Σύμβολα κύρους, εξουσίας, δύναμης αλλά και θρησκευτικής πίστης και κοινωνικής προβολής, τα στολίδια των ανθρώπων δείχνουν στη διαχρονία τους πώς η ομορφιά μπορεί να εμπεριέχει πλήθος εννοιών και να εκφράζει αξίες, συναισθήματα ή προσωπικές ιστορίες.
Το mononews κάλεσε διευθυντές, επιμελητές και προϊσταμένους Μουσείων και Εφορειών Αρχαιοτήτων της χώρας να γνωρίσουν στο κοινό εκθέματα των συλλογών τους, που μιλούν για την κόσμηση των ανθρώπων και το κόσμημα από την αρχή της Προϊστορίας και της Ιστορίας στον ελλαδικό χώρο έως και τα νεώτερα χρόνια.
Βασικός στόχος, να αναδειχθεί αυτή η ιδιαίτερη καλλιτεχνική δημιουργία και ο πλούτος των ελληνικών μουσείων.

Η κόσμηση και το κόσμημα στο Μουσείο Παύλου και Αλεξάνδρας Κανελλοπούλου
Ακολουθούν τα κείμενα του αρχαιολόγου και διευθυντή του Μουσείου δρος Νίκου Παπαδημητρίου

Τι είναι το κόσμημα; Και για ποιο λόγο στολίζουμε το σώμα μας, τα ρούχα μας, άλλους ανθρώπους, ακόμη και τους νεκρούς μας; Δεν υπάρχει απλή απάντηση σε αυτό το ερώτημα. Κάποιες φορές το κάνουμε για αισθητική ευχαρίστηση (για να δείχνουμε εμείς ή οι κοντινοί μας «πιο όμορφοι»), άλλες φορές για λόγους συμβολισμού (π.χ. ένα δαχτυλίδι γάμου), για λόγους κοινωνικής προβολής (π.χ. ένα κόσμημα από πολύτιμα υλικά), για λόγους προφύλαξης (π.χ. ένα φυλαχτό) ή για να δηλώσουμε μια προσωπική στάση ή ένα είδος ταυτότητας (π.χ. ένα αντισυμβατικό κόσμημα).
Η ίδια η λέξη «κόσμος», από την οποία προέρχεται το «κόσμημα», έχει πολλές σημασίες. Αρχικά σήμαινε τάξη και αρμονία αλλά και διάκοσμος. Mε αυτές τις έννοιες απαντά στα κείμενα του Ησίοδου και του Ομήρου. Αργότερα, υιοθέτησαν τον όρο οι φιλόσοφοι του 6ου και 5ου αιώνα π.Χ. για να περιγράψουν το σύμπαν. Πιθανότατα τον επέλεξαν επειδή θεώρησαν ότι απέδιδε την τάξη και την αρμονία του σύμπαντος. Σύμφωνα με μια άλλη άποψη όμως, την οποία διατύπωσε ένα κληρικός και φιλόσοφος του 6ου αιώνα μ.Χ., οι αρχαίοι Έλληνες ονόμασαν το σύμπαν «κόσμο» επειδή ο ουρανός είναι ό,τι πιο όμορφο μπορούν να δουν τα ανθρώπινα μάτια (Ισίδωρος της Σεβίλλης, Etymologiae, XIII.i.1). Ο χριστιανός λόγιος έβαλε έτσι στην εξίσωση την παράμετρο της αισθητικής ευχαρίστησης, την οποία γεννά η τελειότητα του σύμπαντος.

