Σύμβολα κύρους, εξουσίας, δύναμης αλλά και θρησκευτικής πίστης και κοινωνικής προβολής τα στολίδια των ανθρώπων δείχνουν στη διαχρονία τους πώς η ομορφιά μπορεί να εμπεριέχει πλήθος εννοιών και να εκφράζει αξίες, συναισθήματα ή προσωπικές ιστορίες.
Το mononews κάλεσε διευθυντές, επιμελητές και προϊσταμένους Μουσείων και Εφορειών Αρχαιοτήτων της χώρας να γνωρίσουν στο κοινό εκθέματα των συλλογών τους, που μιλούν για την κόσμηση των ανθρώπων και το κόσμημα από την αρχή της Προϊστορίας και της Ιστορίας στον ελλαδικό χώρο έως και τα νεώτερα χρόνια.
Βασικός στόχος να αναδειχθεί αυτή η ιδιαίτερη καλλιτεχνική δημιουργία και ο πλούτος των ελληνικών μουσείων.

Ακολουθούν τα κείμενα του επιστημονικού διευθυντή Γιώργη Μαγγίνη και των επιμελητριών Μάρας Βερύκοκου και Ξένιας Πολίτου

Το κόσμημα στο Μουσείο Μπενάκη Ελληνικού Πολιτισμού

Από όλες τις εκφάνσεις της τέχνης, όλες τις μορφές στις οποίες η ανθρώπινη δεξιοτεχνία έχει καταφέρει να δαμάσει τα υλικά της φύσης, το κόσμημα είναι το στενότερα συνδεδεμένο με το θυμικό, με τα συναισθήματα που χαρακτηρίζουν το είδος Homo sapiens. Από την επιθυμία να διακριθεί ως τη θεμελιώδη ανάγκη να αγαπήσει, από την προσπάθεια επικοινωνίας με κώδικες πέρα από τον λόγο ως τη λαχτάρα της φιλαρέσκειας, το κόσμημα είναι το ιδανικό εργαλείο έκφρασης για τον άνθρωπο, έτοιμο να μεταδώσει εκείνο που παραμένει άφατο, αδιάγνωστο. Καμωμένο με απόλυτη ευταξία (άλλωστε τόσο το προϊόν όσο και η τέχνη της κοσμηματοποιίας αποτελούσαν προνομιακές ενασχολήσεις για ηγεμόνες), συντεθειμένο από πολύτιμες ύλες που δεν συγχωρούν λάθη, κάθε κόσμημα είναι πρώτα απ’ όλα έκφραση των «απείθαρχων ορδών του συναισθήματος» (καταπώς λέει ο ποιητής): της αγάπης της μάνας για το παιδί που στα σπάργανά του καρφώνει ένα «ματάκι», του πόθου του εραστή για την αγαπημένη που προσπαθεί να «δέσει» με ένα δαχτυλίδι, της πίστης του ταγμένου στο Θεό που σφραγίζεται με ένα βαρύτιμο εγκόλπιο, της χαράς του πατέρα που παραγγέλνει τον νυφικό στολισμό της θυγατέρας του, της φιλαυτίας του πολιτικού που ζώνεται παράσημα σαν να ήταν πλάκες από θώρακα αδιαπέραστες στη μάχη, του σπαραγμού του συντρόφου που κτερίζει τον συμβίο του για ένα ταξίδι που πρέπει, αλίμονο, να κάνει μόνος. Κάθε έκφανση της ανθρωπινότητάς μας μπορεί να αποκωδικοποιηθεί μέσα από την ανάγνωση των κοσμημάτων ως σημαινόντων για σημαινόμενα, οσοδήποτε περίπλοκα, με διαστάσεις προσωπικές, κοινωνικές, πολιτικές ή μεταφυσικές.

Δεν είναι λοιπόν παράξενο το ότι τα μουσεία περιλαμβάνουν στις εκθέσεις τους κοσμήματα, όχι μόνο για τη σπανιότητα και την ομορφιά τους αλλά και για την πολυσημία τους, για τα παράθυρα που ανοίγουν προς όλες τις εποχές και όλους τους τόπους. Και δεν είναι απρόσμενο που το Μουσείο Μπενάκη Ελληνικού Πολιτισμού, το μοναδικό στον κόσμο που αγκαλιάζει την πορεία του ελληνισμού από την εποχή του λίθου ως τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, προτάσσει τα κοσμήματα ανάμεσα στα εκθέματά του ως λαμπερά κλειδιά του παρελθόντος. Τα βαρύτιμα αντικείμενα που επέλεξε το επιστημονικό προσωπικό του Μουσείου και αναλύει παρακάτω σε σχέση με την εποχή δημιουργίας τους δεν εντυπωσιάζουν μόνο για την τέχνη αλλά και για τη γοητεία που ασκεί η σύνδεσή τους με βίους μακρινούς και αδιαπέραστους και, παράλληλα, με βιώματα κοντινά και οικεία. Θα ήθελα τέλος, να προσθέσω μια ακόμα διάσταση, ένα ακόμα συναίσθημα που ενέπνευσαν αυτά τα κομψά τεχνουργήματα της ανθρώπινης μεγαλοφυΐας: το πάθος του συλλέκτη. Κάθε φορά που ξεναγώ στο Μουσείο, νοιώθω το στοργικό κι άσφαλτο μάτι του Αντώνη Μπενάκη να ακολουθεί την αφήγησή μου από τον έναν χρυσό θησαυρό στο επόμενο ασημένιο αριστούργημα. Αυτή η στοργή και το κριτήριο του συλλέκτη είναι άλλη μια διάσταση που ίσως να θελήσει να διακρίνει μέσα από το ανά χείρας αφιέρωμα ο προσεκτικός αναγνώστης.
Γιώργης Μαγγίνης

Από την Προϊστορία στην Ύστερη Αρχαιότητα
Γιώργης Μαγγίνης, επιστημονικός διευθυντής Μουσείου Μπενάκη

