Σύμβολα κύρους, εξουσίας, δύναμης αλλά και θρησκευτικής πίστης και κοινωνικής προβολής τα στολίδια των ανθρώπων δείχνουν στη διαχρονία τους πώς η ομορφιά μπορεί να εμπεριέχει πλήθος εννοιών και να εκφράζει αξίες, συναισθήματα ή προσωπικές ιστορίες.
Το mononews κάλεσε διευθυντές, επιμελητές και προϊσταμένους Μουσείων και Εφορειών Αρχαιοτήτων της χώρας να γνωρίσουν στο κοινό εκθέματα των συλλογών τους, που μιλούν για την κόσμηση των ανθρώπων και το κόσμημα από την αρχή της Προϊστορίας και της Ιστορίας στον ελλαδικό χώρο έως και τα νεώτερα χρόνια.
Βασικός στόχος, να αναδειχθεί αυτή η ιδιαίτερη καλλιτεχνική δημιουργία και ο πλούτος των ελληνικών μουσείων.

Ακολουθούν τα κείμενα του αρχαιολόγου δρος Παναγιώτη Ιωσήφ, επιστημονικού διευθυντή του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης

Κοσμήματα στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης: Οι μικρές ιστορίες που «φόρεσε» η αιωνιότητα

Το κόσμημα είναι από τα πιο προσωπικά αντικείμενα που δημιούργησε ο άνθρωπος. Φοριέται επάνω στο σώμα, ακολουθεί τις κινήσεις του, τον συνοδεύει στις σημαντικές στιγμές της ζωής του και, όχι σπάνια, τον ακολουθεί και μετά τον θάνατό του. Γι’ αυτό και, όταν φτάνει στα χέρια του αρχαιολόγου, δεν αποτελεί μόνο δείγμα υψηλής τεχνικής ή πολύτιμο εύρημα. Διατηρεί κάτι από τη σχέση που ανέπτυξε με εκείνον που το επέλεξε, το φόρεσε ή το κράτησε κοντά του.
Με την πρώτη ματιά εντυπωσιάζουν ο χρυσός, οι πολύτιμοι και ημιπολύτιμοι λίθοι και η δεξιοτεχνία των αρχαίων μικροτεχνιτών. Όσο όμως παρατηρεί κανείς αυτά τα αντικείμενα, τόσο περισσότερο μετατοπίζεται το ενδιαφέρον από το υλικό στον άνθρωπο.
Ένας μυκηναϊκός σφραγιδόλιθος, ένα περιδέραιο από υαλόμαζα και ημιπολύτιμους λίθους, μια χάλκινη πόρπη, ένα χρυσό στεφάνι ή ένα δακτυλίδι σε μορφή φιδιού δεν αφηγούνται μόνο την ιστορία της αρχαίας κοσμηματοποιίας. Φέρνουν στο προσκήνιο ανθρώπινες επιλογές, συνήθειες, πεποιθήσεις και τρόπους με τους οποίους διαφορετικές κοινωνίες αντιλαμβάνονταν την εξουσία, την ομορφιά, την προστασία, τη μνήμη και τη σχέση τους με το θείο.

Αυτό γίνεται ακόμη πιο φανερό όταν τα κοσμήματα προέρχονται από τάφους. Πολλά από αυτά κατασκευάστηκαν για να φορεθούν στην καθημερινή ζωή, άλλα δημιουργήθηκαν ειδικά για την ταφική τελετή. Όλα όμως, βρέθηκαν δίπλα σε ανθρώπους που κρίθηκε πως δεν έπρεπε να τα αποχωριστούν. Το ίδιο αντικείμενο μπορούσε να συνοδεύει έναν άνθρωπο σε μια γιορτή, σε μια δημόσια εμφάνιση ή σε μια θρησκευτική τελετή και αργότερα να γίνει μέρος της τελευταίας του κατοικίας. Η μορφή του παρέμενε η ίδια. Εκείνο που άλλαζε ήταν η στιγμή και το νόημα που αποκτούσε.
Τα κοσμήματα που παρουσιάζονται πιο αναλυτικά στη συνέχεια καλύπτουν περισσότερες από δεκαπέντε εκατονταετίες ιστορίας, από τη Μυκηναϊκή εποχή έως τους ρωμαϊκούς χρόνους. Διαφέρουν ως προς την τεχνική, τα υλικά και τη χρήση τους, μοιράζονται όμως ένα κοινό χαρακτηριστικό: δεν μας επιτρέπουν μόνο να γνωρίσουμε την τέχνη των δημιουργών τους, αλλά μας φέρνουν πιο κοντά στους ανθρώπους που τα κράτησαν κάποτε στα χέρια τους.
Αυτό ακριβώς αφηγείται και η συλλογή κοσμημάτων του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης. Δεν παρουσιάζει μόνο την εξέλιξη μιας τέχνης που γνώρισε εξαιρετική άνθηση στον αρχαίο ελληνικό κόσμο, αλλά διατηρεί ζωντανές εκείνες τις μικρές ανθρώπινες ιστορίες που εξακολουθούν να συναντούν τον σημερινό επισκέπτη, χιλιάδες χρόνια μετά τη δημιουργία τους.