Αντίστοιχα, στο χώρο του κοσμήματος η αισθητική ευχαρίστηση είναι ένας αποφασιστικός παράγοντας, που συχνά εξαρτάται από την τάξη και την αρμονία της σύνθεσης. Πώς επιτυγχάνεται αυτή η αρμονία; Εδώ αγγίζουμε μια πτυχή του θέματος, που δεν είναι πάντα εύκολα αντιληπτή: τη δεξιοτεχνία της κατασκευής. Ένα καλό κόσμημα δεν διαφέρει από ένα μέτριο στην ποσότητα του υλικού αλλά στη μαστοριά με την οποία έχει δουλευτεί. Λίγοι είναι οι γνώστες που μπορούν να κατανοήσουν την τεχνική αρτιότητα ενός κοσμήματος. Οι περισσότεροι λειτουργούν με το ένστικτο: ένα κόσμημα δουλεμένο με ρυθμό και μαστοριά διαφέρει από δημιουργίες της σειράς, ακόμη κι αν δεν μπορούμε να εξηγήσουμε πώς και γιατί.
Μια άλλη ιδιότητα του κοσμήματος, εξίσου σημαντική με την ποιότητα της κατασκευής, είναι η αισθητηριακή και συναισθηματική σχέση που αναπτύσσουμε μαζί του. Το κόσμημα είναι κάτι που φοράμε πάνω στο σώμα μας και κάποιες φορές το μεταβιβάζουμε στις επόμενες γενιές. Γίνεται κομμάτι της προσωπικότητάς μας αλλά και κάτι που μπορεί να επιβιώσει μετά από εμάς διατηρώντας τη μνήμη μας (ένα «κόσμημα της γιαγιάς» διατηρεί πάντα την αύρα της πρώτης κατόχου του και της εποχής που εκείνη έζησε).
Στο Μουσείο Κανελλοπούλου έχουμε μια μεγάλη γκάμα κοσμημάτων από διάφορα υλικά, που χρονολογούνται από την 2η χιλιετία π.Χ. έως τον 19ο αιώνα. Για την παρουσίαση αυτή έχουμε επιλέξει 17 αντικείμενα διαφορετικών περιόδων, που μας δίνουν στοιχεία για την κόσμηση του σώματος, την κόσμηση των ενδυμάτων και την κόσμηση των νεκρών. Τα αντικείμενα αυτά φωτίζουν ζητήματα τεχνικής και δεξιοτεχνίας, συμβολισμού αλλά και αντιλήψεων περί πολυτέλειας σε διάφορες εποχές.
Το Μουσείο Παύλου και Αλεξάνδρας Κανελλοπούλου βρίσκεται στην Πλάκα, στην οδό Θεωρίας 12. Ιδρύθηκε το 1976 για να φιλοξενήσει την ομώνυμη συλλογή, που παραχωρήθηκε στο ελληνικό κράτος το 1972. Περιλαμβάνει περίπου 6.500 εκθέματα, που καλύπτουν ένα ευρύτατο χρονολογικό φάσμα από την 5η χιλιετία π.Χ. έως τον 20ο αιώνα. Την περίοδο αυτή το μουσείο βρίσκεται σε διαδικασία ανακαίνισης. Αναμένεται να ανοίξει και πάλι για το κοινό το 2029. Τμήμα των συλλογών είναι προσβάσιμο μέσω της ιστοσελίδας www.camu.gr

Το γυάλινο περιδέραιο της Μυκηναϊκής εποχής

Χάντρες από μπλε υαλόμαζα που πιθανώς φοριούνταν ως περιδέραιο (είναι διάτρητες στο άνω μέρος). Διακοσμούνται με ανάγλυφες σπείρες και μιμούνται ανάλογα χρυσά κοσμήματα της Μυκηναϊκής περιόδου. Το γυαλί ήταν συνήθως αδιαφανές και χρωματιστό στην αρχαιότητα. Συγκαταλέγεται μάλιστα στα πολύτιμα υλικά, γιατί αν και τα συστατικά του ήταν απλά (κυρίως άμμος, νάτριο και ασβέστης), η τεχνολογία παρασκευής του ήταν απαιτητική και γνωστή σε λίγους.
Στο Αιγαίο τα πρώτα αντικείμενα από γυαλί εμφανίστηκαν τον 16ο ή 15ο αιώνα π.Χ., ως εισαγωγές από τη Μεσοποταμία και την Αίγυπτο. Κατά τον 14ο και 13ο αιώνα π.Χ. παράγονταν μαζικά γυάλινες χάντρες με ανάγλυφη διακόσμηση. Κατασκευάζονταν από ρευστή μάζα γυαλιού (υαλόμαζα) μέσα σε λίθινες μήτρες. Βρίσκονται σε μεγάλους αριθμούς σε ταφές της περιόδου, είναι όμως πιθανόν ότι χρησίμευαν και στην καθημερινή ζωή.
Ένα χρυσό επιστόμιο «κεντημένο» με κοκκιδωτές γραμμές

Χρυσό ρομβοειδές έλασμα με οπές ανάρτησης στα άκρα (τέλη 8ου – 7ος αιώνα π.Χ.). Διακοσμείται με τέσσερα τριγωνικά διάχωρα, στο εσωτερικό των οποίων υπάρχει από ένας μικρός κύκλος. Τα περιγράμματα των τριγώνων και οι κύκλοι σχηματίζονται με κοκκιδωτές γραμμές, που έχουν διαμορφωθεί με αιχμηρό καλέμι από την πίσω πλευρά του χρυσού. Πιθανότατα πρόκειται για ταφικό έλασμα στόματος («επιστόμιο»), το οποίο είτε δενόταν στο πρόσωπο του νεκρού με σχοινί ή δέρμα μέσα από τις πλαϊνές οπές είτε ραβόταν πάνω σε ύφασμα που κάλυπτε ολόκληρο το πρόσωπο.
Παρόμοιου τύπου ελάσματα είναι γνωστά από την Μακεδονία, όπου απαντούν σε τάφους της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου και της Αρχαϊκής περιόδου. Ωστόσο χρυσά ελάσματα στόματος χρησιμοποιήθηκαν σε όλη τη διάρκεια της αρχαιότητας σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας.
Έχουν διατυπωθεί διάφορες απόψεις για το έθιμο της κάλυψης του στόματος του νεκρού: κάποιοι ερευνητές θεωρούν ότι γινόταν για να μην καταληφθεί το άψυχο σώμα από δαίμονες, άλλοι ότι σχετιζόταν με την έξοδο της ψυχής από το σώμα, ενώ άλλοι (βασισμένοι σε μεταγενέστερα ελάσματα που φέρουν επιγραφές) ότι είχαν να κάνουν με αντιλήψεις για τη μεταθανάτια ζωή.
Η χάλκινη οκτώσχημη πόρπη για το ιμάτιο