Οι βλαστοί του πάπυρου σ’ ένα περιδέραιο

Η αγάπη για τον φυσικό κόσμο διέπει την τέχνη της προϊστορίας στον ελλαδικό χώρο, από τα ανάερα στάχυα της μινωικής αγγειογραφίας στα μυώδη ζώα των τοιχογραφιών της Κνωσού και τα λυγερά κρίνα του Ακρωτηριού. Δεν είναι όμως μόνο η απευθείας παρατήρηση που διαμορφώνει το εικονογραφικό λεξιλόγιο των τεχνιτών, ειδικά στην όψιμη εποχή του χαλκού, όταν οι θαλάσσιοι δρόμοι έχουν φέρει στα ακρογιάλια του Αιγαίου εξωτικούς θησαυρούς από την Ανατολία και τη Συροπαλαιστίνη, την Αίγυπτο και τη Μέση Ανατολή.
Πολλές φορές η φυσική μορφή έχει περάσει μέσα από το δημιουργικό χωνευτήρι μιας ή περισσότερων καλλιτεχνικών παραδόσεων και έχει απλοποιηθεί, τυποποιηθεί, κωδικοποιηθεί, επενδυθεί με σημασίες που δεν συνδέονται φυσικά ή αυτονόητα μαζί της και γίνει εν τέλει κάτι νέο, πολυεπίπεδο και σύνθετο. Οι ρυθμικά επαναλαμβανόμενες χάντρες («ψήφοι») αυτού του περιδεραίου από τη Μυκηναϊκή περίοδο (β΄μισό 15ου – πρώιμος 14ος αιώνας π.Χ.) παραπέμπουν στο κατεξοχήν στοιχείο του νειλωτικού τοπίου, τον πάπυρο, όπως αυτός είχε σχηματοποιηθεί στη μήτρα του πολιτισμού της ανατολικής Μεσογείου, την Αίγυπτο, πατρίδα του υδρόφιλου φυτού. Ο καλλιτέχνης ίσως να μην είχε δει ποτέ τους λυγερούς βλαστούς του πάπυρου και τις κομψές ταξιανθίες που τους στεφανώνουν, αλλά τα απέδωσε με ευαισθησία ακολουθώντας την σχηματοποιημένη μορφή τους που παραδόθηκε μέσω μιας εικονογραφικής «κοινής» διαλέκτου που εκπήγαζε από την κοιλάδα του Νείλου.
Για τα μαλλιά μιας δέσποινας

Το κόσμημα κεφαλής με την προτομή της Αθηνάς, ένα από μια χούφτα παρόμοια κοσμήματα της Ελληνιστικής περιόδου (3ος–2ος αιώνας π.Χ.) έχει εκτεθεί, φωτογραφηθεί και δημοσιευθεί εκατοντάδες φορές. Χιλιάδες επισκέπτες έχουν κοιτάξει το πρόσωπο και το αχνό χαμόγελο της σοφής θεάς και έχουν ονειρευτεί πώς θα ήταν εάν στερέωναν τον δίσκο στα μαζεμένα μαλλιά τους, πάνω από τον λαιμό, με τις λεπτές αλυσίδες που τον πλαισιώνουν. Ακόμα και όσοι είχαν τη σπάνια τύχη να το μελετήσουν κάτω από μικροσκόπιο δεν παύουν να εκπλήσσονται από την πολυτέλεια των υλικών, την πολυπλοκότητα των τεχνικών, την ευρηματικότητα του σχεδιασμού, τη σχεδόν απερίσκεπτη επένδυση χρόνου στη διακόσμηση των επιφανειών, την αγαλματική ποιότητα του αναγλύφου της προτομής.
Αυτή η μερική φωτογραφική λήψη προκρίθηκε ανάμεσα στις δεκάδες άλλες λήψεις του εμβληματικού κοσμήματος γιατί φέρνει τον θεατή κατ’ ενώπιον με το ευγενικό και νεανικό πρόσωπο της Αθηνάς, με το λοξό βλέμμα και τα εύσαρκα μισάνοιχτα χείλη. Από αυτήν την πρωτόγνωρη γωνία, η θεά μοιάζει ολοζώντανη, προσιτή, τα μάτια της (άλλοτε χρωματισμένα με γαλάζιο σμάλτο, άλλωστε η Αθηνά ήταν «γλαυκώπις») κοχεύουν τον θεατή και μας φέρνουν στη θέση εκείνου που σεβαστικά ακολουθούσε την τυχερή δέσποινα που έφερε το κόσμημα στην πλούσια κώμη της. Αυτό το βλέμμα ζωντανεύει μπροστά στα μάτια της φαντασίας μας μια βασιλική Αυλή στο απόγειο της δύναμης του ελληνιστικού κόσμου, τη στιγμή της απώτατης εξάπλωσης του ελληνικού πνεύματος και του μπολιάσματός του με τη δύναμη και τον πλούτο της ασιατικής ηπείρου.
Η Αφροδίτη και οι Έρωτες σε μια χρυσή περόνη

Εάν το κόσμημα κεφαλής με την προτομή της Αθηνάς επιβάλλεται με τον όγκο, την πολυπλοκότητα της διακόσμησης και την αγαλματική του ποιότητα, η επίστεψη ετούτης της περόνης, λίγα μόλις εκατοστά σε ύψος, θέτει στον θεατή μια δύσκολη πρόκληση. Η ζωντάνια της σύνθεσης, με τους τέσσερις παιχνιδιάρηδες Έρωτες που συνοδεύουν την Αφροδίτη στο μπάνιο της αποστρέφοντας το βλέμμα από την εκθαμβωτική της γυμνότητα, η εμφανής χαρά με την οποία ο τεχνίτης αποδίδει απειροελάχιστες λεπτομέρειες –μια πεταλούδα στον ώμο ενός Έρωτα ή τα «λακκάκια της Αφροδίτης» (fossae lumbales laterales) πάνω από τους γλουτούς της θεάς–, η σιγουριά της σύνθεσης που κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον καθώς το βλέμμα περιστρέφεται γύρω από τις όψεις του κιονόκρανου, όλα μαρτυρούν έναν σπουδαίο τεχνίτη που δεν μπορούσε να αντισταθεί στον πειρασμό να βασανίσει τον θαυμαστή του καθώς τον ανάγκαζε να εστιάσει σε απίθανα κοντινές αποστάσεις ώστε να εκτιμήσει τη δεξιοτεχνία κατασκευής.
Η φαινομενολογική προσέγγιση στη χρήση τούτης της περόνης (τέλη 2ου αιώνα π.Χ.) την τοποθετεί, ως προς την πρόσληψή της, στον αντίποδα των ογκωδών κοσμημάτων, όπως η προαναφερθείσα Αθηνά, ή των πολύχρωμων κοσμημάτων, όπως τα διάλιθα σκουλαρίκια και το περιδέραιο από τον 5ο αιώνα μ.Χ. στην ανά χείρας επιλογή. Είτε είχε κατασκευαστεί για να την απολαμβάνει κανείς από πολύ κοντινή, σχεδόν τρυφερή απόσταση –ίσως ένα δώρο γάμου;– είτε έχει παραγγελθεί από μια απαιτητική και εκλεπτυσμένη πελάτισσα που απολάμβανε κάθε στιγμή τον στολισμό της τόσο οπτικά όσο και απτικά.
Τα κοσμήματα ενός πορτρέτου

