Menu
-1.15%
Τζίρος: 262.83 εκατ.

Ιταλία: Άνδρας ακινητοποιήθηκε από αστυνομικούς και κατέληξε από ανακοπή

Αφιέρωμα - Μουσεία

Η κόσμηση και το κόσμημα στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο

Επιμέλεια: Μαρία Θερμού

Σύμβολα κύρους, εξουσίας, δύναμης αλλά και θρησκευτικής πίστης και κοινωνικής προβολής τα στολίδια των ανθρώπων δείχνουν στη διαχρονία τους πώς η ομορφιά μπορεί να εμπεριέχει πλήθος εννοιών και να εκφράζει αξίες, συναισθήματα ή προσωπικές ιστορίες. 

Το mononews κάλεσε διευθυντές, επιμελητές και προϊσταμένους Μουσείων και Εφορειών Αρχαιοτήτων της χώρας να γνωρίσουν στο κοινό εκθέματα των συλλογών τους, που μιλούν για την κόσμηση των ανθρώπων και το κόσμημα από την αρχή της Προϊστορίας και της Ιστορίας στον ελλαδικό χώρο έως και τα νεώτερα χρόνια. 

1

Βασικός στόχος να αναδειχθεί αυτή η ιδιαίτερη καλλιτεχνική δημιουργία και ο πλούτος των ελληνικών μουσείων.

Χρυσά κοσμήματα (διαδήματα, ζώνες, περόνες, κουμπιά και επιράμματα) από τον Ταφικό Κύκλο Α των Μυκηνών (16ος αιώνας π.Χ.)

Ακολουθούν τα κείμενα αρχαιολόγων του Εθνικού Αρχαιολογικού

Λίθινες χάντρες περιδεραίων από νεκροταφεία της Πάρου. Πρωτοκυκλαδική περίοδος (3200-2800 π.Χ.)

Η κόσμηση και το κόσμημα στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο

Στις πλούσιες συλλογές του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου συγκαταλέγονται μοναδικά εκθέματα που αποτυπώνουν το πανόραμα της ελληνικής κοσμηματοτεχνίας από την Προϊστορία έως τους μεταβυζαντινούς χρόνους ενώ φιλοξενούνται επίσης, εντυπωσιακά δείγματα της αρχαίας αιγυπτιακής μικροτεχνίας. Η επιθυμία του ανθρώπου για καλλωπισμό, από απλή φιλαρέσκεια, δεισιδαιμονία ή για την προβολή της κοινωνικής του θέσης, τον συνόδευσε από την αρχή του πολιτισμού του.

Τα πρώτα κοσμήματα, σε μία εποχή που η αδυναμία ερμηνείας των φυσικών φαινομένων έτρεφε προλήψεις και δεισιδαιμονίες, θα είχαν κυρίως αποτρεπτικό και προστατευτικό χαρακτήρα. Τα χρυσά δακτυλιόσχημα κοσμήματα και ελάσματα του αποκαλούμενου «Νεολιθικού Θησαυρού» συνιστούν ένα από τα πιο αινιγματικά σύνολα της προϊστορικής συλλογής και χρονολογούνται στην 5η και 4η χιλιετία π.Χ.

Από τα μέσα της 3ης χιλιετίας π.Χ., ο εμβληματικός θησαυρός της Πολιόχνης στη Λήμνο ξεδιπλώνει μια εντυπωσιακά ώριμη για την εποχή μεταλλοτεχνία. Την ίδια περίοδο στις Κυκλάδες εμφανίζονται κομψές περόνες από χαλκό ή οστό για τη στερέωση των ενδυμάτων και των μαλλιών, λεπτεπίλεπτες χάντρες από λίθους ή κοχύλια, αλλά και αργυρά διαδήματα, που διακρίνονται από μία σχεδόν σύγχρονη αφαιρετικότητα.

Ωστόσο, η περίοδος που μας κληροδότησε έναν ανεκτίμητο πλούτο πληροφοριών για τα κοσμήματα και τον καλλωπισμό είναι η Ύστερη Εποχή του Χαλκού (β΄ μισό 2ης χιλιετίας π.Χ.), περίοδος ακμής του Μυκηναϊκού πολιτισμού. Τα εντυπωσιακά κοσμήματα, κυρίως χρυσά, από τους βασιλικούς τάφους των πρώτων ηγεμόνων δικαιώνουν απόλυτα τον ομηρικό χαρακτηρισμό «Πολύχρυσες Μυκήνες»: Βαρύτιμα περιδέραια, σκουλαρίκια, σφραγιστικά δαχτυλίδια με εξαιρετικά λεπτομερείς παραστάσεις, χρυσά διαδήματα και εκατοντάδες δισκάρια και ελάσματα σε μορφές υπαρκτών ή φανταστικών ζώων για την διακόσμηση ενδυμάτων, συνθέτουν ένα μοναδικό σκηνικό.

Υψηλή τεχνογνωσία και ευφάνταστα σχέδια χαρακτηρίζουν όμως, και τα κοσμήματα από άλλα πολύτιμα υλικά σε όλη την Μυκηναϊκή περίοδο, όπως ελεφαντόδοντο, κεχριμπάρι, γυαλί, φαγεντιανή και ημιπολύτιμους λίθους. Οι Μυκηναίοι τεχνίτες, αρχικά επηρεασμένοι από τη μινωική Κρήτη αναπτύσσουν σταδιακά τις δικές τους παραδόσεις συνδυάζοντας διάφορες ύλες και δημιουργούν κομψοτεχνήματα, που δεν αποτελούν απλώς σύμβολα κοινωνικής ισχύος και εξουσίας, αλλά μνημεία μιας αισθητικής που αιχμαλωτίζει το βλέμμα μέχρι σήμερα.

Έκθεση Μυκηναϊκών αρχαιοτήτων

Η οικονομική ένδεια που ακολούθησε την κατάρρευση των μυκηναϊκών ανακτόρων τον 12ο αιώνα π.Χ., είχε ως συνέπεια τον περιορισμό της χρήσης του χρυσού στην κοσμηματοτεχνία. Έτσι, κατά τον 11ο και τον 10ο αιώνα π.Χ., τα κοσμήματα είναι κυρίως χάλκινα και σιδερένια ενώ τα χρυσά αποτελούν σπάνιες εξαιρέσεις. Ωστόσο, από τον 9ο αιώνα π.Χ., η αναζωπύρωση των επαφών με την Ανατολή οδήγησε στην αναβίωση της συστηματικής κατασκευής χρυσών κοσμημάτων, όπως φαίνεται από τα ευρήματα του γεωμετρικού νεκροταφείου της Αναβύσσου.

Η άνθηση της χρυσοχοΐας κατά τον 8ο αιώνα συνεχίζεται και τον 7ο αιώνα π.Χ., οπότε οι επιρροές από την Ανατολή και την Αίγυπτο εμπλουτίζουν το θεματολόγιο με νέα διακοσμητικά θέματα. Η συστηματική εφαρμογή της κοκκίδωσης και της συρματερής τεχνικής μετατρέπει τα κοσμήματα σε περίτεχνα δημιουργήματα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι περίφημοι «μηλιακοί ρόδακες», έργο τεχνίτη από τη Μήλο, που αποτελούσαν πιθανότατα τμήμα διαδήματος. Στα πέταλά τους παριστάνονται ολόγλυφοι γρύπες και μέλισσες ενώ στο κέντρο τους διακοσμούνται με αετό και κεφάλια λιονταριών, ταύρου και γρύπα.

Κατά την Αρχαϊκή περίοδο, τον 6ο αιώνα π.Χ., λίγα κοσμήματα προέρχονται από τη νότια Ελλάδα ενώ αντίθετα, η κοσμηματοτεχνία γνωρίζει μεγάλη άνθηση στον βορειοελλαδικό χώρο. Από τον 5ο αιώνα, π.Χ. ωστόσο, η νότια Ελλάδα εισέρχεται δυναμικά στην παραγωγή κοσμημάτων. Μετά το 475 π.Χ. εμφανίζονται αρχικά χάλκινα και αργυρά κοσμήματα και στη συνέχεια θαυμαστά χρυσά, όπως τα ενώτια με τον Πηλέα και τη Θέτιδα, από γυναικεία ταφή κοντά στην Ερέτρια. Την περίοδο αυτή προτιμάται η συρματερή τεχνική, ενώ επανεμφανίζεται και η χρήση του σμάλτου.

Χρυσά κοσμήματα από την Κάτω Αχαΐα (3ος-2ος αιώνας π.Χ) και αργυρά σκεύη

Κατά την Ελληνιστική περίοδο, οι κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου αύξησαν τη διαθεσιμότητα χρυσού στον ελληνικό κόσμο. Αξίζει εδώ να μνημονευθεί το ταφικό στεφάνι από το Καστελλόριζο με φύλλα κισσού, από τα ωραιότερα παραδείγματα της πρώιμης Ελληνιστικής περιόδου. Παράλληλα, καθιερώνεται η χρήση πολύτιμων και ημιπολύτιμων λίθων, δημιουργώντας πολύχρωμα κοσμήματα. Στα ρωμαϊκά χρόνια, η κοσμηματοτεχνία χρησιμοποιεί γνωστά θέματα και τεχνικές, ωστόσο η κοκκίδωση και η συρματερή τεχνική περιορίζονται και επικρατεί μία τάση απλοποίησης. Παράλληλα, υιοθετείται η τεχνική του διάτρητου ελάσματος ενώ ενισχύεται η προτίμηση για την ένθεση λίθων. Χαρακτηριστικά είναι τα κοσμήματα της σαρκοφάγου της Φιλωτέρας Αμυμώνης από τον Κεραμεικό, προϊόντα Συριακού εργαστηρίου χρυσοχοΐας.

Κι ενώ η έκθεση των Χρυσών Κοσμημάτων και Αργυρών Σκευών στον όροφο του Μουσείου φαίνεται να κλείνει την ιστορία του ελληνικού κοσμήματος στον 5ο αιώνα μ.Χ., μία επίσκεψη στο ισόγειο, στη Συλλογή Σταθάτου, αποκαλύπτει, μεταξύ άλλων, εντυπωσιακά κοσμήματα της Βυζαντινής και Μεταβυζαντινής περιόδου.  «Σχολαρίκια», σταυροί, φυλαχτά, δαχτυλίδια-σφραγίδες, βραχιόλια διαφόρων τύπων, εγκόλπια, μαρτυρούν τη διαχρονική αγάπη των Βυζαντινών για την προσωπική κόσμηση αλλά και τη συνέχεια της ελληνικής χρυσοχοϊκής παράδοσης μέσα στους αιώνες.