Η πόρπη ήταν ένα είδος παραμάνας. Εμφανίστηκε στο Αιγαίο στα τέλη της Εποχής του Χαλκού και έκτοτε αποτέλεσε αναπόσπαστο μέρος της ένδυσης κυρίως των γυναικών. Οι πόρπες χρησίμευαν για να συγκρατούν το χιτώνα ή το ιμάτιο, αλλά και διάφορα περιβλήματα ή κοσμήματα. Αν και η χρήση τους ήταν πρακτική, συχνά αποκτούσαν διακοσμητικό χαρακτήρα επειδή τοποθετούνταν σε περίοπτα σημεία του σώματος. Αυτό εξηγεί την περίτεχνη κατασκευή τους και την ποικιλία τύπων.
Η οκτώσχημη πόρπη της εικόνας χρονολογείται στα τέλη της Γεωμετρικής ή τις αρχές της Αρχαϊκής περιόδου (8ος-7ος αιώνας π.Χ.). Έχει κατασκευαστεί από ενιαίο συμπαγές σύρμα σχεδόν τετράγωνης διατομής, το οποίο περιελίχθηκε γύρω από άξονα έτσι ώστε η μία του άκρη να δημιουργήσει τη βελόνα και η άλλη το άγκιστρο στο οποίο ασφαλίζει η βελόνα. Μεταξύ των δύο άκρων έχουν διαμορφωθεί με δεξιότητα οι σπείρες.
Οι οκτώσχημες πόρτες είχαν ευρύτατη διάδοση στην ηπειρωτική Ελλάδα (κυρίως στην Πελοπόννησο, Θεσσαλία και Μακεδονία), τα δυτικά Βαλκάνια, την Ιταλία έως και την κεντρική Ευρώπη (Αυστρία, Ουγγαρία).
Μία πόρπη για τη ζώνη

Αυτό το περίεργο αντικείμενο με τα μεγάλα πλευρικά άγκιστρα πιθανότατα χρησίμευε ως πόρπη ζώνης. Παρόμοιο αντικείμενο έχει βρεθεί σε γυναικεία ταφή στην περιοχή της Κοζάνης, τοποθετημένο λίγο πάνω από τη λεκάνη. Η πόρπη έχει μεγάλο πάχος τοιχώματος και κοσμείται με εμπίεστα και εγχάρακτα μοτίβα (ομόκεντρους κύκλους και διαγραμμισμένα τρίγωνα).
Το εξάρτημα ανήκει στην κατηγορία των λεγόμενων «μακεδονικών χαλκών», μιας πολυπληθούς ομάδας μπρούτζινων κοσμημάτων καλλωπισμού και ενδυμασίας, που χρησιμοποιούνταν στην περιοχή της Μακεδονίας και των Βαλκανίων κυρίως κατά τον 8ο και 7ο αιώνα π.Χ. (και σε μικρότερο βαθμό αργότερα). Είναι περίτεχνά στην κατασκευή και τη διακόσμηση και αντανακλούν ένα είδος πολυτέλειας, που βασιζόταν στον χαλκό, σε μια περίοδο κατά την οποία ο χρυσός δεν ήταν ακόμη ευρέως διαθέσιμος. Κάποια από αυτά τα κοσμήματα (κυρίως περιβραχιόνια) είχαν πολύ μεγάλο βάρος και ενδέχεται να αποτελούσαν σύμβολα πλούτου για τους κατόχους τους.
Φύλλα ελιάς για το χρυσό στεφάνι

Ταφικό στεφάνι αποτελούμενο από δύο σωληνωτά στελέχη, που αναπαριστούν κλαδιά, πάνω στα οποία προσδένονται με λεπτό σύρμα φύλλα ελιάς φτιαγμένα από λεπτότατο έλασμα χρυσού. Το φύλλα έχουν κεντρική νεύρωση ενώ ορισμένα φέρουν και εγκάρσιες παράλληλες νευρώσεις. Το μέγεθος των φύλλων μειώνεται προς τα πάνω. Στο σημείο ένωσης των δύο στελεχών υπάρχει κυκλικό διακοσμητικό στοιχείο.
Το έθιμο της προσφοράς στεφάνων σε τάφους ήταν σύνηθες κατά τον 4ο και 3ο αι. π.Χ. Το στεφάνι τοποθετούνταν στο κεφάλι του νεκρού ως μέρος της ταφικής ενδυμασίας ή στο δάπεδο του τάφου ως κτέρισμα. Το είδος των φύλλων είχε να κάνει με τη θεότητα που λάτρευε η οικογένεια ή η κοινότητα του νεκρού: βελανιδιά για τον Δία, ελιά για την Αθηνά, μύρτιλο για την Αφροδίτη και τη Δήμητρα, κισσός για τον Διόνυσο. Όπως και στον κόσμο των ζωντανών, το ταφικό στεφάνι έδινε στο νεκρό κύρος και την αύρα του νικητή.
Ο ηράκλειος κόμβος σε ένα χρυσό περιδέραιο

