον πίνακα. Και ήταν κατά τη διάρκεια αυτών των καλοκαιριών του στο Λίτζλμπεργκερ, που ο καλλιτέχνης ανέπτυξε τη βαθιά του σύνδεση με τον φυσικό κόσμο, όπως σημειώνεται για τον Κλιμτ, με τη σχέση αυτή να αποτυπώνεται σε τοπία του, που ζωγράφισε εκεί.
Ο συγκεκριμένος πίνακας παρουσιάζει μια θέα που επικεντρώνεται στο πανδοχείο –μπυραρία στη βόρεια όχθη της λίμνης ενώ ο ίδιος ο ζωγράφος βρισκόταν απέναντι από αυτό, ενδεχομένως σε ένα εξοχικό σπίτι όπου είχε μετακομίσει. Και όπως επισημαίνει ο οίκος, ο καλλιτέχνης είχε βασίσει τη σύνθεσή του εν μέρει στη δική του παρατήρηση μέσω τηλεσκοπίου από την απέναντι όχθη και εν μέρει όμως, σε εικόνες καρτ ποστάλ.
Πέρα από τη σύνθεση ο Κλιμτ κάνει χρήση των ίδιων, λίγων χρωμάτων σε όλη την επιφάνεια του καμβά. Έτσι, κυριαρχούν τα πράσινα και μπλε χρώματα στα δέντρα, στο γκαζόν και στους θάμνους σε αντίθεση με το λευκό κτήριο στο κέντρο. Μια ηχώ του χρώματος που διευκολύνει την απαλή μετάβαση του ματιού από το φυσικό δάσος στην τεχνική κατασκευή.
«Αυτό το τοπίο μοιάζει με λυρική σύνθεση σε τρεις στροφές. Είναι το δάσος με τις μεγαλοπρεπείς, ψιθυριστές βελανιδιές, το σπίτι αγκαλιασμένο από το φύλλωμά τους και η λαμπερή αντανάκλαση στη λίμνη», όπως λέει η Τζιοβάνα Μπερτατσόνι, πρόεδρος του οίκου Christie’s Europe, χαρακτηρίζοντας το έργο «ανεκτίμητο».
Το ταξίδι ενός πίνακα
Το έργο είχε ανατεθεί στον Κλιμτ από τον τραπεζίτη και επιχειρηματία Όττο Πριμαβέζι, ο οποίος, μαζί με τη σύζυγό του Ευγενία, ήταν μεγάλοι προστάτες των τεχνών, άλλωστε ο ίδιος του είχε παραγγείλει και δύο οικογενειακά πορτρέτα το 1912. Το 1927 πάντως, ο πίνακας περιήλθε στον αυστριακό φωτογράφο και ανθρωπολόγο Χούγκο Μπερνάτσικ και στη συνέχεια στον βιεννέζο συλλέκτη Κουρτ Βίζερ, ο οποίος το κατείχε από τη δεκαετία του ’30 έως τουλάχιστον το 1958.
Απ΄ αυτόν πέρασε στον Σερζ Σαμπάρσκι, έναν σημαντικό υποστηρικτή του έργου του Κλιμτ, συνιδρυτή της Neue Galerie της Νέας Υόρκης, ενώ από το 1997 ανήκε σε ιδιώτη συλλέκτη, ο οποίος τον αγόρασε από τον οίκο Sotheby’s της Νέας Υόρκης για 14,7 εκατομμύρια δολάρια τότε (σημερινά 30,9 εκατομμύρια).
Να σημειωθεί όμως, ότι το ρεκόρ δημοπρασίας του Κλιμτ στα 236,4 εκατομμύρια δολάρια, τα οποία καταβλήθηκαν στον οίκο Sotheby’s της Νέας Υόρκης τον Νοέμβριο του 2025 για το Πορτρέτο της Ελιζαμπέτ Λίντερερ του 1914-16.
Στη διάρκεια όλων αυτών των ετών πάντως, το έργο εμφανίστηκε σε εκθέσεις μουσείων και ιδρυμάτων, όπως το Secession Vienna, το Künstlerhaus στη Βιέννη, τα Βασιλικά Μουσεία Καλών Τεχνών στις Βρυξέλλες, το Palazzo Strozzi στη Βενετία, το Kunsthaus Zurich και το Μουσείο Leopold στη Βιέννη.

Το Μπαουχάους και η μουσική
Έτοιμο να καταρρίψει το ρεκόρ του Καντίνσκι είναι όμως, το έργο «Betonte Ecken» (Τονισμένες γωνίες) του 1922–23, που ζωγραφίστηκε στη Βαϊμάρη λίγο μετά την ένταξή του στο Μπαουχάους, κατόπιν πρόσκλησης του Βάλτερ Γκρόπιους. Η επίδραση της ομάδας στον καμβά είναι σαφής μέσα από τις άκαμπτες γεωμετρίες της και την τοποθέτηση των βασικών χρωμάτων. Ενώ μια άλλη επιρροή στον καλλιτέχνη, η μουσική, που προφανώς υποδηλώνεται στις μαύρες παράλληλες γραμμές του πίνακα, ήταν πιο προσωπική και βαθιά ριζωμένη.