Από την Συλλογή Σταθάτου, ο επισκέπτης συνεχίζει το ταξίδι του στην χώρα της Αιγύπτου! Μπροστά στις προθήκες της Αιγυπτιακής Συλλογής του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, ο χρόνος μοιάζει να σταματάει. Χρυσά βραχιόλια, λεπτεπίλεπτα περιδέραια, δαχτυλίδια, ενώτια και μικροσκοπικά φυλαχτά, που δημιουργήθηκαν πριν από χιλιάδες χρόνια στη χώρα του Νείλου εξακολουθούν να γοητεύουν το σημερινό κοινό.

Αιγυπτιακές αρχαιότητες, κοσμήματα του Νέου Βασιλείου (1550-1070 π.Χ.)

 Στην αρχαία Αίγυπτο, η ομορφιά συνδεόταν με την αρμονία, την τελειότητα και την κοσμική τάξη ενώ τα κοσμήματα λειτουργούσαν όχι μόνο ως στολίδια αλλά και ως σύμβολα κοινωνικής θέσης και θρησκευτικής πίστης. Οι Αιγύπτιοι ανέπτυξαν την τέχνη της κοσμηματοποιίας σε υψηλό επίπεδο, διαδεδομένα σε όλες τις κοινωνικές τάξεις, με κύρια διαφοροποίηση τα υλικά που χρησιμοποιούνταν.

 Πέρα από τη διακοσμητική τους αξία, τα κοσμήματα είχαν έντονο συμβολικό και αποτρεπτικό χαρακτήρα, καθώς θεωρούνταν φορείς προστασίας, ευημερίας και καλής τύχης. Σύμφωνα με τις αιγυπτιακές αντιλήψεις, η προστατευτική τους δύναμη εκτεινόταν και στη μεταθανάτια ζωή, γεγονός που τα καθιστούσε σημαντικά για ζωντανούς και νεκρούς.

Στην έκθεση της Αιγυπτιακής Συλλογής παρουσιάζονται κοσμήματα που χρονολογούνται από την Προδυναστική έως και τη Ρωμαϊκή περίοδο, με ιδιαίτερη έμφαση στα φυλαχτά και τα περίαπτα, τα οποία θεωρούνταν προστατευτικά σύμβολα απέναντι σε κάθε κίνδυνο. Τα αιγυπτιακά κοσμήματα ξεχωρίζουν όχι μόνο για την αισθητική τους αρτιότητα και την δεξιοτεχνία τους αλλά και για τον βαθύ συμβολισμό τους καθώς εκφράζουν την ανθρώπινη ανάγκη για ασφάλεια, ευδαιμονία και αιώνια ζωή.

Τα κοσμήματα από τις Συλλογές του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου δεν είναι απλώς έργα τέχνης. Είναι μικρές ιστορίες από το παρελθόν που μαρτυρούν τη διαχρονική ανάγκη του ανθρώπου για υγεία, προστασία και ασφάλεια φανερώνοντας  ότι η ομορφιά αποτελεί έκφραση βαθύτερων νοημάτων.

Δρ. Χριστίνα Αβρονιδάκη, Προϊσταμένη του Τμήματος Συλλογών Αγγείων, Έργων Μεταλλοτεχνίας και Μικροτεχνίας του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου

Ελένη Κωνσταντινίδη-Συβρίδη, Δρ. Αρχαιολογίας, Επιμελήτρια στο Τμήμα Συλλογών Προϊστορικών, Αιγυπτιακών, Κυπριακών και Ανατολικών Αρχαιοτήτων του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου

Αργυρώ Γρηγοράκη (ΜPhil), Επιμελήτρια στο Τμήμα Συλλογών Προϊστορικών, Αιγυπτιακών, Κυπριακών και Ανατολικών Αρχαιοτήτων του Εθνικού  Αρχαιολογικού Μουσείου                           

Χρυσή νεκρική επένδυση μωρού και μεγαλοπρεπές διάδημα από τον Ταφικό Κύκλο Α των Μυκηνών (16ος αι. π.Χ.).

Ένα πολύχρωμο κυκλαδικό περιδέραιο 

Περιδέραιο από χρωματιστούς λίθους από το Δεσποτικό της Πάρου, περί το 3200-2800 π.Χ.

  Πενήντα τέσσερεις χάντρες και περίαπτα από χρωματιστούς λίθους σχημάτιζαν το περιδέραιο που συνόδευε στο αιώνιο ταξίδι έναν άνθρωπο θαμμένο στο νεκροταφείο της θέσης Ζουμπάρια στη νησίδα Δεσποτικό της Πάρου. Ο τάφος χρονολογείται γύρω στο 3200-2800 π.Χ., στην περίοδο της διαμόρφωσης του Πρωτοκυκλαδικού πολιτισμού. Το νεκροταφείο έφερε στο φως στα τέλη του 19ου αιώνα, ο σπουδαίος αρχαιολόγος και πατέρας της προϊστορικής αρχαιολογίας του Αιγαίου, Χρήστος Τσούντας. 

  Οι χάντρες και τα περίαπτα του περιδεραίου από το Δεσποτικό είναι φτιαγμένα από χρωματιστούς κοινούς λίθους, σε ποικιλία απλών και σύνθετων σχημάτων (σφαιρικό, δισκοειδές, τετράπλευρο,  σε σχήμα σταγόνας, πηνίου, ατράκτου και αγκίστρου). Ο τεχνίτης με επιδεξιότητα, παρατηρικότητα και ευαισθησία σκάλισε ένα από τα περίαπτα σε σχήμα τετράποδου ζώου, του οποίου η σηκωμένη ουρά διαμορφώνει και τον κρίκο ανάρτησης.

 Μια ακόμη χάντρα είναι στο σπάνιο σχήμα του μισοφέγγαρου, που σε μεταγενέστερους χρόνους συνδέεται με τον κόσμο των γυναικών και την προστασία των παιδιών. Σχήματα σύνθετα, όπως αυτό  ή οι χάνδρες σε μορφή πτηνών και ζώων, απηχούν συμβολισμούς και μάλλον λειτουργούσαν ως φυλαχτά. 

  Οι Κυκλαδίτες της 3ης χιλιετίας π.Χ. αγαπούσαν την κόσμηση του προσώπου, της κεφαλής και του σώματος, τόσο με διαδήματα, βραχιόλια, περιδέραια από χάντρες και περίαπτα, όσο και με προσωρινή ή μόνιμη δερματοστιξία, όπως φαίνεται από ζωγραφιστά μοτίβα που σώζονται πάνω στα μαρμάρινα κυκλαδικά ειδώλια. Τα κοσμήματα κατασκευάζονταν από υλικά που βρίσκονται εύκολα στη φύση, όπως κοχύλια ή βότσαλα αλλά και από άλλα, πολυτελή και δυσεύρετα, όπως ο χαλκός και ο άργυρος.

 Στους τάφους της εποχής βρίσκουμε επίσης σκεύη για την προετοιμασία, την φύλαξη και τη μεταφορά των χρωστικών ουσιών, όπως η κόκκινη ώχρα και ο εκτυφλωτικός μπλε αζουρίτης. Η κόσμηση έπαιζε σπουδαίο ρόλο στην κοινωνική και τελετουργική ζωή των Κυκλαδιτών, και πιθανόν και στα ταφικά έθιμα. 

Κατερίνα Κωστάντη, Αρχαιολόγος στο Τμήμα Συλλογών Προϊστορικών, Αιγυπτιακών, Κυπριακών και Ανατολικών Αρχαιοτήτων 

Χρυσά ενώτια από τον Θησαυρό της Πολιόχνης

Χρυσά ενώτια από την Πολιόχνη της Λήμνου από την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού

  Τα μεγάλα χρυσά ενώτια με κρίκο στερέωσης της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού συμπλήρωναν την ενδυμασία κάποιας ξεχωριστής γυναικείας μορφής με τρυπημένα αυτιά στην προϊστορική πόλη της Πολιόχνης της Λήμνου, γνωστής ως η «αρχαιότερη πόλη της Ευρώπης». Ανήκουν στον τύπο των καλαθόσχημων ενωτίων. Από το ταινιωτό στέλεχος, το «καλάθι», έχουν αναρτηθεί πέντε αλυσίδες, διακοσμημένες με φυλλόσχημα ελάσματα. Οι αλυσίδες καταλήγουν σε ισάριθμα ομοιόμορφα περίαπτα σε σχήμα ειδωλίου πιθανότατα γυναικείας μορφής. Με εξαιρετική ικανότητα, ο κοσμηματοποιός χρησιμοποιεί την τεχνική της κοκκίδωσης, αλλά και έκτυπη και συρματερή διακόσμηση στην μορφοποίηση των έξοχων αυτών δειγμάτων χρυσοχοΐας. 

  Τα ενώτια βρέθηκαν στις ανασκαφές της Ιταλικής Σχολής το 1956 κρυμμένα στο δάπεδο ενός δωματίου, μαζί με άλλα 324 χρυσά κοσμήματα. Αποτελούν  τον «Θησαυρό χρυσών» της Πολιόχνης. Ο κάτοχος τους δεν πρόλαβε να τα ξαναπάρει και η πόλη του, η Πολιόχνη της «κίτρινης» περιόδου καταστράφηκε από σεισμό, περί το 2200 π.Χ. Σύμφωνα με πρόσφατο ερευνητικό πρόγραμμα του Πανεπιστημίου του Tübingen (Γερμανία), της Αυστριακής Ακαδημίας Επιστημών και του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, ο χρυσός τριών σύγχρονων μεταξύ τους συνόλων, δηλαδή ο Θησαυρός της Πολιόχνης, ο Θησαυρός της Τροίας και χρυσά αντικείμενα από τους βασιλικούς τάφους της Ur στην Μεσοποταμία, προέρχεται από την ίδια πηγή, πιθανόν την Γεωργία.  Πέρα από την πρώτη ύλη, μεγάλη γεωγραφική ευρύτητα εμφανίζει και η διάδοση των καλαθόσχημων ενωτίων, από την Πολιόχνη και την Τροία μέχρι την σημερινή κεντρική Τουρκία.   