Χρυσό περιδέραιο αποτελούμενο από 19 σωληνωτές ψήφους (9+9 εκατέρωθεν του κεντρικού στοιχείου και μία πίσω από αυτό) και από ένα κεντρικό κόσμημα σε σχήμα «ηράκλειου κόμβου» (τέλη 4ου αιώνα π.Χ.).
«Ηράκλειος» ονομάζεται ο κόμβος που σχηματίζεται από δύο συμπλεκόμενες θηλιές (σταυροκόμβος) και ονομάστηκε έτσι επειδή μιμείται τον τρόπο με τον οποίον είχε δεμένη τη λεοντή γύρω από τον λαιμό του ο Ηρακλής. Εκτός από τον κόμβο, το κεντρικό κόσμημα έχει ανθέμια και επτάφυλλο ρόδακα. Παρόμοιοι ρόδακες κοσμούν τα τέσσερα άκρα του κοσμήματος, το συνολικό μήκος του οποίου είναι 50,3 εκατοστά.
Ο ηράκλειος κόμβος ήταν ένα από τα πιο χαρακτηριστικά μοτίβα της ελληνιστικής κοσμηματοτεχνίας, ειδικά στη Μακεδονία. Ενδεχομένως αυτό σχετιζόταν με την επιθυμία της μακεδονικής βασιλικής δυναστείας να καταδείξει την καταγωγή της από τους Ηρακλειδείς. Πάντως ο ηράκλειος κόμβος (ή δεσμός ή ηράκλειο άμμα) ήταν επίσης σύμβολο δύναμης και αιώνιου δεσμού με αποτροπαϊκές ιδιότητες.
Κόσμημα για τα μαλλιά σε σχήμα φιδιού

Σπειροειδές κόσμημα σε σχήμα περιελιγμένου φιδιού. Αν και μοιάζει με δαχτυλίδι, είναι πιθανότερο ότι χρησίμευε ως σφηκωτήρας, δηλαδή ως δακτύλιος για τα μαλλιά. Σφηκωτήρες είναι γνωστοί από όλες τις περιόδους και είχαν συνήθως σπειροειδές σχήμα. Χρησίμευαν για να συγκρατούν και να διακοσμούν πλεξούδες ή μπούκλες μαλλιών.
Το κόσμημα αυτό που χρονολογείται στα τέλη 4ου-3ος αιώνα π.Χ. έχει κατασκευαστεί από λεπτό έλασμα χρυσού που διακοσμήθηκε ευθύγραμμο και εν συνεχεία περιελίχθηκε γύρω από άξονα για να λάβει την τελική του μορφή. Το ένα άκρο του είναι πεπλατυσμένο και διαμορφωμένο σε σχήμα κεφαλής φιδιού ενώ στο άλλο η ουρά αποδίδεται απλώς με χτυπήματα του καλεμιού που επιχειρούν να δώσουν την εντύπωση φολίδων. Το κυρίως σώμα κοσμείται με δύο σειρές στιγμών.
Έρως και Ψυχή σε ένα χρυσό δαχτυλίδι

Χρυσό δαχτυλίδι με συμφυή βάση. Η σφενδόνη κοσμείται με εγχάρακτη παράσταση φτερωτών μορφών, πιθανώς Eρωτιδέων ή ίσως Έρωτα και Ψυχής, που ίπτανται γύρω από ιωνικό κίονα με πτηνό στην κορυφή. Η παράσταση έχει αποδοθεί με εγχάραξη και χτυπήματα με καλέμι.
Ο Έρωτας με τη μορφή παιδιού αποτελεί συχνό διακοσμητικό θέμα σε δακτυλίδια από τον ύστερο 4ο αιώνα π.Χ. και εξής. Ωστόσο η σκηνή με Ερωτιδείς γύρω από κίονα δεν έχει γνωστά παράλληλα. Παρόμοιας λογικής συνθέσεις αλλά με Έρωτα και Ψυχή γύρω από κίονα είναι γνωστές από ελληνιστικά σφραγίσματα.
Δακτυλίδια με συμφυή βάση κατασκευάζονταν από τον 6ο αιώνα π.Χ., έγιναν όμως δημοφιλή τον 4ο και 3ο αιώνα π.Χ. Το συγκεκριμένο παράδειγμα έχει καλά παράλληλα στον ύστερο 4ο-πρώιμο 3ο αιώνα π.Χ..
Ο φτερωτός Έρωτας και το δελφίνι

