ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Η αδυναμία των πωλήσεων στη μόδα υψηλής ποιότητας, σε συνδυασμό με την πίεση που προκαλεί η γεωπολιτική αβεβαιότητα και η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, οδηγεί τους επενδυτές του κλάδου πολυτελείας σε ένα κρίσιμο ερώτημα: ποιοι όμιλοι διαθέτουν ισχυρή παρουσία στα κοσμήματα;
Η απάντηση φαίνεται πως μπορεί να καθορίσει τους μεγάλους κερδισμένους και χαμένους μιας αγοράς αξίας περίπου 400 δισ. δολαρίων, καθώς οι καταναλωτές στρέφονται ολοένα περισσότερο προς τα κοσμήματα, αφήνοντας πίσω παραδοσιακές κατηγορίες όπως οι τσάντες και τα υποδήματα.
Ο κλάδος των ειδών πολυτελείας αναμενόταν να επιστρέψει σε ανάπτυξη το 2026, μετά από δύο συνεχόμενα χρόνια συρρίκνωσης. Ωστόσο, οι αναλυτές επισημαίνουν, σύμφωνα με το Reuters, ότι η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή συνέχισε να επηρεάζει τις καταναλωτικές δαπάνες ήδη από το πρώτο τρίμηνο, ενώ η επίδρασή της εκτιμάται ότι θα γίνει εντονότερη στο τρίμηνο Απριλίου-Ιουνίου.
Τα κοσμήματα κερδίζουν έδαφος έναντι της μόδας
Οι δερμάτινες τσάντες, που επί χρόνια αποτελούσαν βασικό μοχλό κερδοφορίας για τους μεγάλους οίκους πολυτελείας, δεν προσφέρουν πλέον την ίδια στήριξη. Πολλοί καταναλωτές θεωρούν τις τιμές τους υπερβολικά υψηλές, ενώ η κατηγορία εμφανίζεται λιγότερο ελκυστική στις νεότερες γενιές.
Αντίθετα, τα κοσμήματα εμφανίζουν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα. Παρότι αντιπροσωπεύουν ακόμη μικρότερο ποσοστό των συνολικών πωλήσεων των περισσότερων ομίλων, παρουσιάζουν ισχυρότερους ρυθμούς ανάπτυξης και υψηλότερα περιθώρια κέρδους.
Η άνοδος της τιμής του χρυσού έχει ενισχύσει περαιτέρω την ελκυστικότητα των κοσμημάτων, καθώς αρκετοί καταναλωτές τα αντιμετωπίζουν όχι μόνο ως προϊόν πολυτελείας αλλά και ως μορφή επένδυσης.
Σύμφωνα με την Carole Madjo, επικεφαλής έρευνας ευρωπαϊκής πολυτέλειας στη Barclays, η περιορισμένη καινοτομία στη μόδα υψηλής ποιότητας, σε συνδυασμό με τις αλλαγές στους δημιουργικούς διευθυντές μεγάλων οίκων, έχουν στρέψει το ενδιαφέρον των καταναλωτών προς τα κοσμήματα.
Richemont και LVMH ενισχύουν τη θέση τους
Η τάση αυτή αποτυπώνεται ήδη στα οικονομικά αποτελέσματα μεγάλων ομίλων. Η Richemont, ιδιοκτήτρια των οίκων Cartier και Van Cleef & Arpels, κατέγραψε αύξηση 24% στις πωλήσεις κοσμημάτων στο τρίμηνο έως τις 30 Ιουνίου, ξεπερνώντας σημαντικά τις εκτιμήσεις των αναλυτών.
Παράλληλα, η LVMH, που διαθέτει στο χαρτοφυλάκιό της τα brands Bulgari και Tiffany, αναμένεται να παρουσιάσει βελτίωση στον τομέα Watches & Jewellery.
Η συγκεκριμένη δραστηριότητα αποτελεί τον τρίτο μεγαλύτερο κλάδο του ομίλου και αντιστοιχούσε περίπου στο 13% του συνολικού κύκλου εργασιών ύψους 81 δισ. ευρώ το 2025.