Χρυσά ενώτια από την Πολιόχνη της Λήμνου από την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού

  Τα ενώτια εμπερικλείουν τον συμβολισμό της αναγέννησης της φύσης (αλυσίδες ως φυλλοφόροι κλάδοι) ενώ τα περίαπτα-ειδώλια ενεργοποιούν δυνάμεις προστασίας ως φυλακτά. Ως αντικείμενα πλούτου αντιπροσωπεύουν την ευμάρεια της Πολιόχνης, μιας πόλης με 1.500 κατοίκους, οχύρωση, υποδειγματική πολεοδομική οργάνωση, δύο πλατείες, κοινωφελή έργα (κοινόχρηστα πηγάδια, κοινοτική αποθήκη) αλλά όχι κεντρική «βασιλική» εξουσία. Ο πλούτος προερχόταν από το θαλάσσιο εμπόριο και ένα εκτεταμένο δίκτυο εμπορικών επαφών, το οποίο ανέπτυξε ο βραχύβιος πολιτισμός του ΒΑ Αιγαίου, σπουδαία κέντρα του οποίου ήταν η Πολιόχνη και η Τροία.  

Κάτια Μαντέλη, Δρ. Αρχαιολόγος, Προϊσταμένη του Τμήματος Συλλογών Προϊστορικών, Αιγυπτιακών, Κυπριακών και Ανατολικών Αρχαιοτήτων  

Χρυσό περιδέραιο σε σχήμα δίδυμων αετών           

Μυκηναϊκό περιδέραιο με χάντρες που έχουν το σχήμα αετού (16ος αιώνας π.Χ.)

   Το Περιδέραιο των Αετών είναι ένα κόσμημα μοναδικό. Αποτελείται από δέκα όμοιες χάντρες που αναρτώνται από σωληνωτό εξάρτημα. Κάθε μία από τις χάντρες αυτές είναι φτιαγμένη από δύο ενωμένα περίτμητα ελάσματα χρυσού, που διακοσμούνται στη μία όψη με δύο αετούς. Τα πτηνά ενώνονται στο στήθος, στέκουν με φτερά κλειστά και αναστρέφουν το κεφάλι, με τρόπο που θυμίζει το μεταγενέστερο βυζαντινό έμβλημα του δικέφαλου αετού. Το περιδέραιο ανήκε στον νεαρό άνδρα, ο οποίος φορούσε τη χρυσή νεκρική προσωπίδα που είναι γνωστή ως «Μάσκα του Αγαμέμνονα». Ο άνδρας αυτός, που χάθηκε στην ακμή της νεότητάς του, υπήρξε ρωμαλέος πολεμιστής και κορυφαίος ηγεμόνας του βασιλικού οίκου των Μυκηνών. Αυτό μαρτυρεί αναμφίβολα το πλήθος και η αξία όλων των κτερισμάτων που συνόδευσαν την ταφή του. 

  Ο αετός θεωρείται ο βασιλιάς των πτηνών και συνιστά αρχαιότατο και διαχρονικό σύμβολο ισχύος της βασιλικής εξουσίας. Οι είκοσι χρυσοί αετοί του περιδεραίου συνθέτουν ένα κόσμημα εμβληματικό: Απλώνονται κυκλικά γύρω από τον λαιμό του ηγεμόνα που τους φορούσε, υποτάσσονται σε αυτόν και τον προστατεύουν. Ο χρυσός που λάμπει και δεν φθείρεται όσα χρόνια κι αν περάσουν, είναι το ιδανικό υλικό για το κόσμημα αυτό: Συμβολίζει όχι μόνον τον πλούτο και τη λάμψη  αλλά και τη διάρκεια και την αντοχή. 

  Στη Μυκηναϊκή περίοδο κοσμήματα, όπως τα περίτεχνα περιδέραια, οι σφραγιστικές χάντρες, τα χρυσά δακτυλίδια, τα διαδήματα ή οι ζώνες, δεν συνδέονται μόνον με τις γυναίκες αλλά είναι βέβαιο ότι κοσμούσαν και τους σημαίνοντες άνδρες της εποχής. Είναι χαρακτηριστικό, ότι στον ασύλητο τάφο του περίφημου «Γρύπα-Πολεμιστή» ο νεκρός πολεμιστής έφερε, μεταξύ άλλων,  ένα μοναδικό περίτεχνο περιδέραιο, τέσσερα χρυσά δακτυλίδια και περισσότερους από 50 σφραγιδόλιθους.* 

 *Πολλά από τα κοσμήματα αυτά μπορεί να θαυμάσει ο επισκέπτης από κοντά στην τρέχουσα περιοδική έκθεση του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου «Η Πύλος του Νέστορα. Ένα Μυκηναϊκό Βασίλειο Αποκαλύπτεται» 

Βασιλική Πλιάτσικα,  Δρ Αρχαιολογίας, Επιμελήτρια του Τμήματος Διαχείρισης Επιστημονικών Αρχείων, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο

Τα βαρύτιμα ενώτια μιας σημαντικής γυναίκας

Χρυσά ενώτια από τον Ταφικό Κύκλο Α των Μυκηνών (16ος π.Χ. αιώνας)

  Ένα βαρύτιμο ζευγάρι χρυσά ενώτια (σκουλαρίκια) ήταν ανάμεσα στα εκατοντάδες χρυσά κτερίσματα που βρέθηκαν στην ταφή μιας σημαντικής γυναίκας που ενταφιάστηκε στον Τάφο ΙΙΙ του Ταφικού Κύκλου Α των Μυκηνών κατά τον 16ο αιώνα π.Χ. Τα ενώτια είναι κατασκευασμένα από στιβαρά ελάσματα χρυσού σε σχήμα διπλού πλατιού κρίκου και κρέμονταν στα αυτιά από απλά μικρά χρυσά κρικάκια. Οι πλατιοί διπλοί κρίκοι έχουν ακτινωτό περίγραμμα που καταλήγει σε κρόσσια, και η διακόσμησή τους δίνει την εντύπωση λεπτοδουλεμένης δαντέλας, με ένα μοτίβο δικτυωτού με κεντρική οπή σε σχήμα ρόμβου.

  Η γυναίκα στην οποία δόθηκαν ως ταφικό δώρο ήταν η σημαντικότερη νεκρή του τάφου ενώ πάνω στο στήθος της είχε ταφεί ένα νεογνό εξ ολοκλήρου καλυμμένο από χρυσά ελάσματα. Τα πλούσια κτερίσματα της γυναίκας, γεμάτα συμβολισμούς, αντιπροσωπεύουν όλον τον φυσικό κόσμο (έντομα, πτηνά, ζώα, πλάσματα της θάλασσας) και τον θρησκευτικό υλικό πολιτισμό (ομοιώματα ιερών, μορφές θεοτήτων, ομοιώματα ζυγών) και διαλαλούν την υψηλή της θέση στην κοινωνία της εποχής και το πιθανό ιερατικό της αξίωμα.

 Τα ενώτια στον μυκηναϊκό πολιτισμό βρίσκονται σε τάφους γυναικών και φαίνεται πως είναι κόσμημα αποκλειστικά γυναικείο. Στον Τάφο ΙΙΙ βρέθηκαν άλλα τρία περίτεχνα ζευγάρια χρυσών ενωτίων με διακόσμηση σπείρας. Ακόμη και το νεογνό, που ενταφιάστηκε πάνω στο σώμα της «ιέρειας» φορούσε ενώτια σε σχήμα απλού κρίκου από χρυσό σύρμα, ένα κόσμημα που της βοηθά να αναγνωρίσουμε το βρέφος ως κορίτσι. 

 Ο τύπος ενωτίων με το δαντελωτό σώμα και το ακτινωτό κροσσωτό περίγραμμα εμφανίζεται στις διάσημες τοιχογραφίες του Ακρωτηρίου Θήρας, που χρονολογούνται στην ίδια περίοδο, και συγκεκριμένα σε αυτές της τελετουργικής συλλογής του κρόκου. Εκεί, τόσο οι νεαρές κροκοσυλλέκτριες, όσο και η μεγάλη θεά, η Πότνια Θηρών, στην οποία προσφέρονται τα φρεσκοκομμένα άνθη φορούν  τα ίδια εντυπωσιακά χρυσά ενώτια, ένα τεκμήριο της στενής επικοινωνίας της ηπειρωτικής Ελλάδας με το υπόλοιπο Αιγαίο, ήδη κατά την πρώιμη Μυκηναϊκή εποχή. 

Κατερίνα Κωστάντη, Αρχαιολόγος στο Τμήμα Συλλογών Προϊστορικών, Αιγυπτιακών, Κυπριακών και Ανατολικών Αρχαιοτήτων  

Ένα μυκηναϊκό χρυσό δακτυλίδι κύρους 

Χρυσό σφραγιστικό δακτυλίδι με λατρευτική σκηνή από τις Μυκήνες (15ος – 14ος αιώνας π.Χ.)

  Οι σφραγίδες και τα σφραγιστικά δαχτυλίδια αποτελούν αναμφίβολα το επιστέγασμα της κρητο-μυκηναϊκής μικροτεχνίας. Είναι εξαιρετικά ατυχές το γεγονός, ότι η μικρή τους κλίμακα δεν μας επιτρέπει να εκτιμήσουμε με γυμνό μάτι τις μικροσκοπικές απεικονίσεις, όπως τα χαρακτηριστικά ενός προσώπου ή την όλο χάρη κίνηση ενός χεριού, λεπτομέρειες που μαρτυρούν την υψηλή δεξιοτεχνία του αρχαίου καλλιτέχνη. 

  Τα σφραγιστικά δαχτυλίδια φορέθηκαν από άνδρες και γυναίκες και διακοσμήθηκαν κυρίως με θρησκευτικές σκηνές, επιβεβαιώνοντας τη στενή σχέση που υπήρχε από τότε ανάμεσα στο ιερατείο και την κοσμική εξουσία. Αποτελούσαν κατά βάση κόσμημα κύρους ενώ από μία περίοδο και ύστερα, φαίνεται ότι χρησιμοποιήθηκαν και ως οικόσημο-σφραγίδα του κατόχου. Η μικρή διάμετρος του κρίκου σε αρκετά από αυτά υποδεικνύει ότι δεν φορέθηκαν στα δάχτυλα αλλά πιθανόν κρεμόντουσαν στον λαιμό ή στον καρπό του χεριού. 