Μικροσκοπική σύνθεση φτερωτού έρωτα από χρυσό στη ράχη σκαλιστού δελφινιού από ερυθρό καρνεόλη (3ος-2ος αιώνας π.Χ.). Αποτελούσε τμήμα σκουλαρικιού, ενός τύπου που γνωρίζουμε από ακέραια παραδείγματα της Ελληνιστικής περιόδου. Ο Έρωτας έχει κατασκευαστεί με χύτευση και εικονίζεται ως παιδί με το ένα χέρι σηκωμένο και το άλλο στη μέση. Η λάξευση του δελφινιού έχει γίνει με τέτοιο τρόπο, ώστε τα «νερά» του κοκκινωπού λίθου να ακολουθούν τις καμπύλες του σώματος, δίνοντας την αίσθηση της κίνησης. Στην περιοχή των οφθαλμών υπάρχει διαμπερής οπή, όπου θα έμπαινε ένθετος λίθος ή υαλόμαζα. Ο Έρωτας στερεώνεται στον καρνεόλη λίθο με κατακόρυφο άξονα που περνά μέσα από οπή και ασφαλίζει από κάτω.
Η κοσμηματοτεχνία της Ελληνιστικής περιόδου χαρακτηρίζεται από την υψηλή δεξιοτεχνία των καλλιτεχνών και την αγάπη τους για την πολυχρωμία. Συχνά συνδυάζονται ο χρυσός με πολύτιμους λίθους (σε δαχτυλίδια και σκουλαρίκια) ή ο χρυσός με διαφόρων αποχρώσεων σμάλτα (σε σκουλαρίκια). Ο Έρωτας ήταν γιος της Αφροδίτης, που είχε αναδυθεί από τους αφρούς της θάλασσας, γι’ αυτό και εμφανίζεται συχνά να ιππεύει δελφίνια.
Το δημοφιλές βραχιόλι – φίδι

Σπειροειδές βραχιόλι με απολήξεις σε σχήμα κεφαλής και ουράς φιδιού. Ο λαιμός και η κεφαλή του φιδιού διακοσμούνται με εγχαράξεις που αποδίδουν φολίδες. Η ουρά κάνει οκτώσχημο ελιγμό και κοσμείται επίσης με εγχαράξεις. Τα φιδόσχημα βραχιόλια ήταν δημοφιλή στην Ελληνιστική περίοδο (τέλη 4ου-1ος αιώνα π.Χ.) και φοριούνταν στο χέρι ή τον βραχίονα. Το συγκεκριμένο βραχιόλι έχει μικρή διάμετρο -5,6 εκατοστά- γεγονός που υποδηλώνει ότι το φορούσε άτομο νεαρής ηλικίας ή παιδί.
Στην αρχαιότητα, τα φίδια είχαν ποικίλους συμβολισμούς. Αναλόγως με την περίσταση και το είδος του φιδιού, ερμηνεύονται ως χθόνια σύμβολα (λόγω της σχέσης τους με τη γη), σύμβολα γονιμότητας και αναγέννησης (λόγω της ικανότητάς του να ανανεώνουν το δέρμα τους), σύμβολα υγείας (βλ. τη σχέση τους με τον Ασκληπιό), σύμβολα προστασίας από το κακό, κ.ά. Στην παρούσα περίπτωση, λόγω της μικρής ηλικίας του ατόμου που θα φορούσε το βραχιόλι, είναι πιθανόν ότι το φίδι είχε προφυλακτική σημασία.
Ένα ασημένιο βραχιόλι ως ανταμοιβή ηρωισμού

Βραχιόλι ρομβοειδούς διατομής, οι άκρες του οποίου διαμορφώνονται σε σπείρες που περιβάλλουν το άλλο άκρο του κρίκου. Φέρει δύο στικτές επιγραφές στην εξωτερική επιφάνεια, που γράφουν: ΕΝ ΠΕΙΡΑΙΕΙ ΑΡΧΕΛΑΟΣ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΑΡΧΗΣ («Αρχέλαος, στρατοπεδάρχης στον Πειραιά») και: ΑΠΟΛΛΩΝΙΩΙ ΑΠΟΛΛΩΝΙΟY ΣΥΡΩI ΑΡΙΣΤΕΙΟΝ («βραβείο/ανταμοιβή προς τον Απολλώνιο, για του Απολλώνιου, από τη Συρία»).
Η μορφολογία των γραμμάτων υποδηλώνει χρονολόγηση στον 2ο αιώνα π.Χ. Σύμφωνα με την άποψη του αρχαιολόγου Ζαν- Ιβ Αμπερέρ το βραχιόλι πιθανώς συνδέεται με την πολιορκία της Αθήνας και του Πειραιά από τον Ρωμαίο στρατηγό Σύλλα το 87-86 π.Χ., κατά τη διάρκεια του Α΄ Μιθριδατικού Πολέμου. Ο Αρχέλαος ήταν στρατηγός του βασιλιά του Πόντου Μιθριδάτη ΣΤ΄ και διοικητής των ποντιακών δυνάμεων που συμμετείχαν στην άμυνα του Πειραιά κατά την εισβολή των Ρωμαίων. Ο όρος «στρατοπεδάρχης» φαίνεται να υποστηρίζει αυτήν την άποψη. Το βραχιόλι ενδεχομένως ήταν ανταμοιβή («αριστείον») για τον ηρωισμό που επέδειξε κάποιος Απολλώνιος, γιος του Απολλώνιου, από τη Συρία.
Τελικά ωστόσο, οι αμυνόμενοι υπέκυψαν στην ανωτερότητα των ρωμαϊκών στρατευμάτων και τον Μάρτιο του 86 π.Χ. ο Πειραιάς και η Αθήνα κατελήφθησαν από τις δυνάμεις του Σύλλα και υπέστησαν σχεδόν ολοκληρωτική καταστροφή.
Τα ενώτια του Βυζαντίου