Οι αναλυτές της Barclays αναθεώρησαν πρόσφατα ανοδικά τις εκτιμήσεις τους για την ανάπτυξη του τομέα Watches & Jewellery της LVMH, προβλέποντας αύξηση 8% το 2026, έναντι ανάπτυξης 3% το προηγούμενο έτος.
Οι μικρότεροι οίκοι ακολουθούν την τάση
Η στροφή προς τα κοσμήματα δεν αφορά μόνο τους μεγαλύτερους παίκτες της αγοράς. Μικρότεροι οίκοι πολυτελείας καταγράφουν επίσης ισχυρές επιδόσεις, γεγονός που έχει οδηγήσει παραδοσιακά fashion brands να επενδύουν περισσότερο στην κατηγορία.
Η Kering, ιδιοκτήτρια των Pomellato και Boucheron, ανακοίνωσε ότι η νέα της δραστηριότητα στον χώρο των κοσμημάτων αυξήθηκε κατά 22% σε συγκρίσιμη βάση στο πρώτο τρίμηνο.
Αντίστοιχα, ο οίκος Hermès έχει καταγράψει σημαντική ανάπτυξη στον τομέα των κοσμημάτων τα τελευταία χρόνια, αν και ξεκινώντας από μικρότερη βάση.
Οι αναλυτές επισημαίνουν ότι ακόμη και εταιρείες που παραδοσιακά βασίζονταν σε δερμάτινα είδη, όπως οι Hermès, Prada και Gucci, δίνουν πλέον μεγαλύτερη έμφαση στα κοσμήματα, καθώς εκεί εντοπίζεται μεγάλο μέρος της νέας ανάπτυξης.
Πίεση για τις τσάντες και τα παπούτσια
Η αλλαγή στις προτιμήσεις των καταναλωτών δημιουργεί προκλήσεις για εταιρείες που είχαν στηρίξει την επιτυχία τους σε εμβληματικά προϊόντα, όπως οι τσάντες.
Η Hermès, για παράδειγμα, έχει χτίσει μεγάλο μέρος της παγκόσμιας φήμης της πάνω στη σειρά Birkin, ένα μοντέλο που βασίζεται στη σπανιότητα και τον περιορισμένο αριθμό διαθέσιμων προϊόντων. Ωστόσο, η μετοχή της υποχώρησε περίπου 10% μετά τα αποτελέσματα του πρώτου τριμήνου, τα οποία δεν ανταποκρίθηκαν στις προσδοκίες της αγοράς.
Η Claudia D’Arpizio, ανώτερη συνεργάτης της συμβουλευτικής εταιρείας Bain & Company, σημειώνει ότι οι κατηγορίες των τσαντών και των υποδημάτων αντιμετωπίζουν σημαντικές πιέσεις, καθώς η ελκυστικότητά τους έχει μειωθεί ιδιαίτερα στους νεότερους καταναλωτές.
Οι δύο αυτές κατηγορίες υπήρξαν ιστορικά βασικοί πυλώνες εσόδων και κερδοφορίας για την πολυτέλεια, όμως οι νέες καταναλωτικές τάσεις αναγκάζουν τους ομίλους να αναζητήσουν ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης, με τα κοσμήματα να βρίσκονται πλέον στο επίκεντρο της στρατηγικής τους.
Διαβάστε επίσης
AstraZeneca: Τα αντικαρκινικά φάρμακα εκτόξευσαν τα έσοδα στα $30,7 δισ. στο εξάμηνο
HSBC: Κοντά σε συμφωνία με την Blackstone για χαρτοφυλάκιο δανείων 21 δισ. δολαρίων
Μοιραστείτε την άποψή σας
ΣχόλιαΓια να σχολιάσετε χρησιμοποιήστε ένα ψευδώνυμο. Παρακαλούμε σχολιάζετε με σεβασμό. Χρησιμοποιείτε κατανοητή γλώσσα και αποφύγετε διατυπώσεις που θα μπορούσαν να παρερμηνευτούν ή να θεωρηθούν προσβλητικές. Με την ανάρτηση σχολίου, συμφωνείτε να τηρείτε τους Όρους του ιστότοπου contact Δημιουργήστε το account σας εδώ, για να κάνετε like, dislike ή report ακατάλληλα/προσβλητικά σχόλια.