Η νέα γυναίκα στο πορτρέτο αυτό μάλλον δεν το παρήγγειλε κοντά στον θάνατό της, και είναι πολύ πιθανό πως η φιλοτέχνησή του δεν αποτελεί πρωτοβουλία των οικείων της μετά τη μοιραία ώρα. Φαίνεται πως η παραγγελία των νεκρικών προσωπογραφιών της Αντινοόπολης στην Αίγυπτο (γνωστότερων ως «Φαγιούμ», από το αραβικό τοπωνύμιο της πόλης) γινόταν νωρίτερα, ενόσω ο εικονιζόμενος ήταν ακόμα ζωντανός, ίσως κατά τη στιγμή της μεγαλύτερης φυσικής ρώμης και κοινωνικής αναγνώρισης, κατά τον καιρό του γάμου. Η χρήση του έργου ήταν σαφής: εφάρμοζε στο φέρετρο του νεκρού και ταριχευμένου πλέον εικονιζόμενου πάω από το πρόσωπο και το «ζωντανεμένο» από την τέχνη της ζωγραφικής φέρετρο τοποθετούνταν μέσα στο σπίτι της οικογένειας για διάστημα ικανό ώστε να επιτευχθεί η εξοικείωση με τη σιωπηλή μορφή του εκλιπόντος.
Αυτό το περίεργο συνταίριασμα ζωής και θανάτου, χαράς και λύπης, ανθρώπινης ευαλωτότητας και υπερβατικής αθανασίας συνοψίζεται στο έργο τούτο (3ος μ.Χ. αιώνας) από τα δύο χρυσά εξαρτήματα κόσμησης: την εντυπωσιακή στεφάνη (torque) γύρω από το λαιμό της εικονιζόμενης, η οποία στεφάνη μάλιστα αποδίδεται ανάγλυφα, αποκτώντας μια ιδιαίτερη υλικότητα, και το σύμβολο «ανχ» της ζωής και συνεκδοχικά της αθανασίας που η νεκρή κρατά στο αριστερό χέρι, το οποίο σηκώνεται ευχετικά μαζί με το δεξί. Με τον τρόπο αυτόν, η ανθρώπινη ματαιοδοξία και η αιωνιότητα του επέκεινα βίου αποτυπώνονται σε ένα απροσδόκητα βαθύ έργο – μέσα από ζωγραφιστά κοσμήματα.
Μία αυτάρεσκη και καταστόλιστη γυναίκα

Εάν στο νεκρικό πορτρέτο από την Αντινοόπολη τα κοσμήματα φέρουν το συμβολικό βάρος της ζωής και του ξεψυχίσματος, της ματαιότητας και της αθανασίας, στο μικρό αυτό διακοσμητικό τετράγωνο, πιθανότατα από ένδυμα, προερχόμενο από την Αίγυπτο της Ύστερης Αρχαιότητας (5ος-6ος αιώνας μ.Χ,) η καταστόλιστη γυναικεία μορφή αποδίδεται με ελαφρότητα και ίσως κάποια ειρωνεία που αποκρυσταλλώνονται κατά κάποιον τρόπο στα πλουσιότατα κοσμήματά της. Το διάδημα και τα σκουλαρίκια, τα περιβραχιόνια, τα περικάρπια και η ζώνη, πολλά από αυτά καρφωμένα με μαργαριτάρια και χρωματιστούς πολύτιμους λίθους, καλύπτουν τα λεπτά της χέρια και το μικροκαμωμένο της σώμα και επισκιάζουν, σχεδόν καταπίνουν τη μορφή της. Με το αριστερό χέρι τοποθετεί ή ισιώνει το διάδημά της ενώ στο δεξί κρατά στρογγυλό καθρέφτη μέσα στον οποίο καμαρώνει το πρόσωπό της καθώς χαμογελά ή μάλλον καθώς σουφρώνει το στόμα φουσκώνοντας τα χείλη – πρέπει να πρόκειται για το αρχαιότερο «duck face» στην ιστορία της τέχνης.
Η γυναικεία μορφή και τα κοσμήματά της σε αυτό το μικρό, πολύχρωμο υφαντό απηχούν τις σάτιρες του Γιουβενάλη και την ποίηση του Κάτουλλου, τις μισογυνικές αλλά δημοφιλείς ιστορίες για ματαιόδοξες και φιλάργυρες γυναίκες που, όπως αναπόλησε κάποτε ο αυτοκράτορας Αδριανός (ή μάλλον, η πένα της Marguerite Yourcenar) «αφαιρούν πολύ εύκολα τα ρούχα τους αλλά ποτέ τα κοσμήματά τους».