Ζεύγος μηνοειδών σκουλαρικιών διακοσμημένων με περίτμητη διακόσμηση. Στο κέντρο διαμορφώνεται κύκλος που περικλείει σταυρό τύπου Μάλτας, εκατέρωθεν του οποίου στέκονται δύο σχηματοποιημένα παγώνια. Το κάτω άκρο της μηνοειδούς επιφάνειας κοσμείται με κοκκιδωτό σύρμα.
Πρόκειται για έναν από τους δημοφιλέστερους τύπους κοσμήματος της Βυζαντινής περιόδου, με εκατοντάδες παραδείγματα από διάφορες περιοχές. Το συγκεκριμένο ζεύγος (6ος-7ος αιώνας) έχει την ιδιαιτερότητα ότι διατηρεί ίχνη προεργασίας: μια ευθύγραμμη χάραξη στην κάθετη κεραία του σταυρού πιθανώς χρησίμευσε στον χρυσοχόο για να διαιρέσει την επιφάνεια σε δύο μέρη πριν αρχίσει να σχεδιάζει τα μοτίβα και να αφαιρεί μέταλλο.
Αν και η χριστιανική πίστη επέβαλε λιτότητα και αποχή από κάθε είδους πολυτέλεια, και παρά το γεγονός ότι αρκετοί κληρικοί απέτρεπαν τις γυναίκες από το να φορούν κοσμήματα, ο σημαντικός αριθμός χρυσών κοσμημάτων της Βυζαντινής περιόδου (ιδιαιτέρως σκουλαρικιών) που έχουν βρεθεί υποδηλώνει ότι οι άνθρωποι – ή τουλάχιστον τα μέλη των ανώτερων τάξεων – συνέχισαν να διακοσμούν το σώμα και τα ρούχα τους όπως και σε προγενέστερες περιόδους.
Η ασημένια πόρπη για βυζαντινούς αξιωματούχους

Αργυρή πόρπη σε σχήμα λατινικού σταυρού. Η κάθετη κεραία είναι δρεπανόσχημη και κοσμείται με εγχάρακτα μοτίβα (μεταξύ των οποίων σταυρός). Στο πίσω μέρος διατηρείται το σύστημα ανάρτησης στο ένδυμα: δύο δακτύλιοι στηρίζουν πίρο, από τον οποίο εξαρτάται η βελόνα, το άκρο της οποίας ασφαλίζει σε θήκη από μεταλλικό έλασμα.
Σταυρόσχημες ή δρεπανόσχημες πόρπες σε μεγάλη ποικιλία τύπων χρησιμοποιούνταν από την Ύστερη Ρωμαϊκή περίοδο και εξής σε μια ευρεία περιοχή από το Αιγαίο έως τη δυτική Ευρώπη. Γνώρισαν μεγάλη διάδοση κατά τον 4ο και 5ο αιώνα και η βυζαντινή εικονογραφία τις συνδέει με άνδρες αξιωματούχους. Φαίνεται, δηλαδή, πως ήταν κυρίως ανδρικά κοσμήματα ενδυμασίας. Η συγκεκριμένη παραλλαγή αποτελεί ύστερη εξέλιξη του τύπου και χρονολογείται μεταξύ του 8ου και του 10ου αιώνα.
Τα ενώτια της πολυτέλειας και της πολυχρωμίας