  Το χρυσό σφραγιστικό δακτυλίδι, που απεικονίζεται εδώ βρέθηκε στις Μυκήνες όπου συνόδευε στην τελευταία του κατοικία ένα μέλος της ηγεμονικής τάξης. Στη σφενδόνη του φιλοτεχνήθηκε μία από τις πιο ζωντανές λατρευτικές σκηνές που σώζονται από εκείνη την περίοδο (15ος – 14ος αιώνας π.Χ.). Η κεντρική μορφή, που έχει ταυτιστεί με θεότητα φαίνεται να επιδίδεται σε κάποιον τελετουργικό χορό, κρίνοντας από τις έντονες κινήσεις της. Αριστερά της απεικονίζεται άνδρας – ιερέας ή λατρευτής-, τη στιγμή που σείει ένα δέντρο, πιθανόν σε κατάσταση έκστασης. Στο άλλο άκρο της παράστασης, μία γυναίκα είναι σκυμμένη πάνω από βωμό, με το κεφάλι ακουμπισμένο ανάμεσα στα χέρια της σαν να προσεύχεται. 

  Η σκηνή έχει συσχετιστεί με την λατρεία του «ιερού δέντρου», χώρου κατοικίας των θεών, ένα θέμα που ήρθε στο Αιγαίο από την Μεσοποταμία. Ενώ εκεί όμως, η κυρίαρχη μορφή ήταν ανδρική – ο θεός ή ο μονάρχης-, στη Μινωική και Μυκηναϊκή τέχνη, τέτοιου είδους απεικονίσεις συνδέθηκαν με τη Θεά της Φύσης. 

Ελένη Κωνσταντινίδη-Συβρίδη, Δρ. Αρχαιολογίας, Επιμελήτρια στο Τμήμα Συλλογών Προϊστορικών, Αιγυπτιακών, Κυπριακών και Ανατολικών Αρχαιοτήτων 

Το Μάτι του Ώρου

Δακτυλίδι από μπλε φαγεντιανή, διακοσμημένο με το Μάτι του Ώρου, Αίγυπτος, Νέο Βασίλειο (1550–1070 π.Χ.)

  Στην αρχαία Αίγυπτο, τα δαχτυλίδια αποτελούσαν μέρος της καθημερινής ζωής ήδη από το 5.500 π.Χ. και φοριούνταν από ανθρώπους όλων των κοινωνικών τάξεων. Οι εύποροι προτιμούσαν δαχτυλίδια από χρυσό ή ασήμι, με πολύτιμους και ημιπολύτιμους λίθους ενώ διαδεδομένα ήταν και τα δαχτυλίδια από φαγεντιανή και χαλκό, γεγονός που τα καθιστούσε προσιτά σε περισσότερα κοινωνικά στρώματα. Πολλά έφεραν συμβολικά μοτίβα, όπως θεότητες ή σκαραβαίους, τα οποία θεωρούνταν σύμβολα προστασίας και καλοτυχίας. 

  Ένα μικρό δαχτυλίδι από μπλε φαγεντιανή, διακοσμημένο με το Μάτι του Ώρου (oudjat) ξεχωρίζει στην Αιγυπτιακή Συλλογή του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου. Το αντικείμενο προέρχεται από την Αίγυπτο και χρονολογείται στο Νέο Βασίλειο (1550–1070 π.Χ.). Το Μάτι του Ώρου ήταν ένα από τα σημαντικότερα σύμβολα προστασίας για τους αρχαίους Αιγυπτίους.

  Παρά τη σχηματοποιημένη του απόδοση, το σύμβολο παραμένει εύκολα αναγνωρίσιμο χάρη στο αμυγδαλωτό περίγραμμα του οφθαλμού, την επιμήκη εξωτερική γραμμή και την καμπύλη κάτω από το μάτι. Τα στοιχεία αυτά παραπέμπουν στο γεράκι και ενισχύουν τον προστατευτικό συμβολισμό του. Η ένθεση από λευκή φαγεντιανή αναδεικνύει τη λεπτομέρεια της παράστασης. Το oudjat συνδυάζει χαρακτηριστικά ανθρώπινου και γερακίσιου ματιού, καθώς ο θεός Ώρος απεικονιζόταν ως γεράκι ή ως ανθρωπόμορφη θεότητα με κεφαλή γερακιού. 

  Σύμφωνα με την αιγυπτιακή μυθολογία, κατά τη σύγκρουση του θεού Ώρου με τον θεό Σεθ για τον θρόνο της Αιγύπτου, ο Ώρος έχασε το μάτι του. Ο Θωθ, θεός της σοφίας και της γραφής, το αποκατέστησε, επαναφέροντάς το στην αρχική του μορφή. Από τότε ονομάστηκε oudjat, δηλαδή «άθικτο» και συνδέθηκε με έννοιες όπως η ίαση, η αναγέννηση, η προστασία και η αποκατάσταση της κοσμικής τάξης.

  Τα δαχτυλίδια από φαγεντιανή κατασκευάζονταν με καλούπια: Το επιστόμιο και ο δακτύλιος φτιάχνονταν χωριστά, ενώνονταν με πολτό και στη συνέχεια επικαλύπτονταν με υάλωμα. Το τελικό ψήσιμο προσέδιδε στη φαγεντιανή τη χαρακτηριστική της στιλπνότητα και ανθεκτικότητα. Αρχαιολογικά ευρήματα από θέσεις, όπως η Τελ ελ-Αμάρνα, τη βασιλική πόλη του Ακενατόν (14ος αι. π.Χ.) δείχνουν ότι αυτού του είδους τα κοσμήματα παράγονταν μαζικά και ήταν ευρέως διαδεδομένα κατά το Νέο Βασίλειο.

  Το δαχτυλίδι που εκτίθεται στην Αιγυπτιακή Συλλογή του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου αναδεικνύει τόσο την υψηλή αισθητική και τεχνική αρτιότητα της αιγυπτιακής τέχνης, όσο και τις θρησκευτικές αντιλήψεις ενός από τους σημαντικότερους πολιτισμούς της αρχαιότητας.

Αργυρώ Γρηγοράκη (MPhil), Επιμελήτρια στο Τμήμα Συλλογών Προϊστορικών, Αιγυπτιακών, Κυπριακών και Ανατολικών Αρχαιοτήτων

Ένα χρυσό λουλούδι  από τον Βόλο 

Χρυσό κόσμημα σε σχήμα κρίνου από θολωτό τάφο στην Νέα Ιωνία Βόλου (1450-1400 π.Χ.)

  Το χρυσό ομοίωμα κρίνου, ύψους  8,6 εκατοστών εντοπίστηκε  από τον Κωνσταντίνο Κουρουνιώτη το 1905 κατά την ανασκαφή του θολωτού τάφου Καπακλή, στη σημερινή συνοικία των Αγίων Αναργύρων στη Νέα Ιωνία Βόλου. Η ομορφιά του  κρίνου, του ενδημικού αυτού αγριολούλουδου της ελληνικής υπαίθρου αποτέλεσε διαχρονική πηγή έμπνευσης στην τέχνη. Το ομηρικό επίθετο λειριόεις,-εσσα,  που προέρχεται από το αρχαίο όνομα του φυτού, λείριον, παραπέμπει στη λευκή επιδερμίδα και τη λεπτή φωνή.

 Η λευκότητά του άνθους δεν αποκλείεται να συνέβαλε και στην επιλογή του ως θρησκευτικού σύμβολου όχι μόνο στην προϊστορική Ελλάδα αλλά και στον χριστιανισμό. Γνωστά από τη μυθολογία τα κρίνα απεικονίζονται στη μινωική και μυκηναϊκή εικονογραφία σε τοιχογραφίες και αγγεία, σφραγιδόλιθους και χρυσά σφραγιστικά δακτυλίδια ενώ υπάρχει και πλήθος από χρυσές και γυάλινες χάνδρες σχήματος κρίνου. 

  Στον ίδιο τάφο αλλά και σε ορισμένους άλλους, έχουν βρεθεί και λίγα, παρόμοια αλλά πολύ μικρότερα ομοιώματα χρυσών λουλουδιών. Το συγκεκριμένο όμως, τρισδιάστατο και ευμέγεθες χρυσό κρίνο είναι μοναδικό. Πρόκειται για ένα περίτεχνο και αριστοκρατικό κόσμημα κατασκευασμένο από έναν έμπειρο τεχνίτη, που αποδίδει ρεαλιστικά την κίνηση και την κομψότητα του άνθους. Όπως και το φυσικό πρότυπο αποτελείται από έξι πέταλα (ένα εκ των οποίων δεν σώζεται) και είναι στραμμένο με μία ελαφριά κλίση προς το έδαφος.

 Τα πέταλα, που είναι κατασκευασμένα από λεπτότατο έλασμα χρυσού είναι μακρόστενα και καταλήγουν σε μυτερή άκρη που λυγίζει ελαφρά προς τα μέσα. Ανάγλυφα έχουν αποδοθεί η κεντρική νεύρωση και οι παράλληλες γραμμώσεις που έχουν τα φυσικά πέταλα. Στη βάση τους, στο σημείο του κάλυκα, τα πέταλα έχουν μικροσκοπικές οπές από όπου περνά ένα λεπτό, στριφτό σύρμα που τα συγκρατεί μεταξύ τους.  Ένα ίδιο σύρμα συνδέει τα πέταλα, μέσω μιας μικρής οπής πάνω στο στέλεχος που αποδίδει τον μίσχο, ο οποίος έχει τη μορφή ενός καμπύλου χωνιού φτιαγμένου επίσης από λεπτό έλασμα χρυσού. Για καλύτερη στερέωση, τα πέταλα εισχωρούν λίγο στην κορυφή του χωνοειδή μίσχου, η βάση του οποίου είναι ελαφρώς κατεστραμμένη. 

