Menu
0.25%
Τζίρος: 204.31 εκατ.

Άρης Αρβανιτάκης: Με τον «Φοίνικα Νηογνώμων» πιστοποιούμε και παρακολουθούμε συνολικά 5.586 πλοία

Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης
Comments

Η κυβέρνηση ανακοίνωσε την πολιτική της για τη βιομηχανία, επιχειρώντας αφενός να ευθυγραμμιστεί με τη γενικότερη ευρωπαϊκή στροφή προς μια πιο ενεργητική βιομηχανική πολιτική -ανταγωνιστικότητα, στρατηγική αυτονομία, καθαρές τεχνολογίες και κρίσιμες αλυσίδες αξίας- και αφετέρου να ξεκινήσει τη διαδικασία διαφοροποίησης του μοντέλου ανάπτυξης.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι εξαγγελίες ακολουθούν την Εθνική Στρατηγική για τη Βιομηχανία του 2022, που προέβλεπε 43 μεταρρυθμίσεις και προϋπολογισμό της τάξης των 2 δισ. ευρώ. Η διαφορά είναι ότι τώρα, το 2026, δεν υιοθετείται μια νέα αρχιτεκτονική, αλλά η βιομηχανική πολιτική επαναφέρεται στο κέντρο του κυβερνητικού σχεδιασμού, με την προσθήκη νέων εργαλείων και μεγαλύτερη σύνδεση με την ευρωπαϊκή ατζέντα ανταγωνιστικότητας.

1

Η πρόθεση είναι σαφής, η προσπάθεια απτή. Πλην όμως, ανεπαρκής για τους εξής λόγους.

Κατ’ αρχήν, ορισμένα θέματα χρονίζουν, έχουν επισημανθεί ξανά και ξανά και, παρ’ όλα αυτά, πρόοδος δεν υπάρχει. Η αναφορά αφορά συγκεκριμένα την επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων, με 11 θεσμικές αλλαγές για τις αδειοδοτήσεις, τα Επιχειρηματικά Πάρκα, τους βιομηχανικούς λιμένες, την ψηφιοποίηση διαδικασιών (π.χ. OpenBusiness) και την περαιτέρω μείωση της γραφειοκρατίας. Το πλαίσιο των απαιτούμενων αλλαγών δίνεται και πάλι. Η συγκεκριμενοποίηση της διαδικασίας, οι στόχοι και τα χρονοδιαγράμματα δεν υπάρχουν.

Κατά δεύτερο λόγο, στοχεύεται η μείωση του ενεργειακού κόστους με ποσό της τάξης των 700 εκατ. ευρώ μέχρι το 2030. Πέρα από το ερώτημα της επάρκειας του ποσού, το θέμα δεν είναι η επιδότηση του λογαριασμού ρεύματος -αυτό δεν αποτελεί βιομηχανική πολιτική. Μια ουσιαστική πολιτική βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας μέσω της μείωσης του ενεργειακού κόστους θα όφειλε να προβλέπει την υλοποίηση μιας σειράς επενδύσεων, κυρίως σε ΑΠΕ, σε δίκτυα και κόμβους, στην αποθήκευση ενέργειας και στη διευκόλυνση της σύναψης μακροχρόνιων συμβολαίων προμήθειας, και όλα αυτά με συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα.

Τρίτος λόγος είναι η γενικά αόριστη θέση για ενίσχυση των παραγωγικών επενδύσεων με πακέτο άνω των 3,7 δισ. ευρώ. Από μόνη της δεν έχει ουσιαστικό περιεχόμενο, καθώς το θέμα δεν είναι -όπως ήταν σχεδόν πάντα- οι επιδοτήσεις, αλλά οι κατευθύνσεις που θα επιλεγούν και η αποτελεσματική εποπτεία τους, σε συνδυασμό με την προσπάθεια να αυξηθεί το μέγεθος της μικρομεσαίας επιχείρησης.