Βυζαντινή και Μεταβυζαντινή Τέχνη
Μάρα Βερύκοκου, επιμελήτρια Βυζαντινής και Μεταβυζαντινής Συλλογής

Ένα περιδέραιο για γυναίκες και άνδρες

Το περιδέραιο είναι διαμορφωμένο από παχύ και στριφτό, χρυσό σύρμα που καταλήγει σε άγκιστρο και θηλιά για το κούμπωμα. Από τη στεφάνη κρέμεται ορθογώνιο εξάρτημα με δεμένο σμαράγδι. Το πλαίσιο γύρω από τον λίθο είναι διάτρητο με πέλτες και βλαστούς. Στο σημείο ένωσης του χρυσού πλαισίου με τον κρίκο ανάρτησης υπάρχει μια μικρή κόκκινη πέτρα από υαλόμαζα.
Ο τύπος της στεφάνης συνδέεται με τα περιδέραια που είναι γνωστά με τη λατινική ονομασία torques, η οποία υποδηλώνει τον τρόπο κατασκευής τους, καθώς σημαίνει «στριφτό». Αν και το συγκεκριμένο περιδέραιο χρονολογείται στον 3ο αιώνα, ο τύπος αυτός επιβιώνει και στα χριστιανικά χρόνια, όπως μαρτυρά το ψηφιδωτό στην εκκλησία του Αγίου Βιταλίου στη Ραβέννα, όπου οι αξιωματούχοι του αυτοκράτορα απεικονίζονται να φορούν όμοια περιδέραια. Τα περιδέραια αυτού του τύπου φοριούνταν και από άνδρες και από γυναίκες. Ένα ακόμα παράδειγμα αυτού του κοσμήματος μπορούμε να δούμε σε νεκρικό πορτραίτο γυναίκας από την Αντινοούπολη της Αιγύπτου στη συλλογή του Μουσείου Μπενάκη.
Τα σκουλαρίκια με τα σμαράγδια

Τα σκουλαρίκια αποτελούνται από άγκιστρο το οποίο συγκρατεί μια χρυσή τετράπλευρη θήκη με ένθετη υαλόμαζα και ανθεμωτό επικολλημένο πλαίσιο. Από τη θήκη και σε κατακόρυφη διάταξη κρέμονται ένα πλατύ διάτρητο φύλλο αμπέλου πλαισιωμένο από βλαστούς που καταλήγουν σε κισσόφυλλα, τρεις κορναλίνες που συνδέονται μεταξύ τους με πέλτες από χρυσό σύρμα και τρία κρεμαστά σμαράγδια από τα οποία σώζεται μόνο το μεσαίο σε κάθε σκουλαρίκι.
Τα φύλλα της αμπέλου θεωρήθηκαν αρχικά ως σύμβολο του θεού Διόνυσου και τα σκουλαρίκια συνδέθηκαν με την ελληνορωμαϊκή παράδοση και εικονογραφία. Υπάρχει όμως και ένα άλλο ενδεχόμενο, αν λάβει κανείς υπόψη του την εξέλιξη της αμπέλου σε χριστιανικό σύμβολο. Ο χριστιανικός συμβολισμός της αμπέλου που πηγάζει από τα λόγια του Χριστού καθώς και η τεχνική της διάτρητης διακόσμησης υποδεικνύουν ότι η χρονολόγηση του αντικειμένου τοποθετείται περίπου στον 4ο αιώνα και όχι στον 3ο αιώνα όπως αρχικά είχε ειπωθεί.
Το στολίδι της ενδυμασίας

Το κόσμημα διαμορφώνεται από ένα λεπτό χρυσό δίσκο με διάτρητο κόσμημα που σχηματίζει στο κέντρο ρόδακα ο οποίος πλαισιώνει θήκη με λευκή υαλόμαζα. Ακολουθούν σειρές διάτρητων ανθεμίων που διακόπτονται από οχτώ θήκες σε κυκλική διάταξη, με ένθετες πράσινες υαλόμαζες. Την περιφέρεια του δίσκου περιτρέχει διπλή κοκκιδωτή ταινία. Στην πίσω πλευρά χρυσά ελάσματα χρησιμοποιούνται για την ασφαλέστερη στερέωση των λίθων και τέσσερις κρίκοι για την επίρραψη του κοσμήματος σε ύφασμα.
Η σχεδιαστική ακρίβεια και η ισορροπημένη γεωμετρική διάταξη του διάκοσμου συνδέει το επίρραμμα του Μουσείου Μπενάκη με ορισμένα από τα καλύτερης ποιότητας κοσμήματα του 5ου αιώνα, ενώ ανάλογα χαρακτηριστικά εντοπίζονται και στην μεταγενέστερη κοσμηματοτεχνία, μέχρι τον 7ο αιώνα.
Τα επίθετα κοσμήματα αποτελούσαν βασικό στοιχείο της ενδυμασίας κατά την Ύστερη Αρχαιότητα. Χρησίμευαν για τη στερέωση των ενδυμάτων, αλλά και για καθαρά διακοσμητικούς λόγους. Ενδεικτική από την πλευρά αυτή είναι η ζωγραφική ή υφασμένη αναπαράσταση επίθετων κοσμημάτων σε αιγυπτιακά νεκρικά πορτραίτα και κοπτικούς χιτώνες. Τα πολυτελή σωζόμενα παραδείγματα είναι χρυσά, όπως αυτό που εξετάζουμε, αλλά έχουν εντοπιστεί και επιρράμματα από κράμα χαλκού που αντέγραφαν τη μόδα σε φθηνότερο μέσο για κοινό με περιορισμένα οικονομικά μέσα.
Χρυσός και πολύτιμοι λίθοι για τον γυναικείο στολισμό