  Η χρήση του κοσμήματος δεν είναι βέβαιη.  Η μορφή και το μέγεθός του αλλά και η αδυναμία αυτόνομης στήριξής του οδηγούν στο συμπέρασμα, ότι θα προσαρμοζόταν σε ένα μεγαλύτερο κόσμημα. Θα μπορούσε να είναι κεφαλή περόνης ή εξάρτημα ενός διαδήματος ή στέμματος καθώς κρίνα ως απολήξεις κοσμημάτων κεφαλής υπάρχουν και στην εικονογραφία.

  Ο μνημειακός θολωτός τάφος περιείχε πολλές ταφές και δεν είναι σαφές αν το όμορφο κρίνο ανήκε σε άνδρα ή γυναίκα. Ο συνολικός πλούτος και η ποιότητα των κτερισμάτων πάντως, είναι ενδεικτικά του κύρους και της δύναμης των ιδιοκτητών του. Η κατεργασία των λεπτότατων ελασμάτων των χρυσών κοσμημάτων, μεταξύ των οποίων και του κρίνου μας,  δεν αποκλείεται να έγινε επιτόπου, όπως μαρτυρούν τα άμορφα, μικρότατα υπολείμματα χρυσού που εντοπίστηκαν κατά την ανασκαφή. 

Κατερίνα Βουτσά, Δρ Αρχαιολογίας, Προϊσταμένη του Τμήματος Εκθέσεων 

Πόρπη με εγχάρακτες παραστάσεις

Χάλκινη πόρπη από το Ιδαίο Άντρο της Κρήτης με εγχάρακτες παραστάσεις (8ος -αρχές 7ου αιώνα π.Χ)

  Οι πόρπες κατά την αρχαιότητα ήταν δημοφιλή χρηστικά κοσμήματα. Κατασκευάζονταν σε ποικιλία τύπων και από διάφορα υλικά, όπως χρυσό, άργυρο, χαλκό, σίδηρο, ελεφαντόδοντο. Χρησιμοποιούνταν για τη στερέωση των ενδυμάτων και των καλυμμάτων κεφαλής, θυμίζοντάς μας τις σημερινές παραμάνες.  Μία εντυπωσιακή χάλκινη πόρπη  που σώζεται σε μήκος 21 εκατοστών  βρέθηκε στο Ιδαίο Άντρο της Κρήτης, στο σπήλαιο του Ψηλορείτη (αρχαία Ίδη) όπου, κατά τη μυθολογία, γεννήθηκε και ανατράφηκε ο Δίας. Το σπήλαιο αναδείχτηκε σε σημαντικό λατρευτικό κέντρο.  

  Το τόξο της πόρπης κοσμείται με ανάγλυφες λεπτές γραμμές και στα άκρα του φέρει σφαιρίδια και πλαστικούς δακτυλίους. Εγχάρακτες μικρογραφικές παραστάσεις κοσμούν τις δύο πλευρές του σχεδόν τετράγωνου πλακιδίου υποδοχής της βελόνας, η οποία λείπει. Στη μία όψη απεικονίζονται δύο τοξότες σε κατά μέτωπο επίθεση, οι οποίοι, αν και τραυματισμένοι στα πόδια, συνεχίζουν να εκτοξεύουν βέλη. Μοιάζουν να πετούν πάνω από ένα πολεμικό πλοίο που πλέει στη θάλασσα, την οποία υποδηλώνουν τρία ψάρια. Στην άλλη όψη ο Ηρακλής επιτίθεται με σπαθί στους δορυφόρους σιαμαίους αδερφούς Μολίονες – Ακτορίονες, που αποδίδονται με κοινό κορμό, χωριστά κεφάλια και άκρα.

Το σχέδιο της εγχάρακτης σκηνής της πόρπης, που αποδίδει τον Ηρακλή να επιτίθεται με σπαθί στους αδερφούς Μολίονες – Ακτορίονες

   Κατά τη μυθολογία η Μολιόνη, αδελφή του βασιλιά της Ήλιδας, Αυγεία  και σύζυγος του Άκτορα παρασύρθηκε από τον Ποσειδώνα μεταμφιεσμένο σε πουλί  και γέννησε ένα ασημένιο αυγό, από το οποίο βγήκαν δύο παιδιά με ένα σώμα, ο Εύρυτος και ο Κτεάτης, γνωστοί ως Μολίονες – Ακτορίονες.  Ο σημαντικότερος μύθος σχετικά με αυτούς είναι η διαμάχη τους με τον Ηρακλή. Ο ήρωας εκστράτευσε εναντίον του Αυγεία, επειδή δεν του έδινε την αμοιβή που του είχε υποσχεθεί για τον καθαρισμό των στάβλων του. Ο Αυγείας κάλεσε τους ανιψιούς του για να τον βοηθήσουν και οι δίδυμοι αφάνισαν το στρατό του Ηρακλή. Ο ήρωας όμως, πήρε εκδίκηση αργότερα σκοτώνοντάς τους με ενέδρα κοντά στις Κλεωνές της Κορινθίας, όταν στάλθηκαν από τους Ηλείους στους αγώνες των Ισθμίων ως αντιπρόσωποι της πόλης τους.

  Η πόρπη από το Ιδαίο Άντρο χρονολογείται την Ύστερη Γεωμετρική – Πρώιμη Αρχαϊκή περίοδο και αποδίδεται σε βοιωτικό εργαστήριο. Κατά τη Γεωμετρική περίοδο, κυρίως τον 8ο αιώνα έως τις αρχές του 7ου αιώνα π.Χ. στη Βοιωτία, όπως και σε άλλες θέσεις της ηπειρωτικής Ελλάδας παράγονταν χάλκινες πόρπες με μεγάλο πλακίδιο πόρπωσης, το οποίο κοσμούνταν με εγχάρακτα γεωμετρικά μοτίβα ή παραστάσεις συχνά εικονιστικές με θέματα εμπνευσμένα από τον φυσικό κόσμο, τη μυθολογία και τη ζωή των  ανδρών. Έχουν βρεθεί κυρίως σε τάφους ως κτερίσματα και σε τόπους λατρείας ως αφιερώματα στους θεούς.

Αλεξάνδρα  Χατζηπαναγιώτου, Αρχαιολόγος με ειδίκευση στην Κλασική Αρχαιολογία (ΜΑ), Τμήμα Συλλογών Αγγείων, Έργων Μεταλλοτεχνίας και Μικροτεχνίας

Η αρπαγή της Θέτιδας από τον Πηλέα σε ενώτια

Εξαιρετικής τέχνης χρυσά ενώτια με μυθική παράσταση (5ος αιώνας π.Χ.)

  Αυτό το ζευγάρι χρυσών ενωτίων του 5ου αιώνα  π.Χ. βρέθηκε μέσα σε τάφο γυναικός στην Ερέτρια και θεωρείται προσωπικό απόκτημα της νεκρής, που τη συνόδευε στην μετά θάνατον ζωή. Με ύψος 4,8 εκατοστά  εντυπωσιάζουν τόσο με την πολύπλοκη τεχνική κατασκευής (χυτός και έκτυπος χρυσός με εγχάρακτο, συρματερό και κοκκιδωτό διάκοσμο) όσο και με τον περίτεχνο διάκοσμό τους. Απαρτίζονται από τρία, ξεχωριστά μέρη, που συγκρατούνται με ελάσματα στην πίσω πλευρά. Στο πάνω μέρος,  ένα έκτυπο σύμπλεγμα από ρόδακες και αιχμηρά φύλλα με το άγκιστρο ανάρτησης. Στο μέσον, ένα χυτό σύμπλεγμα δύο ανθρώπινων μορφών και στο κάτω μέρος, μια στρογγυλή πλάκα με στριφτά και κοκκιδωτά σύρματα που περικλείουν ανθέμιο και ζεύγος σπειροειδών ελίκων. Από την πλάκα αυτή κρέμονται μικρές αλυσίδες με έκτυπες αχιβάδες. 

 Στο μεσαίο εικονιστικό σύμπλεγμα παριστάνεται μια γυναίκα κατενώπιον φορώντας πέπλο, να τρέχει σε αντίθετη, σε κάθε σκουλαρίκι κατεύθυνση για να ελευθερωθεί από το αγκάλιασμα  ενός γυμνού άνδρα, γονατισμένου στο πλάι της. 

  Το όρθιο λιοντάρι στα πόδια της γυναίκας και τα κουλουριασμένα συρμάτινα φίδια, που δαγκώνουν τον άνδρα συνηγορούν στην ταύτιση της παράστασης με την αρπαγή της Θέτιδας, της νύμφης της θάλασσας, από τον Πηλέα, βασιλιά της Φθίας (Θεσσαλία).  

  Σύμφωνα με τον μύθο, ο ερωτευμένος βασιλιάς την παραφύλαξε και την άρπαξε μια νύχτα με πανσέληνο στην «Σηπιάδα άκραν» του Πήλιου. Η Θέτιδα πασχίζοντας να αποφύγει το ερωτικό κυνήγι του Πηλέα μεταμορφώνεται διαδοχικά σε φωτιά, λιοντάρι, φίδι και νερό. Ωστόσο, ο Πηλέας, ακολουθώντας τη συμβουλή του Κενταύρου Χείρωνα επέμεινε να κρατά τη Θέτιδα παρά τις συνεχείς μεταμορφώσεις της. Τελικά εκείνη εγκατέλειψε την αντίστασή της, τον παντρεύτηκε και από την ένωσή τους γεννήθηκε ο Αχιλλέας, ο σπουδαιότερος ήρωας του Τρωικού Πολέμου.

Δρ. Άννα Αλεξανδροπούλου, Αρχαιολόγος Συλλογής Αγγείων, Χαλκών και Μικροτεχνίας

Χρυσό στεφάνι κισσού από το Καστελόριζο

Ο μύθος της αρπαγής της Περσεφόνης αποδίδεται εγχάρακτα σε μία διαδηματική ταινία από την Ερέτρια (250-200 π.Χ.)

  Το στεφάνι κισσού από το Καστελόριζο αποτελεί ένα από τα πιο εντυπωσιακά χρυσά στεφάνια που προέρχονται από την ευρύτερη περιοχή της Μικράς Ασίας και του ανατολικού Αιγαίου. Το ολόχρυσο στεφάνι, που χρονολογείται στα τέλη 4ου του – αρχές 3ου αιώνα π.Χ. βρέθηκε το 1913 μέσα σε λίθινη θήκη (σαρκοφάγο) στο οροπέδιο του Αγίου Γεωργίου από κατοίκους της περιοχής και παραδόθηκε στον αρχαιολόγο Νικόλαο Κυπαρίσση για να μεταφερθεί στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, όπου εκτίθεται μέχρι σήμερα.