Ζεύγος πολύτιμων σκουλαρικιών με τοξωτά ελάσματα και περίτεχνη διακόσμηση. Τα ελάσματα διακοσμούνται με πέντε κυκλικά μετάλλια, εντός των οποίων δημιουργούνται με σύρμα σχηματοποιημένα πτηνά και ρόδακες, που καλύπτονται με κόκκινο, λευκό και μπλε σμάλτο. Στο κάτω μέρος κρέμονται επτά ημιπολύτιμοι λίθοι ερυθρωπού χρώματος και χρυσά κοκκιδωτά τρίγωνα. Πάνω από το τοξωτό έλασμα του ενός σκουλαρικιού σώζεται επισμαλτωμένο κυκλικό εξάρτημα με ρόδακα στο κέντρο, το οποίο πλαισιώνεται από μικρά μαργαριτάρια.
Πρόκειται για δημιουργία που απαιτεί υψηλή δεξιότητα τόσο στην κατασκευή και διακόσμηση των επιμέρους τμημάτων όσο και στη συγκόλλησή τους. Η συγκόλληση των τμημάτων ενός κοσμήματος γινόταν συνήθως με χρήση φωτιάς και απαιτούσε μεγάλη προσοχή, διότι υπήρχε ο κίνδυνος να λιώσει το μέταλλο ή να καταστραφούν τα σμάλτα.
Το συγκεκριμένο κόσμημα έχει παράλληλα που χρονολογούνται στον 10ο-11ο αιώνα. Προέρχονται από εξειδικευμένα εργαστήρια χρυσοχοΐας (κάποια ενδεχομένως στην Κωνσταντινούπολη) και αντανακλούν την αγάπη των Βυζαντινών για την πολυχρωμία.
Υψηλή τεχνική και ποιότητα για το χρυσό περικάρπιο

Ένα από τα εντυπωσιακότερα κοσμήματα του μουσείου είναι αυτό το χρυσό περικάρπιο του 11 ου αιώνα μ.Χ.
Αποτελείται από δύο όμοια ημικυκλικά τμήματα που συνδέονται μεταξύ τους με σωληνωτή άρθρωση. Κάθε τμήμα κοσμείται με ανάγλυφες κεφαλές ζώων (π.χ. λέοντες, πτηνά) και μυθικών πλασμάτων (π.χ. γρύπες), που έχουν αποδοθεί με την έκκρουστη τεχνική (repoussé), που απαιτούσε κατεργασία και από τις δύο πλευρές. Τα μετάλλια με τις κεφαλές ζώων περιβάλλει εγχάρακτο φυτικό κόσμημα, που έχει ένθεση με μαύρη ουσία, πιθανώς νιέλλο (κράμα από χαλκό, ασήμι, μόλυβδο και θειάφι).
Πρόκειται για υψηλής ποιότητας δημιουργία της βυζαντινής κοσμηματοτεχνίας, που πιθανώς σχετίζεται με εργαστήριο της Κωνσταντινούπολης. Ακριβές παράλληλο, κατασκευασμένο από ασήμι, υπάρχει στο Μουσείο του Dumbarton Oaks στην Ουάσιγκτον.
Τα σκουλαρίκια δύο πολιτισμών

Σύνθετα σκουλαρίκια κατασκευασμένα από πολλά διαφορετικά κομμάτια με ποικιλία τεχνικών. Κάθε σκουλαρίκι αποτελείται από κυβικό πυρήνα, σε καθεμιά από τις έδρες του οποίου είναι επικολλημένο ημισφαιρικό κόσμημα, διακοσμημένο με τη συρματερή τεχνική. Στα διάκενα που σχηματίζει το χρυσό σύρμα έχει προστεθεί λευκό ή μπλε σμάλτο, ενώ στις γωνίες των εδρών υπάρχουν τρίγωνα από μικροσκοπικά χρυσά σφαιρίδια (τεχνική της κοκκίδωσης).
Στην άνω ανοιχτή έδρα του κύβου έχει επικολληθεί κυκλική στεφάνη με συρματερή διακόσμηση, πάνω στην οποία υπάρχουν κυλινδρικές υποδοχές για τον κρίκο ανάρτησης.
Ο συγκεκριμένος τύπος σκουλαρικιών με τα ημισφαιρικά κοσμήματα, που θυμίζουν θόλους ναού απαντά συχνά στον ευρύτερο χώρο της ανατολικής Μεσογείου τόσο στον βυζαντινό όσο και στον ισλαμικό κόσμο (Αίγυπτος, Συρία, Ιράν) και χρονολογείται στον 11ο-12ο αιώνα με βάση ανασκαφικά ευρήματα. Οι ερευνητές διαφωνούν ως προς την προέλευση του τύπου, που πάντως φαίνεται να εντάσσεται σε ένα «διεθνές στυλ» και να αντανακλά τις αλληλεπιδράσεις που υπήρχαν μεταξύ του χριστιανικού και ισλαμικού κόσμου.
Δώρο γάμου σε νεαρό κορίτσι