Κόσμημα, φυλακτό, σύμβολο αρχής – Ένα αντικείμενο, πολλές χρήσεις

Ο ταύρος δεσπόζει στη μία όψη αυτού του χρυσού αντικειμένου. Είναι ό,τι απέμεινε από έναν μυκηναϊκό σφραγιδόλιθο (περ. 1500–1370 π.Χ.) που δεν σώθηκε ολόκληρος. Ο πολύτιμος λίθος που περιέκλειε χάθηκε με τον χρόνο, όμως η χρυσή επένδυσή του διατηρεί αρκετά στοιχεία ώστε να αποκαταστήσουμε την αρχική του μορφή και να προσεγγίσουμε τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιήθηκε.
Η επένδυση αποτελείται από δύο κυρτά χρυσά ελάσματα που εφαρμόζουν με ακρίβεια μεταξύ τους περικλείοντας τον σφραγιδόλιθο, πιθανότατα από υαλόμαζα. Στην εμπρόσθια όψη εικονίζεται ο ταύρος με το κεφάλι ελαφρώς ανασηκωμένο, πλαισιωμένος από φυτικά μοτίβα που συμπληρώνουν τη σύνθεση. Η πίσω όψη παραμένει αδιακόσμητη. Πάνω από το κεφάλι του ζώου διακρίνεται η οπή από την οποία περνούσε το κορδόνι ανάρτησης, που διέτρεχε διαγώνια τον λίθο.
Σφραγιδόλιθοι αυτού του τύπου είναι σπάνιοι στο προϊστορικό Αιγαίο και τα περισσότερα γνωστά παραδείγματα προέρχονται από την ηπειρωτική Ελλάδα. Στον κόσμο των μυκηναϊκών ανακτόρων χρησίμευαν για τον έλεγχο και την πιστοποίηση των αγαθών που διακινούνταν στο πλαίσιο της ανακτορικής οικονομίας. Ο ίδιος όμως, σφραγιδόλιθος φοριόταν ως προσωπικό κόσμημα ή φυλακτό και συνόδευε τον κάτοχό του στην καθημερινότητά του. Δεν επρόκειτο για δύο διαφορετικά αντικείμενα αλλά για δύο χρήσεις του ίδιου αντικειμένου.
Σήμερα, αν και σώζεται μόνο το χρυσό του περίβλημα, αρκεί για να θυμίσει ότι ένα αντικείμενο μπορούσε να περνά από τη διοίκηση στην προσωπική ζωή χωρίς να αλλάζει μορφή ή αξία.
Ίσως αυτή η αβίαστη συνύπαρξη διαφορετικών χρήσεων να αποκαλύπτει κάτι ουσιαστικό για τον κόσμο των μυκηναϊκών ανακτόρων, όπου η δημόσια θέση και η προσωπική ταυτότητα δεν εκφράζονταν πάντοτε με διαφορετικά σύμβολα.
Ένα περιδέραιο, μία ιστορία

Από το περιδέραιο σώζονται μόνον εννέα ψήφοι. Αρκούν όμως, για να ανασυνθέσουν όχι μόνο τη μορφή του αλλά και την αισθητική μιας ολόκληρης εποχής, συγκεκριμένα μεταξύ του 16ου και 13ου π.Χ. αιώνα. Έξι μικρές ψήφοι από υαλόμαζα εναλλάσσονται με τρεις επιμήκεις από οστό, στεατίτη και ημιπολύτιμο λίθο.
Η διαφορετική υφή και το χρώμα κάθε υλικού δημιουργούν μια σύνθεση που στηρίζεται στην ισορροπία και όχι στην επίδειξη. Η παρουσία της υαλόμαζας θυμίζει ότι ήδη, από τον 16ο αιώνα π.Χ. αυτό το νέο υλικό διεύρυνε τις δυνατότητες των εργαστηρίων του Αιγαίου.
Οι ψήφοι ανήκουν σε τύπους γνωστούς σε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο και είναι πολύ πιθανό το περιδέραιο να περιλάμβανε αρχικά περισσότερα στοιχεία. Όσα διατηρήθηκαν αρκούν για να δείξουν πόσο προσεκτικά οι τεχνίτες συνδύαζαν διαφορετικά υλικά, χρώματα και σχήματα, ώστε το κόσμημα να λειτουργεί ως ενιαίο σύνολο.
Παρόμοια περιδέραια συνοδεύουν συχνά τους νεκρούς στους τάφους της Ύστερης Εποχής του Χαλκού, μαζί με αγγεία και άλλα προσωπικά αντικείμενα. Δεν γνωρίζουμε τι ακριβώς σήμαινε το συγκεκριμένο κόσμημα για τον άνθρωπο που το φορούσε. Γνωρίζουμε όμως, ότι κρίθηκε άξιο να τον συνοδεύσει και μετά το τέλος της ζωής του. Ίσως γι’ αυτό ακόμη και οι λίγες ψήφοι που σώζονται σήμερα διατηρούν κάτι από την προσωπική ιστορία εκείνου στον οποίο κάποτε ανήκαν.
Ο πολεμιστής και η μνήμη του