Αποτελείται από δύο ελλειψοειδή σωληνωτά στελέχη κατασκευασμένα από έλασμα, τα οποία συνδέονται στην κορυφή του στεφανιού με λεπτό σύρμα. Στα δύο ελεύθερα άκρα του, που αντιστοιχούν στο πίσω μέρος του κεφαλιού  διαμορφώνονται θηλιές, στις οποίες θα ήταν δεμένη ταινία ή κορδόνι για τη στερέωση του στεφανιού στο κεφάλι. Από το στέλεχός του εξαρτώνται τριάντα δύο φύλλα κισσού, οι μίσχοι των οποίων είναι προσαρτημένοι ανά τρεις ή ανά δύο σε κυλινδρικό έλασμα που στερεώνεται στο στέλεχος. Η κεντρική νεύρωση των φύλλων, καθώς και όλες οι δευτερεύουσες νευρώσεις που ξεκινούν από αυτή, αποδίδονται με λεπτές, αβαθείς εγχαράξεις. Στην κορυφή του στεφανιού είναι προσαρτημένο ένα μικρότερο κισσόφυλλο, πλαισιωμένο από τρεις θυσάνους μίσχων με ημισφαιρικά ελάσματα, τα οποία αποδίδουν τους καρπούς του κισσού. 

  Τα χρυσά στεφάνια κισσού, του ιερού φυτού του Διονύσου είναι γενικά σπάνια, αν και στην περιοχή της Ρόδου έχουν βρεθεί αρκετά παραδείγματα. Η εναπόθεσή τους στους τάφους έχει συνδεθεί με τη χθόνια διάσταση της διονυσιακής λατρείας που φαίνεται, ότι ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη στη ροδιακή επικράτεια. Σε άλλες περιοχές, όπως στη Μακεδονία, από την οποία προέρχονται τα περισσότερα γνωστά παραδείγματα χρυσών στεφανιών, πιο συνηθισμένα ήταν τα στεφάνια ελιάς, μυρτιάς και δρυός. Η επιλογή του συγκεκριμένου είδους φυτού ίσως σχετιζόταν με τον θεό – προστάτη του νεκρού, της οικογένειάς του ή της κοινότητας στην οποία ανήκε. 

 Δεν είναι πάντα εύκολο να διακρίνουμε αν τα στεφάνια, που συνόδευαν τον νεκρό είναι στεφάνια νίκης και γιορτών ή καθαρά νεκρικά. Τα περισσότερα ωστόσο, πρέπει να είχαν κατασκευαστεί με αποκλειστικό προορισμό τον τάφο. Οι ταφικοί στέφανοι θεωρούνταν γενικά ως στέφανοι νίκης: σύμφωνα με ένα σχόλιο στον Αριστοφάνη (Λυσιστράτη 601), αποτελούσαν νικητήρια σύμβολα στις μάχες της ζωής που μόλις τελείωσε (μελιττοῦτα ἐδίδοτο τοῖς νεκροῖς, ὡς εἰς τὸν Κέρβερον, καὶ ὀβολὸς μισθὸς τῷ πορθμεῖ, καὶ στέφανος ὡς τὸν βίον διηγωνισμένοις). Ο νεκρός επομένως εξομοιώνεται με αθλητή (Πλούταρχος, Ἠθικά, 18, 851Α) (ἀγωνίζεται γὰρ ὥσπερ ἀθλητὴς τὸν βίον) ενώ το στεφάνι από απλό σύμβολο νίκης στους αγώνες έγινε το απόλυτο νικητήριο σύμβολο λειτουργώντας κατ’ επέκταση ως μία αλληγορία της νίκης πάνω στον θάνατο.

  Δρ. Μαρία Τόλια-Χριστάκου, Αρχαιολόγος, Τμήμα Συλλογών Αγγείων και Έργων Μεταλλοτεχνίας και Μικροτεχνίας

Η αρπαγή της Περσεφόνης από τον Πλούτωνα σε μια χρυσή ταινία 

Χρυσό στεφάνι με φύλλα κισσού, ιερού φυτού του Διονύσου από σαρκοφάγο στο Κασελόριζο (τέλη 4ου του – αρχές 3ου αιώνα π.Χ.)

Η χρυσή διαδηματική ταινία διακοσμείται με έκτυπη, πολυπρόσωπη σκηνή από το μύθο της αρπαγής της Κόρης – Περσεφόνης από τον Πλούτωνα, θεό του Άδη. Η ταινία βρέθηκε, μαζί με άλλα κοσμήματα σε ταφική τεφροδόχο υδρία, τύπου Hadra στην Ερέτρια, κατά τις ανασκαφές που πραγματοποίησε ο αρχαιολόγος Κ. Κουρουνιώτης (1872-1945) στα τέλη του 19ου αιώνα. 

  Στο μέσο της ταινίας παριστάνονται αγκαλιασμένες και καθιστές στον ίδιο θρόνο η Δήμητρα και η Κόρη. Φορούν χιτώνα, στεφάνη στην κεφαλή και η μία κρατά ομφαλωτή φιάλη και σκήπτρο. Αριστερά παριστάνεται ο Δίας καθιστός σε θρόνο. Φορά ιμάτιο τυλιγμένο γύρω από τα πόδια του και περιβάλλεται από τα σύμβολά του: Ιπτάμενο αετό και κεραυνό πίσω από το θρόνο του, όπου διακρίνεται και θυμιατήρι. Στα δεξιά της Δήμητρας και Κόρης εικονίζονται πέντε μικρές γυναικείες μορφές, πιθανόν οι Ώρες ή οι Μοίρες, που φορούν χιτώνα και ιμάτιο, και εκτελούν χορευτικές κινήσεις. Στο δεξιό άκρο της ταινίας παριστάνεται η Αφροδίτη, καθιστή σε δίφρο (σκαμνί), καθώς και ο Έρωτας, όρθιος μπροστά της. Η θεά φορά χιτώνα και ιμάτιο, το οποίο γλιστρά στα πόδια της. Πίσω από την Αφροδίτη εικονίζεται μία γυναικεία μορφή. Μία φτερωτή Νίκη πετά από τα αριστερά προς τη θεά. 

  Σε κάθε ένα από τα δύο άκρα της παράστασης παριστάνεται μία από δύο παρόμοιες συνωρίδες (άρμα που έλκουν δύο ζώα) τράγων, με ηνιόχους γυναικείες, χιτωνοφόρες θεότητες. Ο Ερμής, που φορά πέτασο και χλαμύδα και κρατά το κηρύκειό του, συνοδεύει το κάθε άρμα. Κάθε μία από τις δύο ηνιόχους στεφανώνεται από τη φτερωτή Ίριδα, ως αγγελιοφόρο των θεών, ή τη Νίκη  ως σύμβολο της ευτυχούς και συμβολικής κατάληξης της περιπέτειας της Κόρης. Άστρα με τη μορφή ροδάκων διακοσμούν τα διάκενα αυτών των τμημάτων της παράστασης. 

Ταφικό αγγείο που περιείχε τη χρυσή ταινία (250-200 π.Χ.)

  Η ταινία χρονολογείται στον 3ο αιώνα π.Χ. (250-200 π.Χ.) και αποτελεί ταφικό εύρημα με αλληγορικά συμφραζόμενα, καθώς ο απεικονιζόμενος μύθος της ανόδου της Κόρης – Περσεφόνης από τον Κάτω Κόσμο ενέχει το συμβολισμό της αναγέννησης και της νίκης της φύσης επί του θανάτου. Προέρχεται από ταφικό αγγείο, πιθανόν μίας άωρης νεκρής. Ο μύθος της αρπαγής της Κόρης από τον Πλούτωνα, της μετάβασής της στον Άδη, του θρήνου της Δήμητρας και της περιοδικής επανόδου της Κόρης στον κόσμο των ζωντανών παραδίδεται από πολλές αρχαίες πηγές (λ.χ. Ομηρικός Ύμνος Εἰς Δήμητραν, Ησίοδος, Θεογονία, 913-915) και ήταν δημοφιλής στον αρχαίο ελληνικό κόσμο. Η συμβολική αυτή αναγέννηση χαιρετίζεται από τις παριστάμενες στη σκηνή θεϊκές μορφές. 

  Οι χρυσές διαδηματικές ταινίες, συχνά διακοσμημένες με παραστάσεις ή μοτίβα απαντούν ως ταφικά ευρήματα σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας και της ανατολικής Μεσογείου.   

Δρ Μαρία Χιδίρογλου,  Αρχαιολόγος, Προϊσταμένη Τμήματος Διαχείρισης Επιστημονικών Αρχείων

Χρυσά κοσμήματα κεφαλής με προτομές Αρτέμιδος και Αφροδίτης

Κόσμημα κεφαλής από χρυσό με κεντρικό μετάλλιο που απεικονίζει τη θεά Αφροδίτη από τον «Θησαυρό του Καρπενησίου» (μεταξύ 3ου και 2ου αιώνα π.Χ.)

  Ζεύγος περίτεχνων κοσμημάτων, μέρος του λεγόμενου «Θησαυρού του Καρπενησίου»,  που το καθένα αποτελείται από έναν κεντρικό δίσκο (μετάλλιο) στον οποίο προσαρμόζεται το έμβλημα με την σχεδόν ολόγλυφη προτομή της θεάς. Τα μετάλλια περιβάλλονται από ομόκεντρες ζώνες, πλούσια διακοσμημένες με στεφάνια, κληματίδες, αλυσίδες ανθεμίων, ανθοπλόκαμους με ένθεση ημιπολύτιμων λίθων, υαλόμαζες και σμάλτο, ενώ από την περιφέρειά τους εξαρτάται δικτυωτό πλέγμα.