Από τον 4ο ως τον 7ο αιώνα μ.Χ., τα κοσμήματα, ακολούθησαν, ως προς τη μορφή και τις τεχνικές, τα ρωμαϊκά πρότυπα. Στη διακόσμηση κυριάρχησαν σχηματοποιημένα φυτικά θέματα και γεωμετρικά μοτίβα, τα οποία συχνά αποδίδονταν με τη διάτρητη τεχνική. Από τα τέλη του 4ου αιώνα, στα κοσμήματα, όπως και στα κάθε λογής αντικείμενα, διαδίδονται ευρέως τα χριστιανικά θέματα, όπως το χριστόγραμμα, ο σταυρός και τα παγώνια, σύμβολα του Παραδείσου. Για τις γυναίκες, ο στολισμός περιελάβανε σκουλαρίκια, διαδήματα, καρφίδες και χρυσοποίκιλτα δίχτυα για τα μαλλιά. Περιδέραια και περίτεχνες αλυσίδες διέτρεχαν χιαστί το στήθος και την πλάτη. Περικάρπια, περιβραχιόνια και ποικιλία δαχτυλιδιών κοσμούσαν τα χέρια. Ζώνες και καρφίτσες στερέωναν και ταυτόχρονα διακοσμούσαν τα ενδύματα.
Το περιδέραιο και το ζεύγος σκουλαρικιών από την Αντινόη στην Αίγυπτο είναι πολύ εντυπωσιακά κοσμήματα, χρονολογούνται στον 5ο αιώνα μ.Χ. και μπορούν να χαρακτηριστούν ως ένα σύνολο. Το περιδέραιο αποτελείται από μια χρυσή αλυσίδα διακοσμημένη με μαργαριτάρια, σμαράγδια, αμέθυστους και ζαφείρια. Το δέσιμο της αλυσίδας διαμορφώνεται από δύο χρυσούς δίσκους. Τα σκουλαρίκια αποτελούνται από έναν κρίκο όπου σχηματίζεται ένα μοτίβο-οχτάρι από δύο φίδια και είναι διακοσμημένο με ένα μαργαριτάρι. Το μοτίβο των φιδιών καταλήγει σε ένα μεγάλο ζαφείρι, όμοιο με αυτά που βλέπουμε στο περιδέραιο.

Κοσμήματα σαν και τα συγκεκριμένα ήταν διαδεδομένα την περίοδο που αναφέραμε νωρίτερα. Όμοιο περιδέραιο και σκουλαρίκια φορούν η αυτοκράτειρα Θεοδώρα και οι κυρίες της ακολουθίας της όπως απεικονίζονται στο διάσημο ψηφιδωτό από τον ναό του Αγίου Βιταλίου στη Ραβένα της Ιταλίας. Οι κάτοχοι των θησαυρών έθαβαν τα πολύτιμα σκεύη από χρυσό και ασήμι καθώς και τα κοσμήματα τους για να τα προστατέψουν από επιδρομές. Ορισμένα κοσμήματα είχαν ιδιαίτερη σημασία, καθώς συνόδευαν συγκεκριμένα αξιώματα και κοινωνικές τάξεις, ή σηματοδοτούσαν σημαντικά γεγονότα, όπως η γέννηση ή ο γάμος. Χαρακτηριστική είναι η μορφή της κυρίας που κοιτάει τον εαυτό της στον καθρέπτη, όπως απεικονίζεται σε ύφασμα που χρονολογείται στον 5ο-6ο αιώνα μ.Χ. και φορά διάδημα, ζεύγος σκουλαρίκια, περιβραχιόνια, περικάρπια και μια ζώνη, όλα φτιαγμένα από χρυσό, πολύτιμους και ημιπολύτιμους λίθους.
Η συνέχεια της ελληνορωμαϊκής παράδοσης

Τα σκουλαρίκια αποτελούνται από ένα τρίγωνο που σχηματίζεται από κοκκιδωτό σύρμα μέσα στο οποίο διαμορφώνεται πλέγμα από τέσσερεις σειρές, δέκα πέλτες –συρμάτινα γεωμετρικά μοτίβα– με δέκα μαργαριτάρια περασμένα στο κέντρο κάθε μιας. Στις δύο πλευρές του τριγώνου περνάει σύρμα με χάντρες από μαργαριτάρια, ένθετες μικρές σμαραγδόριζες και υαλόμαζα. Στην κάτω πλευρά του τριγώνου κρέμονται μαργαριτάρια, δεμένες σμαραγδόριζες και ανάμεσά τους στέλεχος με μεγάλο μαργαριτάρι. Στην κορυφή του τριγώνου συνδέεται ο κρίκος.
Η χρονολόγηση των κοσμημάτων θα πρέπει να τοποθετηθεί σ’ ένα ενδιάμεσο στάδιο γύρω στον 5ο-6ο αιώνα γιατί συνδυάζει την λεπτή επεξεργασία του χρυσού με την ποικιλία πολύτιμων λίθων. Θεωρείται ότι το σχήμα της πέλτης προέρχεται από το γεωμετρικό μοτίβο που υπήρχε πάνω στην ασπίδα των Αμαζόνων, διαφοροποιήθηκε ωστόσο σε μορφές που θυμίζουν άλλοτε ιωνικά κιονόκρανα και άλλοτε καρδιόσχημα μοτίβα. Το μοτίβο αυτό το συναντάμε επίσης και στη διακόσμηση των ψηφιδωτών στον Άγιο Γεώργιο στη Θεσσαλονίκη («Ροτόντα»). Τα στοιχεία αυτά καταδεικνύουν την άμεση σχέση που έχουν τα κοσμήματα της εποχής μεταξύ τους ανεξάρτητα από τον τόπο καταγωγής τους, καθώς και τη συνέχεια της ελληνορωμαϊκής παράδοσης.
Τα βραχιόλια μιας αριστοκράτισσας

Η στεφάνη των βραχιολιών σχηματίζεται από ταινία ημικυκλικής τομής με βλαστούς –φυτικά μοτίβα– που εκφύονται από κέρατα Αμάλθειας. Στον κινητό δίσκο του κλεισίματος το ίδιο θέμα επαναλαμβάνεται σε διάτρητη τεχνική. Το κέντρο του δίσκου είναι διακοσμημένο με εξάφυλλο γεωμετρικό διάτρητο ρόδακα. Η ταινία και ο δίσκος περιβάλλονται από δυο σειρές με κοκκίδωση (λεπτοί κόκκοι). Ο συνδυασμός της διάτρητης τεχνικής με την απόδοση των βλαστών στα βραχιόλια του Μουσείου Μπενάκη (6ος αιώνας) είναι μοναδικός και μαρτυρά ιδιαίτερη φροντίδα στην απόδοση του θέματος.
Η προσοχή στην τεχνική αλλά και η πλούσια διακόσμηση μαρτυρούν ότι τέτοιου είδους κοσμήματα χρησιμοποιούνταν από τις κυρίες της αυτοκρατορικής αυλής. Παρόμοια χρυσά διάτρητα βραχιόλια απεικονίζονται στο ψηφιδωτό της Ραβέννας με την αυτοκράτειρα Θεοδώρα κοσμώντας τα χέρια γυναικών της συνοδείας της. Από τον 5ο αιώνα και μετά κατασκευάζονται σε εργαστήρια της Κωνσταντινούπολης ή και άλλων κέντρων του Βυζαντίου. Είναι εντυπωσιακό πώς παρόμοια κοσμήματα έχουν βρεθεί σε θησαυρούς στην Κύπρο, τη Συρία, την Ιταλία, την Αίγυπτο, τη Γαλλία, την Αλγερία και την Τυνησία.
Το χρυσό εγκόλπιο με τον Παντοκράτορα