Πέντε είναι οι κύριες διαστάσεις του προβλήματος.

Πρώτη διάσταση: η κυβέρνηση έχει επιλέξει περίπου δέκα κλάδους -ημιαγωγοί, φάρμακο, άμυνα, τρόφιμα, logistics, πράσινη βιομηχανία, AI, μπαταρίες, ναυτιλία και αλουμίνιο- χωρίς όμως αναφορά στην ανάγκη, όπως τονίζει η Παγκόσμια Τράπεζα, το εύρος της βιομηχανικής πολιτικής να ανταποκρίνεται στις ικανότητες της ίδιας της κυβέρνησης (government bandwidth), στο μέγεθος της αγοράς και στο δημοσιονομικό περιθώριο.

Το ΔΝΤ έχει ήδη επισημάνει ότι η παρέμβαση σε επίπεδο τομέα είναι κατά κανόνα αποτελεσματική όταν η διοικητική ικανότητα είναι ισχυρή· διαφορετικά, ο κίνδυνος λανθασμένης κατανομής των πόρων αυξάνεται απότομα. Αν η κυβέρνηση θέλει να πετύχει, κάποιος στους μηχανισμούς της οφείλει να γνωρίζει ανά πάσα στιγμή ποιες είναι οι εξελίξεις στην τεχνολογία, ποιοι είναι οι παίκτες, ποιες επενδύσεις συμβαδίζουν με τους κυβερνητικούς στόχους και ποιες επιδοτήσεις έχουν πραγματική πιθανότητα επιτυχίας.

Δεύτερη διάσταση: πουθενά δεν φαίνεται να έχει τεθεί με επαρκή σαφήνεια το ερώτημα «ποιο είναι το συγκριτικό πλεονέκτημα που ήδη έχουμε και μπορούμε να αναπτύξουμε περαιτέρω;». Λαμβάνοντας υπόψη μελέτες σε βάθος που έχουν γίνει στο παρελθόν και παραμένουν σε σημαντικό βαθμό επίκαιρες, όπως για παράδειγμα της McKinsey, μια επιλογή σε επίπεδο υπό-τομέων που θα απαντούσε στο ερώτημα του συγκριτικού πλεονεκτήματος θα μπορούσε να περιλαμβάνει την υγεία, με έμφαση στη φαρμακοβιομηχανία και τη βιοτεχνολογία, στην αμυντική βιομηχανία με έμφαση στις τεχνολογίες διττής χρήσης και τους αισθητήρες, στην ενέργεια με αναφορά στο πλαίσιο που αναφέρθηκε παραπάνω, στην τεχνολογία τροφίμων, στη ναυτιλία στον υπό-τομέα των θαλάσσιων τεχνολογιών και, τέλος, στις προηγμένες ψηφιακές τεχνολογίες, όπου θα οφείλαμε να αποφύγουμε τις μεγαλοστομίες και να περιοριστούμε ίσως σε πεδία όπως ο σχεδιασμός ημιαγωγών.

Τρίτη διάσταση: συστηματικά αποφεύγεται να συνδεθεί άμεσα η ανάπτυξη μιας ανταγωνιστικής δραστηριότητας με τον γεωγραφικό χώρο όπου αυτή μπορεί να αναπτυχθεί αποτελεσματικότερα. Ο ΟΟΣΑ δίνει αυξανόμενη έμφαση στην τοποκεντρική βιομηχανική πολιτική (place-based industrial policy): αντί οι ενισχύσεις να κατανέμονται ομοιόμορφα σε όλη τη χώρα, κάθε περιφέρεια πρέπει να αναπτύσσει δραστηριότητες που αξιοποιούν τις ιδιαίτερες παραγωγικές, τεχνολογικές και ανθρώπινες δυνατότητές της.