  Στο έμβλημα της Αρτέμιδος, η θεά προβάλλει κλίνοντας ελαφρά το κεφάλι της προς τα αριστερά. Φορεί λεπτό χιτώνα που καλύπτει στήθος της, ενώ τα μαλλιά της, που είναι δεμένα σε κρωβύλο (κότσο), κοσμούνται με διάδημα. Πίσω από τον δεξιό ώμο διακρίνεται η φαρέτρα της, την οποία ένας τελαμώνας συγκρατεί διαγώνια στο στήθος. Όπως με την Αρτέμιδα, η προτομή της Αφροδίτης παριστάνεται σχεδόν ολόγλυφη στο έμβλημά της.

 Η θεά φορεί λεπτοϋφασμένο χιτώνα, που αφήνει ακάλυπτο το δεξιό της στήθος. Στο κεφάλι φέρει καλύπτρα που αφήνει άσκεπο μεγάλο μέρος των μαλλιών, που είναι δεμένα σε ψηλό κρωβύλο και συγκρατούνται με διάδημα. Ο λαιμός της κοσμείται από περιδέραιο ενώ στο στήθος της είναι περασμένο διαγώνια ένα περίαμμα, είδος αρχαίου κοσμήματος ή φυλακτού, στολισμένο με λουλουδάκια. Στον αριστερό ώμο, κάτω από το ένδυμά της, διακρίνεται καρδιόσχημο ριπίδιο (βεντάλια) με εγχάρακτη φυτική διακόσμηση. Η Αφροδίτη κλίνει το κεφάλι της ελαφρά προς έναν Ερωτιδέα που πετά πάνω από τον δεξιό της ώμο και, στρεφόμενος προς τον θεατή, φαίνεται σαν κάτι να ψιθυρίζει στο αυτί της θεάς.

Χρυσό κόσμημα κεφαλής με την θεά Αρτέμιδα από τον «Θησαυρό του Καρπενησίου» (μεταξύ 3ου και 2ου αιώνα π.Χ.)

   Σύμφωνα με την επικρατέστερη άποψη, τα κοσμήματα αυτά είναι πολυτελείς κεφαλόδεσμοι για να στολίσουν τα μαλλιά κυριών που ανήκαν στην  ανώτερη τάξη. Δεν υπάρχει ομοφωνία και ως προς την απόδοσή τους σε συγκεκριμένο χρυσοχοϊκό εργαστήριο. Λόγω του πιθανολογούμενου τόπου εύρεσής τους στην Θεσσαλία, έχει υποτεθεί ότι κατασκευάστηκαν σε κάποιο εργαστήριο της Βορείου Ελλάδος. Ούτε σχετικά με την χρονολόγησή τους  υπάρχει ομοφωνία. Γενικά χρονολογούνται μεταξύ του 3ου και 2ου αιώνα  π.Χ., το πιθανότερο γύρω στο 200 π.Χ.

  Τα εμβλήματα των μεταλλίων έχουν συσχετιστεί με υψηλής ποιότητος αλεξανδρινές-πτολεμαϊκές μήτρες τορευτικών έργων, ιδιαιτέρως με γύψινα προπλάσματα (απομάγματα) από τις περιοχές του Galjub (την αρχαία Καλλιόπη) και του Mit Rahine (την αρχαία Μέμφιδα) της Αιγύπτου, τα οποία ήταν διαδεδομένα έως τα όρια του ελληνιστικού κόσμου, στο Αφγανιστάν.

Δρ. Γιώργος Καββαδίας, Αναπληρωτής του ελλείποντος Διευθυντού  Εκδόσεων και Ψηφιακών Εφαρμογών

Η αυγή της πολυτέλειας –Μια πολυποίκιλτη ζώνη                              

Χρυσή, περίτεχνη ζώνη, μοναδικό δείγμα της αρχαίας ελληνικής χρυσοτεχνίας από τον «Θησαυρό του Καρπενησίου» (2ος π.Χ. αιώνας)

  Η περίτεχνη αυτή ζώνη του 2ου αιώνα π.Χ. αποτελεί μέρος του περίφημου «Θησαυρού του Καρπενησίου». Είναι ένα αριστουργηματικό δείγμα αρχαίας ελληνικής χρυσοτεχνίας, όπου συνδυάζονται με δεξιοτεχνία η κοκκίδωση και η συρματερή τεχνική.  Με μήκος 45 εκατοστών συγκροτείται από δύο πανομοιότυπες, χρυσές πλάκες, κατάσπαρτες από ποικιλόμορφα λουλούδια και καρπούς που διαπλέκονται, δημιουργώντας εντύπωση πλούσιας βλάστησης, με μαργαρίτες να δεσπόζουν στο κέντρο.

Ο φυτικός διάκοσμος απλώνεται σαν ζωντανό υφαντό, στο οποίο εντάσσονται αρμονικά κάμπιες, μέλισσες, δελφίνια και πτηνά, συνθέτοντας μια εκλεπτυσμένη σύζευξη του ζωικού και του φυτικού βασιλείου. Την περιφέρειά της κοσμούν επαναλαμβανόμενα μοτίβα όπως ωά και λόγχες, τα οποία ενισχύουν τον επιμελημένο χαρακτήρα της όλης διακόσμησης. Τα άνθη και τα έντομα στερεώνονται στις πλάκες με τη χρήση λεπτού, πεπλατισμένου σύρματος, γεγονός που αναδεικνύει την υψηλή τεχνική δεξιότητα του δημιουργού. Ένθετοι γρανάτες και πολύχρωμη υαλόμαζα συμπληρώνουν το έργο και του προσδίδουν ζωντάνια και λάμψη.

  Η ζώνη αυτή αντανακλά το κοσμοπολίτικο πνεύμα της Ελληνιστικής εποχής, όπου η ώσμωση Ανατολής και Δύσης οδήγησε στην υιοθέτηση νέων τεχνικών και αισθητικών προτύπων. Η φυσιοκρατική απόδοση των φυτικών μοτίβων σταδιακά υποχωρεί ενώ τα παραδοσιακά μυθολογικά θέματα αντικαθίστανται από πτηνά και δελφίνια, που εμπλουτίζουν το ρεπερτόριο των τεχνιτών. Παράλληλα, η εισαγωγή πολύτιμων και ημιπολύτιμων λίθων από την Ανατολή ενισχύει την τάση για πολυχρωμία, σπάζοντας τη μονοτονία του χρυσού και προσδίδοντας ακόμη μεγαλύτερη αίσθηση πολυτέλειας.

  Δυστυχώς, οι αρχαιολογικές μαρτυρίες για το εύρημα είναι ελλιπείς και η άγνωστη προέλευσή του δεν επιτρέπει την «αποκατάσταση» της ταυτότητας της γυναίκας που το κατείχε. Παραμένει αμφίβολο αν ένα τόσο ευπαθές δημιούργημα είχε πρακτική χρήση ή αν προοριζόταν αποκλειστικά για τελετουργικούς σκοπούς. Είναι βέβαιο πάντως, ότι η εμφάνιση με ένα τέτοιο αριστούργημα θα τόνιζε την κοινωνική ή θρησκευτική της θέση. Η επιλογή να τη συνοδεύσει στο Επέκεινα φανερώνει πως αποτελούσε ουσιώδες στοιχείο της ταυτότητάς της. Ταυτόχρονα, μετατρέπεται σε άφθαρτο φυλακτό – ο χρυσός δεν φθείρεται- και σε ικεσία προς τους χθόνιους θεούς για την προστασία της στο βασίλειο του Άδη.

Δρ. Έφη Οικονόμου, Αρχαιολόγος, Τμήμα Συλλογών Αγγείων και Έργων Μεταλλοτεχνίας και Μικροτεχνίας

Το αίνιγμα της σφίγγας

Χρυσό ενώτιο σε μορφή σφίγγας της Πτολεμαϊκής Αιγύπτου (τέλη 2ου – αρχές 1ου αιώνα π.Χ.)

  Μικρό σε διαστάσεις αλλά πλούσιο σε λεπτομέρεια και συμβολισμούς, το ενώτιο σε μορφή σφίγγας με γυναικείο πρόσωπο και σώμα λιονταριού, αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της κοσμοπολίτικης φυσιογνωμίας της Πτολεμαϊκής Αιγύπτου, καθώς χρονολογείται στα τέλη του 2ου έως τις αρχές του 1ου αιώνα π.Χ.  Το κόσμημα κατασκευάστηκε από δύο λεπτά φύλλα χρυσού ελάσματος, τα οποία πιέστηκαν σε μήτρα και στη συνέχεια συγκολλήθηκαν μεταξύ τους, μια τεχνική που αποκαλύπτει τη δεξιοτεχνία των χρυσοχόων της εποχής.

 Παρά τη σχηματοποιημένη απόδοση, ο δημιουργός έδωσε ζωντάνια και χαρακτήρα στο μυθικό πλάσμα. Λεπτές εγχαράξεις αποδίδουν το τρίχωμα, ενώ οι αυλακώσεις στο σώμα τονίζουν τη μυϊκή του δύναμη. Παράλληλα, υπογραμμίζεται η γυναικεία μορφή της σφίγγας, μέσω του στήθους και των ήπιων χαρακτηριστικών. Η κόμμωση και η φυσιοκρατική επεξεργασία παραπέμπουν στην Πτολεμαϊκή περίοδο και την ελληνιστική επίδραση. 

  Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το αθωρικό στέμμα που κοσμεί το κεφάλι της σφίγγας: Ο ηλιακός δίσκος από ένθετο γρανάτη, η επίστεψη με κοκκίδωση και τα κέρατα αγελάδας συνδέονται με τη λατρεία της θεάς Άθωρ και την αιγυπτιακή παράδοση. Αν και τα ένθετα μάτια, πιθανόν από υαλόμαζα δεν έχουν σωθεί, το ενώτιο παραμένει ένα εκλεπτυσμένο έργο μικροτεχνίας, όπου συνυπάρχουν δεξιοτεχνία, αισθητική και συμβολισμός καθώς στην αρχαία Αίγυπτο, η σφίγγα υπήρξε ισχυρό σύμβολο βασιλικής εξουσίας και θεϊκής προστασίας. 

  Σε αντίθεση με την ελληνική εκδοχή, οι αιγυπτιακές σφίγγες απεικονίζονταν συνήθως καθιστές, με σώμα λιονταριού και ανδρικό πρόσωπο. Συνδεδεμένες με φαραώ και θεότητες, έφεραν συχνά το βασιλικό κάλυμμα νέμες και τοποθετούνταν σε ναούς και ταφικά συγκροτήματα, ως φύλακες για την προστασία των ιερών χώρων. Ο συνδυασμός ανθρώπινης διάνοιας και λιονταρίσιας δύναμης αποτύπωνε το ιδεώδες του ηγεμόνα: σοφία, ισχύ και ανδρεία.