Οι μορφές των πολεμιστών επαναλαμβάνονται με έναν σχεδόν τελετουργικό ρυθμό πάνω στα λεπτά φύλλα χρυσού του 9ου – 8ου π.Χ. αιώνα. Δεν πρόκειται για κοσμήματα που προορίζονταν να φορεθούν στην καθημερινή ζωή. Κατασκευάστηκαν για μια συγκεκριμένη στιγμή, την ταφή, και γι’ αυτό κατέχουν μια ιδιαίτερη θέση ανάμεσα στα έργα της Γεωμετρικής περιόδου.
Τα ελάσματα είναι σφυρηλατημένα από εξαιρετικά λεπτό φύλλο χρυσού με την έκτυπη τεχνική και κοσμούνται με κρανοφόρους πολεμιστές που κρατούν τις χαρακτηριστικές ασπίδες «τύπου Διπύλου». Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν ένα διάδημα και μία ταινία. Στο πρώτο, τρεις πολεμιστές παρατάσσονται ο ένας δίπλα στον άλλον. Στη δεύτερη, οι μορφές επαναλαμβάνονται μέσα σε μετόπες που πλαισιώνονται από μαιάνδρους.
Η λεπτότητα του χρυσού δείχνει ότι τα αντικείμενα αυτά δεν σχεδιάστηκαν για μακρόχρονη χρήση. Η αξία τους κορυφωνόταν τη στιγμή της ταφικής τελετής, όταν τοποθετούνταν επάνω στον νεκρό ως μέρος της τελευταίας δημόσιας εικόνας του. Οι πολεμιστές δεν λειτουργούν μόνο ως διακοσμητικό θέμα. Αντικατοπτρίζουν έναν κόσμο στον οποίο η πολεμική ιδιότητα αποτελούσε στοιχείο κοινωνικής ταυτότητας και συλλογικής μνήμης. Όταν ο χρυσός συνόδευε τον νεκρό, συνόδευε μαζί του και την εικόνα που οι ζωντανοί επέλεγαν να διατηρήσουν.
Η πόρπη με το πλοίο

Το βλέμμα οδηγείται αμέσως στο πλοίο που καταλαμβάνει τη μία όψη αυτής της χάλκινης πόρπης (750–700 π.Χ.). Παρότι χαραγμένο σε μια επιφάνεια λίγων μόλις εκατοστών, αποδίδεται με τόση ακρίβεια ώστε αναγνωρίζονται το κατάρτι, το πανί, τα σχοινιά, το πηδάλιο και η ανασηκωμένη πρύμνη που καταλήγει σε κεφαλή πουλιού.
Η χάλκινη πόρπη προέρχεται από τη Σκύρο και ανήκει στον λεγόμενο αττικοβοιωτικό τύπο, ο οποίος εμφανίζεται από τα μέσα του 9ου αιώνα π.Χ. Η τοξωτή ράχη φέρει ένα φυλλόσχημο έλασμα, ενώ στο πλακίδιο πόρπωσης έχουν χαραχθεί διαφορετικές παραστάσεις στις δύο όψεις. Γύρω από το πλοίο αναπτύσσονται ένα άλογο, υδρόβια πτηνά και γεωμετρικά μοτίβα. Στην πίσω όψη εικονίζονται σχηματοποιημένα ψάρια.

Οι πόρπες συγκρατούσαν τον πέπλο στους ώμους. Το μέγεθος και το βάρος αυτού του τύπου δείχνουν ωστόσο, ότι η σημασία τους ξεπερνούσε τη χρηστική τους λειτουργία. Συχνά αφιερώνονταν σε ιερά ή τοποθετούνταν σε τάφους ως πολύτιμα κτερίσματα. Οι εικόνες που φέρει η πόρπη προέρχονται από έναν κόσμο γνώριμο στους ανθρώπους της εποχής. Η θάλασσα, τα πλοία και τα ψάρια ανήκαν στην καθημερινή τους εμπειρία. Όταν όμως το ίδιο αντικείμενο συνόδευε τον κάτοχό του στην τελευταία του κατοικία, οι ίδιες εικόνες αποκτούσαν αναπόφευκτα μια διαφορετική βαρύτητα, χωρίς να αλλάξει τίποτε στην παράστασή τους.
Τα χρυσά φύλλα μιας βελανιδιάς

Με την πρώτη ματιά δύσκολα πιστεύει κανείς ότι τα φύλλα αυτά δεν είναι αληθινά. Ο χρυσός διατηρεί με εντυπωσιακή πιστότητα το σχήμα της βελανιδιάς, μετατρέποντας ένα εύθραυστο κλαδί σε κόσμημα που άντεξε στον χρόνο (τέλη 4ου–3ος αιώνας π.Χ.).
Σώζονται εννέα φύλλα, όλα κατασκευασμένα από λεπτό φύλλο χρυσού και περασμένα σε χρυσό σύρμα. Δεν βρίσκονται πλέον στη θέση που είχαν αρχικά, η ομοιομορφία τους όμως, δείχνει ότι ανήκαν στο ίδιο στεφάνι. Οι νευρώσεις, οι απολήξεις και οι μικρές διαφοροποιήσεις από φύλλο σε φύλλο μαρτυρούν πόσο προσεκτικά ο τεχνίτης παρατηρούσε τη φύση πριν την αποδώσει στο πολύτιμο μέταλλο.
Η κατασκευή χρυσών στεφανιών γνώρισε ιδιαίτερη άνθηση κατά την Ελληνιστική περίοδο. Βελανιδιά, δάφνη, μυρτιά, κισσός και άμπελος μετατράπηκαν σε κοσμήματα χωρίς να χάσουν τα χαρακτηριστικά που τα έκαναν αμέσως αναγνωρίσιμα. Ο χρυσός δεν αντικαθιστούσε τη φύση. Τη διατηρούσε. Τα περισσότερα χρυσά στεφάνια που γνωρίζουμε σήμερα προέρχονται από τάφους. Είναι δύσκολο να μην αναρωτηθεί κανείς αν το ίδιο στεφάνι συνόδευσε τον άνθρωπο και σε άλλες σημαντικές στιγμές της ζωής του, πριν γίνει το τελευταίο κόσμημα που τοποθετήθηκε επάνω του. Η μορφή του παρέμενε ίδια. Η σημασία του άλλαζε μαζί με την περίσταση.
Οι χρυσές Σφίγγες της αρχαίας φαντασίας