Στο κέντρο του οκταγωνικού μεταλλίου από ορεία κρύσταλλο απεικονίζεται ανάγλυφη η προτομή του Παντοκράτορα. Η επιγραφή IC XC O ΠΑΝΤΟΚΡΑΤΩΡ πλαισιώνει τον Χριστό που φέρει ένσταυρο φωτοστέφανο, κρατά στο αριστερό χέρι κλειστό βιβλίο και ευλογεί με το άλλο. Οι κομψές αναλογίες και το λεπτό πρόσωπο του Χριστού συνδέουν το μετάλλιο με μια σειρά καμέων από σκληρούς λίθους με προτομές αγίων μορφών που βρίσκονται στο Dumbarton Oaks, το Παρίσι, τη Μόσχα και το Hermitage και χρονολογούνται στον 10ο-12ο αιώνα. Εντυπωσιακή είναι η ρεαλιστική διάθεση και η εκφραστική δύναμη που διακρίνει τη μορφή παρά το χαμηλό ανάγλυφο και το αφαιρετικό διαφανές υλικό.
Αρχικά το μετάλλιο προοριζόταν πιθανότατα για τη διακόσμηση ενός μεγαλύτερου αντικειμένου, όπως π.χ. ενός καλύμματος ιερού βιβλίου, μιας λειψανοθήκης, ή για το πλαίσιο μιας εικόνας, όπως υποδηλώνει η κυλινδρική προεξοχή που διαμορφώνεται στο πίσω μέρος του. Το πολύτιμο υλικό, η ποιότητα της εργασίας, αλλά πιθανότητα και η αξία του ως κειμήλιο, οδήγησε τον μεταγενέστερο ιδιοκτήτη του κατά το 16ο αιώνα να το μετατρέψει σε εγκόλπιο με το περίτεχνο δέσιμο από χρυσό, πολύτιμους λίθους και μαργαριτάρια που έχει σήμερα.

Ο Νεοελληνικός πολιτισμός στο Μουσείο Μπενάκη
Ξένια Πολίτου, επιμελήτρια Συλλογής Νεοελληνικού Πολιτισμού

Η χρυσή καραβέλα του Αιγαίου

Από τα θεαματικότερα κοσμήματα του ελληνικού χώρου, το εγκόλπιο αυτό του 17ου αιώνα από την Πάτμο αναπαριστά μια τετρακάταρτη καραβέλα, με εντυπωσιακή έμφαση στην απόδοση των λεπτομερειών. Με τη χρήση χρυσού σύρματος, που περιγράφει το σχέδιο, και περίκλειστου σμάλτου για τον χρωματισμό των επιμέρους στοιχείων, αποδίδονται το σκάφος με τη λευκή καρίνα και τις δύο σειρές κανονιών, τα ανοιγμένα πανιά και ο σταυρός της Μάλτας που κρέμεται από το κέντρο της καρίνας.
Η πληθώρα κοσμημάτων με το ίδιο θέμα που απαντά στο Αιγαίο, κυρίως στη Σίφνο αλλά και στην Πάτμο, αποδεικνύει τη μεγάλη δημοτικότητα που είχε το θέμα του πλοίου, σύμβολο της εμπορικής δραστηριότητας των κατοίκων. Στη συγκεκριμένη μορφή του ιστιοφόρου που κυκλοφορεί στα νερά της Μεσογείου τον 16ο και 17ο αιώνα και εμπνέει την ευρωπαϊκή χρυσοχοΐα, ανιχνεύεται η επίδραση που άσκησε η περίοδος της Ενετοκρατίας στην τέχνη και τον τρόπο ζωής των νησιωτών.
Τα περίτεχνα σκουλαρίκια από την Κω

Τα εντυπωσιακά αυτά σκουλαρίκια του 18ου αιώνα από την Κω ονομάζονται «καμπάνες» από το κεντρικό κωδωνόσχημο στοιχείο τους. Με τον λεπτοδουλεμένο χρυσό συρματερό τους διάκοσμο, επικολλημένο σε διάτρητα χρυσά στοιχεία, και τα κρεμαστά τους εξαρτήματα από δέσμες μικρών μαργαριταριών αποτελούν τυπικό δείγμα της νησιωτικής χρυσοχοΐας, η οποία χαρακτηρίζεται από τη λεπτότατη κατεργασία του χρυσού, τη χρήση μαργαριταριών και την τεχνική τελειότητα των συρματερών λεπτομερειών.
Λόγω του μεγάλου μήκους τους, που φτάνει τα 20 εκατοστά, τα σκουλαρίκια στερεώνονταν στον κεφαλόδεσμο, σε κάποιο σημείο πάνω από τα αυτιά, και πλαισίωναν το πρόσωπο φθάνοντας μέχρι τη βάση του λαιμού, παραπέμποντας, αισθητικά κυρίως, στα «περπενδούλια» των βυζαντινών χρόνων.
Μια κορώνα για τη νύφη

Η «κορώνα», το επιμετώπιο αυτό κόσμημα του 18ου αιώνα από το Πωγώνι της Ηπείρου, με τη χυτή και διάτρητη διακόσμηση και τους ημιπολύτιμους λίθους, αποτελεί το σημαντικότερο εξάρτημα του νυφικού «στόλου» − του συνόλου δηλαδή των κοσμημάτων που στόλιζαν τη νύφη την ημέρα της στέψης. Αυτό που κάνει μοναδικό το συγκεκριμένο κόσμημα είναι η παρουσία μιας γυναικείας κεφαλής με αποτροπαϊκό χαρακτήρα στην κορυφή του κεντρικού στοιχείου, που μαζί με τον συμβολισμό των άνθινων στοιχείων που συμπληρώνουν τον διάκοσμο, αντανακλά βαθιά ριζωμένες πεποιθήσεις που συνδέονται με τον γάμο και το ξεκίνημα της νέας ζωής και στοχεύουν να φέρουν τη γονιμότητα στη νύφη, προστατεύοντάς την ταυτόχρονα από το κακό μάτι.
Το γεγονός ότι η νυφική «κορώνα» φοριόταν αποκλειστικά στη γαμήλια τελετή και είτε αποτελούσε κοινοτική περιουσία και φυλασσόταν στην εκκλησία, είτε ανήκε σε κάποιες προνομιούχες οικογένειες οι οποίες τη δάνειζαν στις νύφες, δίνει πολύτιμα στοιχεία για την κοινωνική οργάνωση της περιοχής από τον 18ο έως τις αρχές του 20ού αιώνα.
Το δώρο του Κωνσταντίνου