  Αν και η σφίγγα κατέχει εξέχουσα θέση στην αιγυπτιακή εικονογραφία, αποτελεί σπάνιο θέμα στα κοσμήματα της Πτολεμαϊκής περιόδου. Τα ελάχιστα σωζόμενα ελληνιστικά παραδείγματα ακολουθούν ελληνικά εικονογραφικά πρότυπα, με σφίγγες που φέρουν γυναικείο πρόσωπο, σώμα πτηνού και ανασηκωμένα φτερά ενώ δεν έχει εντοπιστεί παράλληλο του ενωτίου του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου.

  Παρά τη φθορά του χρόνου, το κόσμημα διατηρεί τη γοητεία του, χάρη στην εκλεπτυσμένη μικροτεχνία και τον πλούσιο συμβολισμό του λειτουργώντας ως γέφυρα ανάμεσα στην ελληνική αισθητική και την αιγυπτιακή παράδοση της Πτολεμαϊκής Αιγύπτου. Εντάχθηκε στην Αιγυπτιακή Συλλογή του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου το 1880, μέσω της δωρεάς του Ιωάννη Δημητρίου. 

Αργυρώ Γρηγοράκη (MPhil), Επιμελήτρια του Τμήματος Συλλογών Προϊστορικών, Αιγυπτιακών, Κυπριακών και Ανατολικών Αρχαιοτήτων

Τα χρυσά περικάρπια ενός ζεύγους

Περικάρπια ενός ζευγαριού, που βρέθηκαν σε μία σαρκοφάγο (α΄ τέταρτο του 3ου μ.Χ. αιώνα)

  Το ζεύγος των χρυσών περικαρπίων του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, που χρονολογούνται στο α΄ τέταρτο του 3ου μ.Χ. αιώνα βρέθηκε μαζί με άλλα πολύτιμα κοσμήματα (χρυσά ενώτια, περιβραχιόνια, χρυσή ταινία, οστέινες βελόνες, νήματα μαλλιού για τη φύλαξη των κοσμημάτων ) και νομίσματα σε λίθινη σαρκοφάγο με τα λείψανα δύο νεκρών, ίσως συζύγων.

  Τα χρυσά περικάρπια, μοναδικά στο είδος τους, αποτελούνται από ισομερή πτυσσόμενα μεταξύ τους τμήματα προσαρμοσμένα στις κατακόρυφες απολήξεις τους με λεπτές βελόνες εντός σωληνωτών υποδοχών ενώ τα τέσσερα διάτρητα διάχωρα του κάθε στελέχους καταλαμβάνονται από κεφαλαία γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου με αποτέλεσμα να σχηματίζονται στο ένα το όνομα ΦΙΛΩΤΕΡΑ και στο άλλο ΑΜΥΜΩΝΗΣ.

  Η μικτή τεχνική κατασκευής του κοσμήματος με τα διάτρητα στοιχεία (opus interrasile), το πολυγωνικό σχήμα με το συγκεκριμένο τύπο άρθρωσης με σωληνωτές υποδοχές για τις λεπτές περόνες (γίγγλυμος) παραπέμπει στα εργαστήρια χρυσοχοϊας της Ανατολικής Μεσογείου και συγκεκριμένα σε αυτά της Συρίας.

  Η κάτοχος του κοσμήματος ήταν η Φιλωτέρα, όνομα δημοφιλές στον ελληνικό κόσμο, η οποία χρησιμοποιεί αντί του πατρωνυμικού ονόματος το θεοφόρο μητρωνυμικό όνομα Αμυμώνη, στοιχείο που οδηγεί στην υπόθεση ότι ήταν καρπός ενός γάμου μεταξύ ενός ρωμαίου πολίτη και μίας  Ελληνίδας, ίσως ξένης εγκατεστημένης στην Αθήνα. Με δεδομένη μάλιστα, την σπανιότητα των κοσμημάτων  ανατολικής προέλευσης  στον ελλαδικό χώρο θα πρέπει το ζευγάρι των νεκρών της σαρκοφάγου  να είχε σχέσεις με την Ανατολή και να μετέφερε μαζί με όλα τα υπάρχοντά του και τα πολύτιμα αντικείμενα στην Αθήνα όταν τελείωσαν οι στρατιωτικές ή οι εμπορικές υποχρεώσεις του συζύγου στην Συρία. Θα μπορούσαν ακόμη  να ανήκουν στην κοσμοπολίτικη κοινωνία  της Αθήνας με την οικονομική  δυνατότητα να αποκτήσουν τιμαλφή από τα περίφημα εργαστήρια υψηλής κοσμηματικής τέχνης της Ανατολής.

Ευάγγελος Βιβλιοδέτης, Δρ. Αρχαιολόγος,  Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Επικοινωνίας και Υποδοχής των Επισκεπτών 

Σπάνιο δείγμα ενεπίγραφο δακτυλιδιού αρραβώνα (τέλη 12ου – 13ος αιώνας π.Χ.)

  Το χρυσό δαχτυλίδι (τέλη 12ου – 13ο αιώνα π.Χ.) της Συλλογής Σταθάτου, χαρακτηριστικό παράδειγμα του σπάνιου είδους των βυζαντινών ενεπίγραφων δαχτυλιδιών αρραβώνα πρέπει να ανήκε σε εύπορο μέλος της ανώτερης τάξης, όπως μαρτυρούν το υλικό, το βάρος και η επιμελημένη διακόσμησή του. Η στεφάνη του, επίπεδη εσωτερικά και ελαφρά κυρτή εξωτερικά, πλαταίνει βαθμιαία προς τα πάνω για να σχηματίσει μία σχεδόν κυκλική σφενδόνη.

 Στις πλάγιες πλευρές της στεφάνης αναπτύσσεται σχηματοποιημένος φυτικός διάκοσμος από διασταυρούμενες έλικες σε μπλε σμάλτο, με πράσινα, κόκκινα και λευκά άνθη αποδοσμένα επίσης με σμάλτο. Στην επίπεδη σφενδόνη, εντός πράσινου πλαισίου, βρίσκεται η τετράστιχη επιγραφή σε μπλε σμάλτο MNHCTΡΟΝ ΔΙΔΟΜΗ ΓΟΥΔΕΛΗC MAΡHA (εγώ, ο Γουδέλης, δίνω αυτό το δαχτυλίδι αρραβώνων στη Μαρία). Το όνομα Γουδέλης είναι γνωστό επώνυμο, που μαρτυρείται ήδη στις πηγές από τον 12ο αιώνα και ανήκει σε επιφανή Βυζαντινό οίκο εμπόρων της Κωνσταντινούπολης. 

   Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η χρήση της λέξης μνῆστρον, που σημαίνει «αρραβώνας», για τον προσδιορισμό του αντικειμένου. Λειτουργώντας ως εγγύηση του άνδρα προς τη μέλλουσα νύφη, τέτοια δαχτυλίδια συμβόλιζαν αναμφίβολα την οικονομική επιφάνεια του γαμπρού και την ικανότητά του να εξασφαλίσει τα προς το ζην της μελλοντικής συζύγου του. Η επιλογή του χρυσού για το συγκεκριμένο κόσμημα συμφωνεί με τα βυζαντινά λειτουργικά χειρόγραφα, που αναφέρουν ότι κατά την τελετή αρραβώνα μόνον η γυναίκα λάμβανε χρυσό δαχτυλίδι ενώ ο σύζυγος – εφόσον ελάμβανε – δεχόταν δαχτυλίδι από λιγότερο πολύτιμο μέταλλο.

  Όπως και τα δαχτυλίδια του γάμου, έτσι και αυτά του αρραβώνα (annuli pronubi) φοριούνταν στον παράμεσο του αριστερού χεριού (digitus anularius). Η πρακτική αυτή βασιζόταν στην ευρέως διαδεδομένη πεποίθηση, την οποία διασώζει ο Aullus Gellius στο έργο του Noctes Atticae (Χ.10), ότι ένα νεύρο συνέδεε το δάχτυλο αυτό με την καρδιά, καθιστώντας έτσι το δαχτυλίδι που τοποθετείται στον παράμεσο σύμβολο του αιώνιου συναισθηματικού δεσμού του ζευγαριού.

Δρ. Χριστίνα Αβρονιδάκη, Προϊσταμένη του Τμήματος Συλλογών Αγγείων, Έργων Μικροτεχνίας και Μεταλλοτεχνίας

Πήλινη κοσμηματοθήκη (375-350 π.Χ) με περιδέραια από γυάλινες χάντρες (Ελληνιστικοί χρόνοι) σε σύγχρονη αποκατάσταση
Ακολουθήστε το mononews.gr στο Google News και ενημερωθείτε πρώτοι.

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Στα μέρη του βασιλιά Νέστορα – Ένας εκπληκτικός κόσμος σε έκθεση
Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο- Νέες ρυθμίσεις για το έργο επέκτασης
Αντωνία Καρρά: H Ελληνίδα σχεδιάστρια μιλάει στο Mononews και τα κοσμήματά της ταξιδεύουν
Χάντρες, βραχιόλια, περίαπτα -Τα κοσμήματα των ανθρώπων χιλιάδες χρόνια πριν
Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο – Μεγαλόπνοο έργο για ένα μουσείο διεθνούς εμβέλειας
Κλείνοντας τα αυτιά στον θόρυβο: Τα μεγάλα σκουλαρίκια ως ασπίδα στην αρνητική πληροφορία
Από ξενοδοχείο χώρος πολιτισμού – Το Ακροπόλ, ένα κομψοτέχνημα της Αθήνας, ανοίγει ξανά
Η Εριέττα Κούρκουλου Λάτση μετέτρεψε το μητρικό γάλα σε κόσμημα
Pandora: Το ακριβό ασήμι απειλεί τις πωλήσεις – Φρένο στις επαναγορές μετοχών
Ληστεία σε μονοκατοικία στα Μεσόγεια: Άρπαξαν 65.000 ευρώ και κοσμήματα μεγάλης αξίας