Οι δύο Σφίγγες τραβούν αμέσως το βλέμμα. Καθισμένες αντικριστά κάτω από έναν μικρό χρυσό δίσκο, μοιάζουν να στηρίζουν ολόκληρη τη σύνθεση, ενώ ο κόκκινος γρανάτης, αυτός ο ημιπολίτιμος λίθος που το όνομά του παραπέμπει στους σπόρους του ροδιού, στο κέντρο, προσθέτει μια διακριτική χρωματική ένταση. Κάθε σκουλαρίκι αποτελείται από έναν κυκλικό δίσκο με ένθετο γρανάτη, ο οποίος επιστέφεται από ένα ανθέμιο. Από τη βάση του αναρτώνται δύο καθιστές Σφίγγες με διπλωμένα φτερά. Το κόσμημα (τέλη 3ου–αρχές 2ου αιώνα π.Χ.) προέκυψε από τη συναρμογή πολλών επιμέρους χρυσών ελασμάτων, επεξεργασμένων με εξαιρετική ακρίβεια.
Η Σφίγγα ήταν μια γνώριμη μορφή στον κόσμο της αρχαίας φαντασίας και εμφανίζεται συχνά σε ταφικά μνημεία ως φύλακας και προστάτιδα. Σκουλαρίκια με φτερωτές μορφές ήταν ιδιαίτερα αγαπητά κατά την Ελληνιστική περίοδο, εκείνα όμως που κοσμούνται με Σφίγγες είναι αισθητά λιγότερα. Όποιος φορούσε αυτά τα σκουλαρίκια δεν επέλεγε μόνο ένα περίτεχνο κόσμημα αλλά και μια μορφή που οι άνθρωποι της εποχής αναγνώριζαν αμέσως. Η τεχνική αρτιότητά τους εντυπωσιάζει ακόμη και σήμερα. Πιθανότατα όμως, αυτό που έμενε στη μνήμη ήταν η ίδια η Σφίγγα.
Το χρυσό δακτυλίδι της προστασίας και της αναγέννησης

Το σώμα του φιδιού τυλίγεται τρεις φορές γύρω από το δάχτυλο και καταλήγει σε ένα κεφάλι που στρέφεται προς τον κάτοχό του σ΄ αυτό το χρυσό δακτυλίδι του 2ου αιώνα π.Χ. Λόγω της φυσικότητας της απόδοσης είναι εύκολο να ξεχάσει κανείς ότι πρόκειται για ένα μικρό χρυσό κόσμημα. Το δακτυλίδι είναι κατασκευασμένο από λεπτό σφυρήλατο έλασμα χρυσού. Το κεφάλι, η ουρά και οι χαραγμένες φολίδες αποδίδονται με ιδιαίτερη φροντίδα, ενώ η ελικοειδής μορφή του επιτρέπει στο κόσμημα να προσαρμόζεται στο δάχτυλο χωρίς να χάνει τη ζωντάνια του.
Παρόμοια οφιόσχημα δακτυλίδια και βραχιόλια διαδόθηκαν ευρύτατα στον ελληνιστικό κόσμο. Η επιλογή του φιδιού δεν ήταν τυχαία. Η περιοδική αλλαγή του δέρματός του το συνέδεσε με την αναγέννηση, ενώ η σχέση του με τον Ασκληπιό και την Υγεία το κατέστησε σύμβολο προστασίας και ευημερίας. Το ίδιο ζώο ανήκε συγχρόνως στον κόσμο της φύσης, της θρησκείας και της καθημερινής εμπειρίας. Ένα δακτυλίδι συνοδεύει διαρκώς το χέρι εκείνου που το φορά. Ίσως γι’ αυτό το φίδι δεν λειτουργούσε μόνο ως διακοσμητικό στοιχείο. Η παρουσία του αρκούσε για να θυμίζει όσα συμβόλιζε.
Οι χρυσές φτερωτές Νίκες