Συγκεκριμένα, αφού είχε παρακολουθήσει μια συναυλία Βάγκνερ στο Θέατρο Μπολσόι το 1896, ο Καντίνσκι οραματίστηκε μια νέα τέχνη που θα συνδύαζε τη μουσική και τη ζωγραφική. Με τον καιρό έτσι, ανέπτυξε μια θεωρία σύμφωνα με την οποία τα χρώματα κατείχαν εσωτερικούς ήχους: το μπλε ήταν παρόμοιο με το τσέλο και το καθαρό πράσινο με τους ήρεμους τόνους του βιολιού.
Στην πράξη, στο έργο «Betonte Ecken», ο Καντίνσκι επιχειρεί να ζωγραφίσει μουσική μελωδία, ρυθμό και αρμονία σε έναν καμβά οργανωμένο από γραμμές και δισδιάστατα σχήματα. Το έργο εξάλλου, θεωρείται άμεσος πρόδρομος του «Komposition VIII» (1923), ενός ελαφρώς πιο λιτού πίνακα που ανήκει στο Μουσείο Guggenheim της Νέας Υόρκης.

Αριστούργημα προς πώληση
Ο πίνακας, ήταν το πρώτο έργο του Καντίνσκι που απέκτησε η ζωγράφος Χίλα φον Ρέμπαϊ, συνιδρύτρια και πρώτη διευθύντρια του Μουσείου Guggenheim. Η δική της καλλιτεχνική αφοσίωση μάλιστα, στην μη αντικειμενική τέχνη είχε διαμορφωθεί από την πραγματεία του Καντίνσκι «Περί του Πνεύματος στην Τέχνη».
Το 1930, τελικά συνάντησε και τον καλλιτέχνη στο Ντεσάου, όπου είχε μετακομίσει το Μπαουχάους, λόγω του εχθρικού πολιτικού κλίματος που αντιμετώπιζε. Από την ίδια απέκτησε το Guggenheim απέκτησε το «Betonte Ecken», το 1941 πριν τον πουλήσει όμως, στα μέσα της δεκαετίας του 1960.
«Είναι ένα από τα πρώτα αριστουργήματα του Bauhaus και το καλύτερο παράδειγμα από αυτή την καθοριστική στιγμή στην καριέρα του που βγήκε στην αγορά εδώ και δεκαετίες», όπως δηλώνει τώρα η Πέιτζ Κάστενμαν, συν-επικεφαλής της βραδινής πώλησης του 20ού αιώνα από τον οίκο Christie’s. «Η εκτίμηση ορθώς τοποθετεί το έργο σε θέση να επαναφέρει το ρεκόρ δημοπρασίας για τον Καντίνσκι».
Πράγματι, μία πώληση εντός του εκτιμώμενου εύρους των 60 έως 80 εκατομμυρίων δολαρίων θα ξεπεράσει κατά πολύ το ρεκόρ του για το έργο «Μούρναου με εκκλησία II» (1910), ο οποίος πουλήθηκε στον οίκο Sotheby’s του Λονδίνου για 37,2 εκατομμύρια λίρες (44,8 εκατομμύρια δολάρια), το 2023.
Διαβάστε επίσης:
Ένας ενδιάμεσος κόσμος – Η κοσμοπολίτικη εμπειρία του Μίλτου Σκούρα
Ταξιδεύοντας με τους Έλληνες – Ο συναρπαστικός κόσμος της αρχαίας ελληνικής τέχνης στη Νέα Υόρκη
Η μουσική της Τροίας – Σπάνιο εύρημα από την ομηρική πόλη
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- «Χωριάτικο»: Ο Βουρλιώτης εντόπισε τραπεζικούς λογαριασμούς κατηγορουμένων στην Ιρλανδία – Ζητήθηκε η δέσμευση των καταθέσεων
- Masdar: Άντλησε 600 εκατ. δολάρια με την έκδοση του πρώτου μπλε ομολόγου
- ΟΔΔΗΧ: Στο 2,44% η απόδοση των εντόκων γραμματίων τρίμηνης διάρκειας – Προσφορές άνω του 1 δισ. ευρώ
- Αυγενάκης για basket gate: Η αλλαγή του πλαισίου εκλογής νέων διοικήσεων στην ΕΟΚ ήταν αίτημα της αθλητικής οικογένειας και των συλλογικών οργάνων
Μοιραστείτε την άποψή σας
ΣχόλιαΓια να σχολιάσετε χρησιμοποιήστε ένα ψευδώνυμο. Παρακαλούμε σχολιάζετε με σεβασμό. Χρησιμοποιείτε κατανοητή γλώσσα και αποφύγετε διατυπώσεις που θα μπορούσαν να παρερμηνευτούν ή να θεωρηθούν προσβλητικές. Με την ανάρτηση σχολίου, συμφωνείτε να τηρείτε τους Όρους του ιστότοπου contact Δημιουργήστε το account σας εδώ, για να κάνετε like, dislike ή report ακατάλληλα/προσβλητικά σχόλια.