Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Add mononews.gr on Google

Νέα επιβάρυνση για τα προϊόντα της fast fashion, με στόχο τον περιορισμό της υπερπαραγωγής και των περιβαλλοντικών επιπτώσεων που αυτή προκαλεί, άρχισε να εφαρμόζει από την Τρίτη η Γαλλία, βάζοντας στο στόχαστρο κυρίως τις πωλήσεις εξαιρετικά φθηνών ρούχων μέσω ηλεκτρονικών πλατφορμών όπως η Shein και η Temu.

Οι νέες επιβαρύνσεις προβλέπονται στον νόμο για τη fast fashion που ψηφίστηκε τον Ιούνιο και διαφοροποιούνται ανάλογα με το είδος του προϊόντος. Ξεκινούν από 0,25 ευρώ για ένα εσώρουχο ή ένα ζευγάρι κάλτσες και φτάνουν έως τα 12 ευρώ για ένα παλτό. Σε κάθε περίπτωση, το ποσό δεν μπορεί να ξεπερνά το 50% της τιμής πώλησης του προϊόντος προ φόρων.

1

Οι νέες χρεώσεις έρχονται να προσθέσουν ένα ακόμη πρόβλημα για τη Shein, σε μια περίοδο κατά την οποία η εταιρεία αντιμετωπίζει αυξανόμενες πιέσεις λόγω της εισαγωγής των μετοχών της στο χρηματιστήριο του Χονγκ Κονγκ. Παράλληλα, η κατάργηση της απαλλαγής από δασμούς για φθηνά δέματα ηλεκτρονικού εμπορίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τις ΗΠΑ έχει επηρεάσει σημαντικά την αποτίμησή της.

Ο εκπρόσωπος της Shein στη Γαλλία, Κεντέν Ριφά, έχει πάντως υποστηρίξει στο παρελθόν ότι οι συγκεκριμένες χρεώσεις θα επιβαρύνουν τελικά τους καταναλωτές, καθώς θα οδηγήσουν σε υψηλότερες τιμές προϊόντων.

Την ίδια στιγμή, το υπουργείο Εμπορίου της Κίνας έχει χαρακτηρίσει τη γαλλική νομοθεσία διακριτική και την έχει περιγράψει ως εμπορικό εμπόδιο, υποστηρίζοντας ότι ενδέχεται να παραβιάζει τις αρχές του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου.

Πώς υπολογίζεται η επιβάρυνση

Το ύψος της νέας χρέωσης δεν είναι ενιαίο για όλα τα προϊόντα. Υπολογίζεται μέσω μιας ειδικής φόρμουλας, στην οποία λαμβάνονται υπόψη διαφορετικοί παράγοντες, όπως ο αριθμός των προϊόντων που διατίθενται, η τιμή τους, αλλά και ο βαθμός δυνατότητας επισκευής τους.

Οι επιβαρύνσεις αναμένεται, μάλιστα, να αυξηθούν περαιτέρω από το 2030, καθώς ο γαλλικός νόμος προβλέπει σταδιακή ενίσχυση των οικονομικών κινήτρων που αποσκοπούν στον περιορισμό της μαζικής παραγωγής φθηνών ενδυμάτων.

Το μέγεθος του προβλήματος αποτυπώνεται χαρακτηριστικά στην περίπτωση της Shein. Σύμφωνα με το ενημερωτικό δελτίο της εταιρείας, στις 31 Μαρτίου διέθετε περισσότερα από 2 εκατομμύρια διαφορετικά προϊόντα, ενώ κάθε ημέρα προστίθενται περίπου 4.700 νέα σχέδια ένδυσης.

Αντίθετα, ευρωπαϊκές αλυσίδες όπως η Zara του ομίλου Inditex και η H&M, οι οποίες διαθέτουν σαφώς μικρότερη γκάμα προϊόντων στις ηλεκτρονικές τους πλατφόρμες, δεν αναμένεται να επηρεαστούν σημαντικά από το νέο μέτρο, σύμφωνα με ενημέρωση Γάλλων αξιωματούχων τη Δευτέρα.

Στο επίκεντρο η ανακύκλωση των ρούχων

Η γαλλική πρωτοβουλία εντάσσεται σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο για τη διαχείριση των απορριμμάτων από υφάσματα. Με βάση τους κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κάθε κράτος-μέλος οφείλει να διαθέτει φορέα Διευρυμένης Ευθύνης Παραγωγού (Extended Producer Responsibility), ο οποίος εισπράττει τέλη από τους παραγωγούς κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων.

Τα έσοδα από τις σχετικές εισφορές χρησιμοποιούνται για τη χρηματοδότηση της συλλογής, της διαλογής και της ανακύκλωσης των ρούχων που απορρίπτονται.

Στη Γαλλία, τον ρόλο αυτό έχει αναλάβει ο αρμόδιος οργανισμός που έχει δημιουργηθεί για τη χρηματοδότηση της συλλογής και της επαναχρησιμοποίησης των υφασμάτων. Ο συγκεκριμένος φορέας θα εισπράττει και τις νέες επιβαρύνσεις από τον εισαγωγέα ή τον κατασκευαστή fast fashion, όταν αυτός είναι ο υπόχρεος για την καταβολή του σχετικού ποσού.

Με το νέο καθεστώς, η Γαλλία επιχειρεί να περιορίσει το μοντέλο της υπερβολικά γρήγορης και μαζικής ανανέωσης των συλλογών, μεταφέροντας μέρος του περιβαλλοντικού κόστους στους παραγωγούς και εισαγωγείς και ασκώντας παράλληλα πίεση στις πλατφόρμες που βασίζουν την ανάπτυξή τους σε τεράστιες ποσότητες προϊόντων και ιδιαίτερα χαμηλές τιμές.

 

Διαβάστε επίσης 

Σόγια: Σε υψηλό σχεδόν τριών ετών στις ΗΠΑ μετά τις αποφάσεις Τραμπ για τα βιοκαύσιμα

Johan Vandermeulen: «Η BAT επενδύει στην Ελλάδα γιατί πιστεύει στις δυνατότητες της χώρας και στις προοπτικές της για το μέλλον»

Reuters: Η αμερικανική NABEP παίρνει τον έλεγχο πετρελαϊκών κοιτασμάτων της Βενεζουέλας από Κίνα και Ρωσία