Οι δύο μικρές Νίκες μοιάζουν να αιωρούνται κάτω από τους χρυσούς κρίκους. Τα φτερά ανοίγουν προς τα πίσω και ο πέπλος ακολουθεί την κίνηση του σώματος, δημιουργώντας την αίσθηση ότι η θεά μόλις κατέβηκε από τον αέρα. Οι κρίκοι σ΄αυτά τα χρυσά σκουλαρίκια (323–31 π.Χ.) έχουν κατασκευαστεί από λεπτό χρυσό σύρμα, ενώ οι μορφές διαμορφώθηκαν με την έκτυπη τεχνική πάνω σε λεπτά χρυσά ελάσματα. Παρά το μικρό τους μέγεθος, αποδίδουν με ακρίβεια την κίνηση του σώματος και των ενδυμάτων, χαρακτηριστικό γνώρισμα της ελληνιστικής τέχνης.
Η Νίκη προσωποποιούσε την επιτυχία και τον θρίαμβο. Η μορφή της εμφανίζεται σε δημόσια μνημεία, νομίσματα και αναθήματα, ενώ η παρουσία της σε προσωπικά κοσμήματα δείχνει πόσο εύκολα τα ίδια σύμβολα μπορούσαν να περάσουν από τον δημόσιο στον ιδιωτικό χώρο χωρίς να χάσουν τη σημασία τους. Όποια γυναίκα επέλεγε αυτά τα σκουλαρίκια δεν φορούσε μόνο μια περίτεχνη χρυσή δημιουργία. Συνδέονταν με μια μορφή που οι άνθρωποι γύρω της αναγνώριζαν αμέσως. Η φτερωτή θεά δεν στόλιζε απλώς το κόσμημα· το συνόδευε σε δρόμους θριάμβου.
Η χρυσή σπείρα με τους γρύπες

Οι δύο γρυποκεφαλές αντικρίζουν η μία την άλλη στα άκρα μιας λεπτής χρυσής σπείρας σε αυτό το κόσμημα από χαλκό και χρυσό (4ος αιώνας π.Χ.). Η σύνθεση είναι λιτή, όμως αρκεί για να μετατρέψει ένα μικρό αντικείμενο σε κόσμημα με ιδιαίτερη παρουσία. Ο χάλκινος πυρήνας καλύπτεται από φύλλο χρυσού, ενώ κάτω από τις κεφαλές των γρυπών αναπτύσσονται μικροί ρόδακες από συρματερή διακόσμηση. Τα μάτια ήταν πιθανότατα ένθετα από σμάλτο, προσθέτοντας χρώμα σε μια σύνθεση που στηρίζεται στη λεπτομέρεια περισσότερο παρά στον όγκο.
Το αντικείμενο μπορούσε να χρησιμοποιηθεί είτε ως σκουλαρίκι είτε, πιθανότερα, ως σφηκωτήρας για τη συγκράτηση των μαλλιών. Παρόμοια παραδείγματα έχουν βρεθεί κυρίως σε ζεύγη και προέρχονται συχνά από τάφους, γεγονός που δείχνει ότι η αξία τους δεν περιοριζόταν στην καθημερινή χρήση. Ο γρύπας έφτασε στην Κύπρο από την Εγγύς Ανατολή και ενσωματώθηκε γρήγορα στην τοπική εικονογραφία. Η μορφή του ταξίδεψε από τόπο σε τόπο και από εποχή σε εποχή χωρίς να χάσει την αναγνωρισιμότητά της. Λίγα είναι τα μυθικά όντα που ακολούθησαν τόσο μακρά διαδρομή στον χώρο και τον χρόνο.
Η χρυσή «συνοδεία» των ανθρώπων

Τα τρία χρυσά διαδήματα, που χρονολογούνται στον 4ο αιώνα π.Χ. διαφέρουν ελάχιστα μεταξύ τους. Δύο έχουν τη μορφή λεπτής χρυσής ταινίας, ενώ το τρίτο ξεχωρίζει χάρη στην τριγωνική προεξοχή που υψώνεται στο κέντρο του. Όλα, όμως εντυπωσιάζουν για τη λεπτότητά τους. Είναι σφυρηλατημένα από τόσο λεπτό φύλλο χρυσού ώστε δύσκολα θα άντεχαν στη μακρόχρονη χρήση. Η ευθραυστότητά τους δείχνει ότι κατασκευάστηκαν για να συνοδεύσουν τον νεκρό στην ταφική τελετή και όχι για να φορεθούν στην καθημερινή ζωή.
Παρόμοια διαδήματα έχουν βρεθεί σε τάφους της Κύπρου, του Αιγαίου, της Μικράς Ασίας και της Εγγύς Ανατολής. Η παρουσία τους σε τόσο διαφορετικές περιοχές δείχνει ότι κοινές πρακτικές και κοινά σύμβολα συνέδεαν κοινωνίες που επικοινωνούσαν περισσότερο απ’ όσο συχνά φανταζόμαστε. Το διάδημα δεν άλλαζε όταν περνούσε από τη ζωή στην ταφή. Παρέμενε η ίδια λεπτή χρυσή ταινία. Άλλαζε μόνο η στιγμή στην οποία καλούνταν να συνοδεύσει τον άνθρωπο που το φορούσε.
Μια χρυσή μυρτιά για την Αφροδίτη