Πολύ μικρό και στενό δακτυλίδι, που θα μπορούσε να περάσει μόνον σε δάκτυλο νεαρού κοριτσιού. Η σφενδόνη έχει εγχάρακτη διακόσμηση με δύο αντικριστά Β, που ήταν το έμβλημα της δυναστείας των Παλαιολόγων, και επιγραφή ΚΩΝCTANTINOC ΚΕ ΘΕΟΔΟΡΑ. Από τον τύπο της επιγραφής προκύπτει ότι το δακτυλίδι ήταν δώρο γάμου που, λόγω της βαθιάς εγχάραξης των γραμμάτων, θα μπορούσε να χρησιμεύσει και ως σφραγίδα.
Στη δυναστεία των Παλαιολόγων, τα ονόματα Κωνσταντίνος και Θεοδώρα μπορούν αν συνδυαστούν μόνον στην περίπτωση του τελευταίου αυτοκράτορα του Βυζαντίου, Κωνσταντίνου ΙΑ’, και της Θεοδώρας, κόρης του δεσπότη της Ζακύνθου Leonadro Tocco, την οποία νυμφεύθηκε τον Ιούλιο του 1428. Η ταύτιση με τον τελευταίο αυτοκράτορα του Βυζαντίου είναι ελκυστική, όμως οι ανορθογραφίες της επιγραφής προβληματίζουν. Αν είναι ορθή, τότε το δακτυλίδι θα πρέπει να κατασκευάστηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1428.

Βιογραφικό

O Νίκος Παπαδημητρίου σπούδασε αρχαιολογία και ιστορία της τέχνης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και στο Πανεπιστήμιο του Birmingham στην Αγγλία. Έχει εργαστεί ως Επιμελητής Αρχαιοτήτων στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης και το Τμήμα Αρχαιοτήτων Κύπρου (2003-2017) και ως Λέκτορας στο Ινστιτούτο Κλασικής Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης στη Γερμανία (2018-21). Από το 2021 είναι Διευθυντής του Μουσείου Παύλου και Αλεξάνδρας Κανελλοπούλου.
Ειδικεύεται στην προϊστορία και την πρώιμη ιστορία του Αιγαίου, με έμφαση στην αρχαία τεχνολογία, τις τελετουργίες θανάτου και μνήμης, και τις πολιτισμικές αλληλεπιδράσεις στη Μεσόγειο και τη ΝΑ Ευρώπη. Ασχολείται συστηματικά με ζητήματα μουσειακής συμπερίληψης και προώθησης της κοινωνικής ανεκτικότητας.
Έχει εκτενές συγγραφικό έργο με πιο πρόσφατη δημοσίευση τον συλλογικό τόμο Μουσεία και αισθήσεις. Σχεδιάζοντας και δρώντας με συμπεριληπτικές μεταβλητές και συντεταγμένες (επιμ. Β. Αργυρόπουλος, Ν. Παπαδημητρίου, Μ. Πλατή, Ε. Μάρκου), Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Θεσσαλίας, 2025 (https://press.uth.gr/product/museums-and-senses-designing/).

*Η παρουσίαση των αντικειμένων έχει βασιστεί σε στοιχεία δημοσιεύσεων των αρχαιολόγων R. Laffineur, J.-Υ. Εmpereur, Ν. Σαραγά, Κ. Σκαμπαβία ,Π. Καλαμαρά, Σ. Γερογιώργη.
**Oι εικόνες των αντικειμένων είναι των φωτογράφων Σωκράτη Μαυρομμάτη, Μάκη Σκιαδαρέση, Νίκου Στουρνάρα, Γιώργου Βδοκάκη, Ειρήνης Μίαρη. Tα σχέδια είναι του Γιάννη Νάκα.
Δείτε επίσης:
Η κόσμηση και το κόσμημα στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού Θεσσαλονίκης
- Στο Συντονιστικό Διαχείρισης Κρίσεων ο Κυριάκος Μητσοτάκης – Ενημερώθηκε για τα πύρηνα μέτωπα
- Γεωργιάδης για πυρκαγιές: Περιοδεία σε Κέντρα Υγείας στις πληγείσες περιοχές – «Το σύστημα Υγείας σε πλήρη ετοιμότητα»
- Τηλεπικοινωνίες: Μάχη στην οπτική ίνα – Crash test στα συμβόλαια
- Επεισοδιακή καταδίωξη στη Θεσσαλονίκη: Εξαρθρώθηκε σπείρα που έκλεβε μετασχηματιστές, τραυματίστηκαν αστυνομικοί – Τρεις συλλήψεις
Μοιραστείτε την άποψή σας
ΣχόλιαΓια να σχολιάσετε χρησιμοποιήστε ένα ψευδώνυμο. Παρακαλούμε σχολιάζετε με σεβασμό. Χρησιμοποιείτε κατανοητή γλώσσα και αποφύγετε διατυπώσεις που θα μπορούσαν να παρερμηνευτούν ή να θεωρηθούν προσβλητικές. Με την ανάρτηση σχολίου, συμφωνείτε να τηρείτε τους Όρους του ιστότοπου contact Δημιουργήστε το account σας εδώ, για να κάνετε like, dislike ή report ακατάλληλα/προσβλητικά σχόλια.