Έτσι δημιουργούνται τοπικά οικοσυστήματα επιχειρήσεων, πανεπιστημίων, ερευνητικών κέντρων, εξειδικευμένων εργαζομένων και προμηθευτών, αντί για διάσπαρτες επιδοτούμενες επενδύσεις χωρίς κρίσιμη μάζα. Αν το Ειδικό Χωροταξικό για τη Βιομηχανία ακολουθήσει τον δρόμο και το χρονοδιάγραμμα προηγούμενων αντίστοιχων εγχειρημάτων, δεν έχουμε πολλά να ελπίζουμε.

Τέταρτη διάσταση: οι δεξιότητες. Η μάλλον αόριστη αναφορά στην ενίσχυση των τεχνικών επαγγελμάτων και στην ανάπτυξη των δεξιοτήτων που χρειάζεται η σύγχρονη βιομηχανία δεν συνιστά από μόνη της βιομηχανική πολιτική. Απαιτείται συγκεκριμένη και επιθετική πολιτική δεξιοτήτων και όχι η συνέχιση της πολιτικής των vouchers, η οποία ξεκάθαρα δεν έχει αποδώσει. Δεν είναι τυχαίο, εξάλλου, ότι η Ε.Ε. έχει στραφεί στην ενίσχυση της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης (VET – Vocational Education and Training).

Η χώρα μας, που ήδη αντιμετωπίζει σημαντικές ελλείψεις ανθρώπινου κεφαλαίου, χρειάζεται πλήρη αναβάθμιση των τεχνικών και επαγγελματικών σχολών, πρόσθετα κίνητρα επιστροφής εξειδικευμένων Ελλήνων της διασποράς, στοχευμένη μεταναστευτική πολιτική για την προσέλκυση μηχανικών, τεχνικών και άλλων ειδικευμένων εργαζομένων, καθώς και προγράμματα σπουδών -για παράδειγμα μηχανικών- σχεδιασμένα σε συνεργασία με τη βιομηχανία, όπως και προγράμματα μαθητείας και πρακτικής εκπαίδευσης στις επιχειρήσεις.

Αν δεν φτάσουμε στο σημείο να μπορούμε να εκτιμούμε κάθε χρόνο πόσους μηχανικούς, πόσους τεχνικούς και πόσους data scientists θα χρειάζεται κάθε υπό-τομέας, τότε δύσκολα θα μπορούμε να μιλάμε για πραγματική υλοποίηση βιομηχανικής πολιτικής.

Πέμπτη διάσταση: το χάσμα παραγωγικότητας, σε συνδυασμό με τον κίνδυνο η κρατική ενίσχυση να καταλήξει κυρίως στις υπάρχουσες μεγάλες ελληνικές επιχειρήσεις (incumbent danger). Στην Ελλάδα σχεδόν το 47% της επιχειρηματικής απασχόλησης βρίσκεται σε πολύ μικρές επιχειρήσεις (micro firms), ενώ το χάσμα παραγωγικότητας μεταξύ μικρών και μεγάλων επιχειρήσεων είναι ιδιαίτερα μεγάλο. Παράλληλα, η επιχειρηματική δυναμική -η είσοδος και έξοδος επιχειρήσεων από την αγορά- είναι σχετικά χαμηλή. Τρία είναι εδώ τα κύρια ζητήματα.

Σε πρώτο πλάνο, η εφαρμογή αυστηρών κριτηρίων αποτελεσματικότητας σε όλες τις μεγάλες κρατικές ενισχύσεις. Σε δεύτερο, η μετατροπή της πολιτικής ενίσχυσης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων σε πολιτική μεγέθυνσής τους (scale-up), με την αποδοχή ότι ορισμένες μη ανταγωνιστικές επιχειρήσεις θα κλείσουν και οι παραγωγικοί πόροι θα πρέπει να μετακινηθούν προς αποδοτικότερες δραστηριότητες. Και, σε τρίτο πλάνο, μια στοχευμένη πολιτική ώστε γύρω από κάθε σημαντική άμεση ξένη παραγωγική επένδυση (greenfield investment) να δημιουργείται ένα εγχώριο οικοσύστημα προμηθευτών, τεχνογνωσίας και εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού, που θα επιτρέπει τη διάχυση της επένδυσης στην υπόλοιπη οικονομία.