Με την πρώτη ματιά μοιάζουν με φύλλα που μόλις κόπηκαν από ένα κλαδί μυρτιάς. Μόνο όταν το φως πέσει επάνω τους αποκαλύπτεται ότι είναι κατασκευασμένα από χρυσό.
Σαράντα τρία φύλλα σώζονται σήμερα από ένα στεφάνι (4ος–2ος αιώνας π.Χ.) που αρχικά αποτελούνταν, κατά πάσα πιθανότητα, από σαράντα οκτώ.
Είναι σφυρηλατημένα από εξαιρετικά λεπτό φύλλο χρυσού και αποδίδουν με ακρίβεια τις νευρώσεις, το περίγραμμα και την αιχμηρή απόληξη των πραγματικών φύλλων. Η προσοχή στη λεπτομέρεια δείχνει ότι ο τεχνίτης δεν αντέγραφε απλώς τη φύση αλλά την παρατηρούσε προσεκτικά πριν την αποδώσει στο μέταλλο.
Κατά την Ελληνιστική περίοδο στεφάνια από μυρτιά, δάφνη, βελανιδιά, κισσό ή άμπελο συνόδευαν συχνά τους νεκρούς. Η επιλογή κάθε φυτού δεν ήταν τυχαία. Οι άνθρωποι της εποχής αναγνώριζαν αμέσως τη μορφή και τους συμβολισμούς του, ακόμη κι όταν είχε αποδοθεί σε χρυσό. Η μυρτιά ήταν αφιερωμένη στην Αφροδίτη και συνδεόταν με την ομορφιά, τη γονιμότητα και την ανανέωση της ζωής. Όταν μετατρεπόταν σε χρυσό δεν έχανε την ταυτότητά της· διατηρούσε τη μορφή της και, μαζί της, όσα αυτή μπορούσε να θυμίζει σε όποιον την αντίκριζε.
Ένα πρόσωπο από το παρελθόν

Το μικρό γυναικείο πρόσωπο τραβά αμέσως το βλέμμα. Οι αποχρώσεις του μπλε, του κίτρινου και του μαύρου σε συνδυασμό με τα ένθετα μάτια, χαρίζουν ζωντάνια σε ένα αντικείμενο που χωρά στην παλάμη. Πρόκειται για ένα γυάλινο ανθρωπόμορφο περίαπτο με επίθετους οφθαλμούς και κρίκο ανάρτησης στην κορυφή του ο οποίος επέτρεπε να φοριέται ως περίαπτο ή να αποτελεί το κεντρικό στοιχείο ενός περιδεραίου. Οι απαλά διαμορφωμένοι όγκοι του προσώπου και η προσεγμένη απόδοση των χαρακτηριστικών μαρτυρούν την υψηλή δεξιοτεχνία των αρχαίων υαλουργών, οι οποίοι κατόρθωναν να μετατρέπουν το γυαλί σε ένα υλικό με ιδιαίτερη εκφραστικότητα.

Ανθρωπόμορφα περίαπτα όπως αυτό ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένα στον ελληνιστικό κόσμο και συχνά συνόδευαν τους νεκρούς ως κτερίσματα. Οι πρώτοι τύποι κατασκευάστηκαν στην Αίγυπτο και, μέσα από τα εμπορικά δίκτυα των Φοινίκων, διαδόθηκαν σε ολόκληρη τη Μεσόγειο. Το συγκεκριμένο παράδειγμα ανήκει σε μια ομάδα που παράχθηκε στην Κύπρο, τη Ρόδο και την Αλεξάνδρεια μεταξύ του 300 και του 150 π.Χ. Δεν αποκλείεται μάλιστα, να δημιουργήθηκε σε κυπριακό εργαστήριο όπου εργάζονταν Φοίνικες υαλουργοί, φημισμένοι για την τέχνη τους.
Η μορφή του θυμίζει αντίστοιχα περίαπτα που ήταν ιδιαίτερα αγαπητά στην Εγγύς Ανατολή και, σύμφωνα με μία άποψη, ίσως απεικονίζει τη θεά Αστάρτη. Η ταύτιση αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί βέβαιη. Ίσως όμως, αυτό να είναι και μέρος της γοητείας του αντικειμένου. Ένα μικρό γυάλινο πρόσωπο εξακολουθεί να μας κοιτάζει έπειτα από περισσότερο από δύο χιλιάδες χρόνια, διατηρώντας ένα μέρος της ιστορίας του σκόπιμα ή αναπόφευκτα, ανοιχτό.
Με το βλέμμα της Αθηνάς

Η μικρή προτομή της, χαραγμένη πάνω στην ερυθρόχρωμη κορναλίνη αυτού του χρυσού δακτυλιδιού (1ος αιώνας μ.Χ.), αρκεί για να αναγνωρίσει κανείς αμέσως τη θεά Αθηνά με το κορινθιακό κράνος και το λοφίο της. Ο χρυσός κρίκος περιβάλλει τον ημιπολύτιμο λίθο, δημιουργώντας μια διακριτική αντίθεση ανάμεσα στη θερμή απόχρωση της κορναλίνης και στη λάμψη του μετάλλου. Η χάραξη είναι λιτή και ακριβής. Με λίγες μόνο γραμμές αποδίδεται μια μορφή που παρέμενε οικεία σε κάθε κάτοικο του ελληνικού κόσμου.
Η Αθηνά ήταν η θεά της σοφίας, της στρατηγικής σκέψης, των τεχνών και της προστασίας. Η λατρεία της μαρτυρείται στην Κύπρο ήδη από τους πρώιμους ιστορικούς χρόνους και συνδέεται με ιερά, αφιερώματα και δημόσιους χώρους. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί η μορφή της βρήκε θέση και σε προσωπικά κοσμήματα. Το δακτυλίδι είναι από τα λίγα αντικείμενα που συνοδεύουν καθημερινά τον κάτοχό τους. Η εικόνα της Αθηνάς γινόταν έτσι, μέρος αυτής της καθημερινής εμπειρίας, χωρίς να χρειάζεται να δηλώνει τίποτε περισσότερο από την ίδια την παρουσία της.
Το απόλυτο κόσμημα –Ένα περιδέραιο αριστοτεχνίας και πολυτέλειας