Η εντυπωσιακή θρακιώτικη πόρπη, γνωστή και ως «κορώνα», είναι ορθογώνια παραλληλόγραμμη με ένα προεξέχον πεντάλοβο στοιχείο στο κέντρο, που προσομοιάζει σε κορώνα, εξ ου και η ονομασία της. Είναι κατασκευασμένη με τη χυτή τεχνική, διαιρείται σε ζώνες και τμήματα από επικολλημένο επίχρυσο στριμμένο σύρμα, ενώ λεπτότερο σύρμα συμπληρώνει τον διάκοσμο σχηματίζοντας άνθινες συνθέσεις. Το βάθος αλλά και τα επιμέρους σημεία χρωματίζονται με τη χρήση σμάλτου.
Η πόρπη αυτή αποτελούσε το κεντρικό στοιχείο μιας αρθρωτής ζώνης, η οποία απαρτιζόταν από σειρά μεταλλικών πεπλατυσμένων δακτυλίων μέσα από τους οποίους περνούσε μια υφασμάτινη ταινία. Οι ζώνες αυτές δωρίζονταν από τον αρραβωνιαστικό στη μέλλουσα νύφη και συχνά έφεραν στο κέντρο της πόρπης το όνομα του δωρητή και τη χρονολογία. Η σπάνια αυτή πόρπη, το παλαιότερο χρονολογημένο δείγμα του είδους, φέρει στη βάση το όνομα ΚΩΝCΤΑΝΤΗΝΟC και στο πάνω μέρος τη χρονολογία 1798.
Το κόσμημα του νυφικού κεφαλόδεσμου μιας Λευκαδίτισσας

Από τα χαρακτηριστικότερα στοιχεία του στολισμού της λευκαδίτισσας νύφης, η χρυσή καρφίτσα του κεφαλόδεσμου ονομάζεται «τρέμουλα», από τον τρόπο με τον οποίο ανταποκρίνεται σε κάθε κίνηση της γυναίκας που το φοράει, καθώς είναι στερεωμένη πάνω στο στρογγυλό χρυσοκεντημένο κεφαλοκάλυμμα της νυφικής της φορεσιάς. Η καρφοβελόνα αυτή του 18ου αιώνα, από τα πρωιμότερα δείγματα του είδους, έχει το σχήμα ανθοδέσμης με επτά μίσχους από σπειροειδή ελατήρια, πέντε εκ των οποίων καταλήγουν σε άνθη με συρματερό και κοκκιδωτό διάκοσμο και δύο σε συρματερά μπουμπούκια. Στο κέντρο του μεγαλύτερου άνθους είναι στερεωμένο στοιχείο σε σχήμα πουλιού, με μαργαριτάρι στο ράμφος.
Η χρήση κοσμημάτων σε σχήμα άνθους συνηθίζεται σε όλη την Ελλάδα για τον στολισμό του νυφικού κεφαλόδεσμου. Λουλούδια από ποικίλα υλικά, πολύτιμα ή ταπεινά, στολίζουν τους κροτάφους ή τις πλεξίδες και δημιουργούν μικρές ανθοδέσμες που καρφώνονται στο πάνω μέρος του κεφαλόδεσμου. Η παρουσία τους στον νυφικό στολισμό αποτελεί απαραίτητο σύμβολο γονιμότητας, ενώ η κίνηση της «τρέμουλας» θεωρείται ότι προστατεύει τη νύφη από το κακό μάτι.
Η κόσμηση της νυφικής ενδυμασίας

Τα τρία χρυσά εξαρτήματα επιστήθιου κοσμήματος προέρχονται από τον στολισμό μιας νυφικής ενδυμασίας από το Γαστούρι της Κέρκυρας του τέλους του 18ου ή των αρχών του 19ου και παραδόθηκαν στο Μουσείο Μπενάκη περασμένα σε μεταγενέστερη αλυσίδα. Το σύνολο περιλαμβάνει δύο συρματερούς σταυρούς τύπου Μάλτας, που συνδυάζονται με στοιχεία σε σχήμα φιόγκου και έναν χρυσό, διάτρητο πολύφυλλο ρόδακα. Το διαφορετικό σχήμα των δύο σταυρών επιβάλλει τη σκέψη ότι τα εξαρτήματα προέρχονται από διαφορετικές ενδυμασίες και κάποια στιγμή συνενώθηκαν.
Σε κάθε περίπτωση μαρτυρούν τον πλούτο του στολισμού και το ύφος των κοσμημάτων που συμπληρώνουν τις κερκυραϊκές νυφικές ενδυμασίες. Με εμφανείς ιταλικές επιρροές, η επτανησιακή χρυσοχοΐα χαρακτηρίζεται από τη λεπτότατη κατεργασία των χρυσών συρματερών και διάτρητων στοιχείων και την προσθήκη μαργαριταριών.
Η πόρπη με τα κοράλλια