Συμπερασματικά, η Ελλάδα έχει αρχίσει να μιλά τη γλώσσα της νέας industrial policy, αλλά δεν έχει ακόμη προσαρμόσει σε αυτήν τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζει και ασκεί οικονομική πολιτική. Δεν έχει ακόμη δημιουργήσει την κεντρική κρατική μονάδα με την απαιτούμενη τεχνογνωσία, τους μηχανισμούς επιλογής και ιεράρχησης προτεραιοτήτων και, κυρίως, την πειθαρχία υλοποίησης και αξιολόγησης που απαιτεί η σύγχρονη βιομηχανική πολιτική. Το επόμενο βήμα, επομένως, δεν είναι απλώς περισσότερα κίνητρα και περισσότερες επιδοτήσεις.

Είναι η ουσιαστική υιοθέτηση των νέων κανόνων της industrial policy: λίγες και σαφείς στρατηγικές επιλογές, προσαρμοσμένες στις πραγματικές δυνατότητες της χώρας· επένδυση σε παραγωγικές και τεχνολογικές ικανότητες και όχι απλώς σε επιμέρους επιχειρήσεις· σύνδεση κάθε σημαντικής κρατικής ενίσχυσης με μετρήσιμα αποτελέσματα· ανάπτυξη των δεξιοτήτων και επιχειρήσεων μεγαλύτερης κλίμακας· αξιοποίηση των ιδιαίτερων δυνατοτήτων κάθε περιοχής· και συνεχής αξιολόγηση του τι αποδίδει και τι όχι.

Η νέα βιομηχανική απαιτεί τελικά κάτι δυσκολότερο από περισσότερους δημόσιους πόρους: ένα κράτος που γνωρίζει πού θέλει να πάει, μπορεί να επιλέγει και να συντονίζει, μετρά τα αποτελέσματα των επιλογών του και έχει την ικανότητα να αλλάζει πορεία όταν αυτές αποτυγχάνουν.

Διαβάστε επίσης:

Ο πραγματικός αντίπαλος του Κυριάκου Μητσοτάκη

Η απόδραση, η φούσκα και οι προφήτες της Αποκάλυψης

Ο επώδυνος ρεαλισμός της αμφισημίας του Αλέξη Τσίπρα

Comments
Ακολουθήστε το mononews.gr στο Google News και ενημερωθείτε πρώτοι.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Metlen: NBG Securities και Citi βλέπουν επιστροφή στην ανάπτυξη – Τιμές στόχοι έως 58 ευρώ
Χαρδαλιάς: Καμία ανεμογεννήτρια σε καμένες και αναδασωτέες περιοχές της Αττικής
Επενδύσεις 1 δισ. την επόμενη τριετία φέρνει η διεύρυνση της ρήτρας διαφυγής – Η λίστα με τα ενεργειακά έργα που ενεργοποιούνται

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Ζωντανεύοντας το πεθαμένο χωριό
Η απόδραση, η φούσκα και οι προφήτες της Αποκάλυψης
Αν δεν ήταν το 8%, δεν θα ασχολιόμασταν
Ο επώδυνος ρεαλισμός της αμφισημίας του Αλέξη Τσίπρα
Ο πραγματικός αντίπαλος του Κυριάκου Μητσοτάκη
Όταν ο γιατρός περνάει τα όρια
Οι σπινθήρες του δημάρχου Στυλίδας
Τα γυαλιά του υπουργού κυρίου Γεωργιάδη
Η διπλή φωνή της Δόμνας Μιχαηλίδου
Η οικογένεια δεν είναι φωτογραφία για κορνίζα, ούτε καθορίζεται από τον Σαμαρά