Ένα μεγάλο σμαράγδι δεσπόζει στο κεντρικό πλακίδιο και γύρω του, ζαφείρια, γρανάτες και μαργαριτάρια εναλλάσσονται μέσα σε μια σύνθεση που εντυπωσιάζει όχι μόνο για τον πλούτο των πολύτιμων λίθων αλλά και για την αρμονία με την οποία συνδυάζονται. Αυτό το εξαιρετικό, χρυσό περιδέραιο, φιλοτεχνημένο περί το 350 μ.Χ. αποτελείται από διάτρητα τετράγωνα χρυσά πλακίδια με φυτικά μοτίβα που σχηματίζουν μια λεπτεπίλεπτη χρυσή δαντέλα.
Ανάμεσά τους παρεμβάλλονται ωοειδή στοιχεία με ένθετους πολύτιμους και ημιπολύτιμους λίθους, δημιουργώντας μια διαρκή εναλλαγή χρωμάτων και αντανακλάσεων. Η εντύπωση της ελαφρότητας όμως, είναι απατηλή. Κάθε τετράγωνο πλακίδιο διαθέτει μια σπάνια διώροφη κατασκευή, που του προσδίδει όγκο και βάθος, αποκαλύπτοντας την εξαιρετική δεξιοτεχνία του εργαστηρίου που το δημιούργησε.
Το έργο ανήκει στα σημαντικότερα σωζόμενα παραδείγματα της τεχνικής opus interrasile, της διάτρητης επεξεργασίας του χρυσού που γνώρισε ιδιαίτερη άνθηση στην ανατολική Μεσόγειο κατά τους ύστερους ρωμαϊκούς και πρώιμους βυζαντινούς χρόνους.
Η πραγματική του χρήση ωστόσο, παραμένει ανοιχτή. Αν και συνήθως χαρακτηρίζεται περιδέραιο, είναι πιθανό να ήταν ραμμένο στη λαιμόκοψη ενός επίσημου ενδύματος ώστε οι πολύτιμοι λίθοι να πλαισιώνουν το πρόσωπο με τη λάμψη τους.
Το κόσμημα προέρχεται από έναν ασύλητο τάφο στο αρχαίο Μάριον, τη σημερινή Πόλη Χρυσοχούς της Κύπρου, όπου βρέθηκε μαζί με άλλα εξαιρετικά κοσμήματα του ίδιου συνόλου. Είναι εύκολο να σταθεί κανείς στον χρυσό και στους πολύτιμους λίθους, ίσως όμως, ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η εικόνα μιας κοινωνίας που μπορούσε να συμπυκνώσει σε ένα μόνο κόσμημα την τεχνική αρτιότητα, την αισθητική και την κοινωνική της αυτοπεποίθηση.
Το ζαφείρι που αιχμαλωτίζει

Το βαθύ μπλε του ζαφειριού κυριαρχεί από την πρώτη στιγμή. Ανάλογα με το φως, ο λίθος αποκτά πιο ψυχρές ή πιο ιώδεις αποχρώσεις, δίνοντας την εντύπωση ότι το χρώμα του μεταβάλλεται διαρκώς. Το χρυσό δακτυλίδι είναι συμπαγές και σχετικά βαρύ για το μέγεθός του. Στο κέντρο του δεσπόζει ένα μεγάλο ωοειδές ζαφείρι, εξαιρετικά σπάνιο τόσο για τις διαστάσεις όσο και για την ποιότητά του. Οι περισσότεροι σάπφειροι που χρησιμοποιούνταν σε κοσμήματα της Ρωμαϊκής περιόδου ήταν αισθητά μικρότεροι, γεγονός που κάνει το συγκεκριμένο παράδειγμα να ξεχωρίζει ακόμη περισσότερο.
Το δακτυλίδι (περ. 350 μ.Χ.) ανήκει στο ίδιο ταφικό σύνολο με το περίτεχνο περιδέραιο από ασύλητο τάφο στο αρχαίο Μάριον (σημερινή Πόλη Χρυσοχούς της Κύπρου) και πιθανότατα φοριόταν στο μικρό δάχτυλο, ώστε ο λίθος να προβάλλεται διακριτικά σε κάθε κίνηση του χεριού. Σήμερα το βλέμμα εξακολουθεί να αιχμαλωτίζεται από το ίδιο βαθύ μπλε χρώμα του.
Ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη δύναμη των σπάνιων πολύτιμων λίθων: ακόμη και έπειτα από δεκαέξι αιώνες, διατηρούν αναλλοίωτη την ικανότητά τους να σταματούν, έστω για μια στιγμή, το βλέμμα του παρατηρητή.