Χαρακτηριστικό στοιχείο της τριμερούς αυτής πόρπης είναι ο διάκοσμος με πλήθος ένθετα αμυγδαλόσχημα χαρακτά κοράλλια, ο οποίος συμπληρώνεται με ψηφίδες από χρωματιστή υαλόμαζα και μικρά φύλλα από πράσινο σμάλτο. Η εκτεταμένη χρήση των κοραλλιών στη διακόσμηση μιας ευρείας ομάδας κοσμημάτων αποδίδεται από την προφορική παράδοση στην περιοχή της Σαφράμπολης του Πόντου, χωρίς κάτι τέτοιο να έχει τεκμηριωθεί από γραπτές πηγές. Η παράδοση αυτή οφείλεται κατά ένα μεγάλο μέρος στο πλήθος των κειμηλίων που φέρνουν μαζί τους οι Μικρασιάτες πρόσφυγες που έρχονται στην Ελλάδα μετά το 1922. Μεταξύ των κειμηλίων αυτών συγκαταλέγεται και μια μεγάλη ομάδα κοσμημάτων διακοσμημένων με κοράλλια.
Η διαπιστωμένη προέλευση του κοσμήματος αυτού από την Κερμίρα της Καισάρειας, στην Καππαδοκία, μαρτυρεί τη μεγάλη δημοτικότητα των κοσμημάτων αυτών στον ελληνισμό της Μικράς Ασίας και ταυτόχρονα την άνθηση της χριστιανικής κοινότητας της Κερμίρας, που ήταν προσανατολισμένη στο εμπόριο δερμάτων και υφασμάτων. Η πόρπη φέρει στην πίσω όψη εγχάρακτη επιγραφή με τη χρονολογία 1837.
Για στολισμό και για προστασία

Από τα χαρακτηριστικότερα κοσμήματα της ελληνικής αργυροχοΐας, οι πόρπες απαντούν σε μεγάλη ποικιλία μεγεθών, σχημάτων και τεχνικών και αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα ενός συστήματος στολισμού που επικρατεί στην ηπειρωτική Ελλάδα και καλύπτει συχνά όλον τον κορμό: το στήθος και την ποδιά με ποικιλία αλυσιδωτών κοσμημάτων και τη μέση με μεταλλικές αρθρωτές ζώνες ή εντυπωσιακές πόρπες. Υπερβαίνοντας τον λειτουργικό τους ρόλο, οι πόρπες αποκτούν συχνά μαγικό-φυλακτικό χαρακτήρα, κυρίως λόγω της θέσης τους στην κοιλιά της γυναίκας.
Έργα των ελλήνων χρυσικών –που παρά την ονομασία τους δούλευαν κυρίως το ασήμι– οι πόρπες, όπως και τα περισσότερα κοσμήματα, διακινούνταν σε μια μεγάλη ακτίνα, καθιστώντας αδύνατο τον ακριβή γεωγραφικό προσδιορισμό τους. Το είδος αυτό της πόρπης με το κεντρικό μαστοειδές εξάρτημα το συναντάμε κυρίως στην Ήπειρο και τη Θεσσαλία. Στην εντυπωσιακή αυτή εκδοχή συνδυάζει τον ανάγλυφο διάκοσμο της σφυρήλατης τεχνικής με διάτρητα-χυτά στοιχεία, ενώ η επιχρύσωση συγκεκριμένων σημείων υπογραμμίζει με ενδιαφέροντα τρόπο τις λεπτομέρειες του πυκνού σχεδίου.
*Οι φωτογραφίες είναι ©Benaki Museum

Βιογραφικά
Ο Γιώργης Μαγγίνης, επιστημονικός διευθυντής του Μουσείου Μπενάκη σπούδασε αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και ιστορία της ισλαμικής και κινεζικής τέχνης στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου, όπου του απονεμήθηκε ο διδακτορικός τίτλος για τη διατριβή του για την Αγία Κορυφή του Όρους Σινά. Εδώ και είκοσι πέντε χρόνια έχει διδάξει και δημοσιεύσει επιστημονικά άρθρα και πέντε μονογραφίες πάνω στην κυπριακή προϊστορία, την ιστορία της βυζαντινής, ισλαμικής και κινεζικής τέχνης, τον υλικό πολιτισμό της ελληνικής και αρμενικής διασποράς και τις διακοσμητικές τέχνες της Ευρώπης από την Αναγέννηση ως τον εικοστό αιώνα.
Η Μάρα Βερύκοκου σπούδασε Ιστορία της Τέχνης στο Πανεπιστήμιο του Aberdeen και έλαβε μεταπτυχιακό στις Μουσειακές Σπουδές από το UCL. Είναι επιμελήτρια της Βυζαντινής και Μεταβυζαντινής Συλλογής του Μουσείου Μπενάκη και έχει συμμετάσχει ως μέλος της ερευνητικής ομάδας του μουσείου σε πολλά εκθεσιακά προγράμματα. Η πιο πρόσφατη έρευνά της επικεντρώνεται στη συλλογή ιατρικών και χειρουργικών εργαλείων του Μουσείου Μπενάκη.
Η Ξένια Πολίτη σπούδασε Γαλλική και Συγκριτική Φιλολογία στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο και στη Sorbonne Nouvelle (Paris 3). Έχει εργαστεί στο Μουσείο Ιστορίας της Ελληνικής Ενδυμασίας του Λυκείου των Ελληνίδων, στο Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα και σήμερα στο Μουσείο Μπενάκη ως επιμελήτρια του Τμήματος Νεοελληνικού Πολιτισμού. Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα εστιάζονται στη μελέτη των υφασμάτων και των ελληνικών τοπικών ενδυμασιών.

Ανακαλύψτε το αφιέρωμα
«Η κόσμηση και το κόσμημα» στα μουσεία:
Διαβάστε επίσης:
Η κόσμηση και το κόσμημα στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης
Η κόσμηση και το κόσμημα στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης
Η κόσμηση και το κόσμημα στο Μουσείο Παύλου και Αλεξάνδρας Κανελλοπούλου
Μοιραστείτε την άποψή σας
ΣχόλιαΓια να σχολιάσετε χρησιμοποιήστε ένα ψευδώνυμο. Παρακαλούμε σχολιάζετε με σεβασμό. Χρησιμοποιείτε κατανοητή γλώσσα και αποφύγετε διατυπώσεις που θα μπορούσαν να παρερμηνευτούν ή να θεωρηθούν προσβλητικές. Με την ανάρτηση σχολίου, συμφωνείτε να τηρείτε τους Όρους του ιστότοπου contact Δημιουργήστε το account σας εδώ, για να κάνετε like, dislike ή report ακατάλληλα/προσβλητικά σχόλια.