Εν είδει κατακλείδας
Συχνά αντιμετωπίζουμε τα αρχαία κοσμήματα ως έργα τέχνης πίσω από μια προθήκη. Είναι πράγματι έργα εξαιρετικής τεχνικής, αλλά πριν γίνουν μουσειακά εκθέματα υπήρξαν αντικείμενα της καθημερινής ζωής. Άγγιξαν το ανθρώπινο σώμα, ακολούθησαν τις κινήσεις του, απέκτησαν φθορές από τη χρήση και συνδέθηκαν με στιγμές που για τους κατόχους τους είχαν ιδιαίτερη σημασία.
Ίσως γι’ αυτό εξακολουθούν να μας συγκινούν. Δεν διασώζουν μόνο τη δεξιοτεχνία των αρχαίων χρυσοχόων αλλά και έναν τρόπο να αντιλαμβάνεται κανείς τον κόσμο. Κάθε στεφάνι, κάθε δακτυλίδι, κάθε σκουλαρίκι ή σφραγιδόλιθος κουβαλά μέσα και πάνω του τη μνήμη μιας ανθρώπινης επιλογής. Κάποτε κάποιος το επέλεξε, το φόρεσε και το θεώρησε αρκετά σημαντικό ώστε να τον συνοδεύσει σε ένα καθοριστικό πέρασμα της ζωής του.
Σήμερα τα ίδια αντικείμενα βρίσκονται στις αίθουσες του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης. Έχουν χάσει τους ανθρώπους που τα δημιούργησαν και τους ανθρώπους που τα φόρεσαν, όχι όμως και την ικανότητά τους να αφηγούνται ιστορίες. Ίσως αυτή να είναι η πιο διακριτική αλλά και η μεγαλύτερη δύναμη του κοσμήματος. Μέσα σε λίγα γραμμάρια χρυσού, αργύρου, λίθου ή γυαλιού μπορεί ακόμη να χωρέσει μια ανθρώπινη παρουσία που εξακολουθεί, σιωπηλά, να συνομιλεί μαζί μας.

Βιογραφικό σημείωμα

Ο Παναγιώτης Ιωσήφ είναι καθηγητής Αρχαίας και Μεσαιωνικής Νομισματικής στο Πανεπιστήμιο Radboud του Νάιμεχεν στην Ολλανδία και από το 2023 είναι ο επιστημονικός διευθυντής του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης.
Μετά το πέρας των διδακτορικών του σπουδών στο Βέλγιο έλαβε πληθώρα υποτροφιών και διακρίσεων από την Αμερικανική Νομισματική Εταιρεία, τη Βασιλική Νομισματική Εταιρεία της Αγγλίας, το Ίδρυμα Λεβέντη, την Πρωσική Ακαδημία Επιστημών του Βερολίνου, το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και το Πανεπιστήμιο του Πρίνστον, ενώ διετέλεσε επισκέπτης καθηγητής στην Ecole Pratique des Hautes Etudes στο Παρίσι. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα στρέφονται γύρω από τη νομισματική, την οικονομία και τη θρησκεία των ελληνιστικών χρόνων, ενώ ο τρόπος με τον οποίο αποτυπώνεται η εικόνα στα διάφορα μέσα είναι ένα από τους τομείς της εξειδίκευσής του.
Έχει επιμεληθεί πέντε εκθέσεις, με πιο πρόσφατες την εμβληματική έκθεση για την μάχη της Χαιρώνειας του 338 π.Χ. και τις Κυκλαδίτισσες, ενώ αυτή τη στιγμή παρουσιάζεται στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης η έκθεση που επιμελήθηκε για το έργο του Jeff Koons, Αφροδίτη του Lespugue σε διάλογο με τις παλαιολιθικές «Αφροδίτες».
Τέλος, έχει συγγράψει και επιμεληθεί 15 βιβλία, ενώ έχει δημοσιεύσει πάνω από 85 άρθρα σε κορυφαία επιστημονικά περιοδικά. Μέσα στο 2026, θα κυκλοφορήσει το τελευταίο βιβλίο του για τη Νομισματική Συλλογή του Μουσείου Κανελλοπούλου (σε συνεργασία με την Αναστασία Περυσινάκη). Συμμετέχει ενεργά σε ανασκαφές, μεταξύ των οποίων και αυτή στο Γυμνάσιο της Μίεζας στη Νάουσα.

Διαβάστε επίσης:
Η κόσμηση και το κόσμημα στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης
Η κόσμηση και το κόσμημα στο Μουσείο Παύλου και Αλεξάνδρας Κανελλοπούλου
- Κωνσταντέλιας: Οδεύει προς Ντόρτμουντ με deal έως 30 εκατ. ευρώ και συμβόλαιο άνω των 3 εκατ. τον χρόνο
- Επιχείρηση νοίκιαζε 132 αυτοκίνητα και τα ειχε δηλώσει σε… ακινησία – Πρόστιμο 1,32 εκατ ευρώ από την ΑΑΔΕ
- Στο αποκορύφωμα η έξοδος από την Αττική: 23 δρομολόγια από τον Πειραιά – Αυξημένη κίνηση στα λιμάνια
- Φωτιά στη Σκύρο: «Καλύτερη η εικόνα», λέει ο δήμαρχος – «Κανένα πρόβλημα με κατοίκους ή επισκέπτες» (upd)