Η εξαγωγή συμπερασμάτων από τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα αποτελεί ριψοκίνδυνο εγχείρημα, καθώς ο ένας από τους δύο κύριους «παίκτες» άλλο λέει τη μία στιγμή και άλλο την άλλη, ενώ το νόημα των όσων λέει μεταβάλλεται ανάλογα είτε με τη χρονική και πολιτική συγκυρία είτε με το… κέφι του.
Το σημαντικότερο, πάντως, είναι ίσως αυτό που δεν συνέβη: η αναμενόμενη απροκάλυπτη επίθεση κατά του ΝΑΤΟ από τον υπουργό Πολέμου των ΗΠΑ, Pete Hegseth. Αντ’ αυτού, ο πρόεδρος Τραμπ επανέλαβε μεν τα πάγια παράπονά του για τις χώρες που, κατά την άποψή του, δεν συμπαραστέκονται επαρκώς στην Αμερική, παραδέχθηκε όμως ότι οι σύμμαχοι τον υπάκουσαν και προχωρούν πλέον στην κούρσα των εξοπλισμών.
Αυτή η αποδοχή, σε συνδυασμό με την υπόσχεση προς τον Ζελένσκι ότι θα εξετάσει το ενδεχόμενο να επιτρέψει στην Ουκρανία να κατασκευάζει πυραύλους Patriot, επιβεβαιώνει —ίσως— τη στρατηγική των ΗΠΑ να μεταφερθεί στην Ευρώπη το κύριο βάρος της αντιμετώπισης της Ρωσίας, ώστε η Αμερική να μπορέσει να αφιερώσει περισσότερους πόρους στον ανταγωνισμό με την Κίνα. Γεωπολιτικά, η θέση αυτή έχει λογική. Αν υπάρχει, όμως, με σαφήνεια και συνέπεια στο μυαλό του προέδρου και του περιβάλλοντός του, είναι άλλο ζήτημα.
Το θέατρο ριάλιτι με τον Ερντογάν είχε επιτυχία. Ουσιαστικά, ο Τραμπ έδωσε στον Τούρκο πρόεδρο όσα περισσότερα όπλα δημοσίων σχέσεων μπορούσε, προκειμένου να διευκολύνει την προσπάθειά του για μία ακόμη θητεία. Τα πραγματικά αμυντικά όπλα, όμως, έμειναν στο επίπεδο των υποσχέσεων —και μάλιστα αρκετά αόριστων.
Κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει την πιθανότητα να στείλει πράγματι ο Τραμπ επιστολή στο Κογκρέσο, βεβαιώνοντας ότι έχει εκλείψει ο κίνδυνος που οδήγησε στην επιβολή των κυρώσεων CAATSA. Μπορεί να το κάνει τώρα ή μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου. Όσο, όμως, οι S-400 παραμένουν σε τουρκικό έδαφος, κανένα Κογκρέσο δεν θα δεχθεί εύκολα την άρση των κυρώσεων —ιδιαίτερα μάλιστα αν το κίνημα MAGA χάσει τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων, πιθανότητα ήδη ορατή.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ορθά έθεσε το θέμα του casus belli. Αναπόφευκτα, ο απολύτως φιλότουρκος Mark Rutte απέφυγε να πάρει θέση. Το έπραξε, μάλιστα, με όχι και τόσο διπλωματικό τρόπο. Με την απάντησή του, έμμεσα κατηγόρησε τον Έλληνα πρωθυπουργό ότι δεν ενδιαφέρεται για την ενότητα του ΝΑΤΟ.
Βασικό αποτέλεσμα της Συνόδου είναι ο εγκλωβισμός της Ευρώπης στο δίλημμα «όπλα ή βούτυρο». Η προσπάθειά της να βρει ισορροπία ανάμεσα στη γεωπολιτική πίεση για εξοπλισμούς και στην πολιτική ανάγκη μιας κοινωνίας που προστατεύει τους ευάλωτους δεν έχει άμεσα ορατή λύση. Και, πάντως, θα χρειαστεί ηγέτες άλλου διαμετρήματος από αυτούς που σήμερα διαθέτουν οι… μεγάλες δυνάμεις της Γαλλίας, της Γερμανίας και του Ηνωμένου Βασιλείου.
Με ανοιχτά μάτια εγκλωβίστηκε, επίσης, η Ευρώπη στην εξάρτησή της, για την κοινή αμυντική προσπάθεια που επιβεβαιώθηκε στα λόγια, από ένα βαθύτατα αυταρχικό καθεστώς. Μπροστά στην πολιτική σκοπιμότητα, τι αξία έχει τελικά η δημοκρατία;
Ο Ερντογάν βγαίνει εσωτερικά ενισχυμένος και με το ελεύθερο να συνεχίσει τη διπρόσωπη πολιτική του: από τη μία να εμφανίζεται ως βασικός στρατηγικός εταίρος της Δύσης και, από την άλλη, να καταδικάζει το Ισραήλ. Πάλι καλά που στη συνέντευξή του δεν βροντοφώναξε υπέρ της Χαμάς και της Χεζμπολάχ, υπενθυμίζοντας σε όλους ποια είναι τα πραγματικά όρια του «δυτικού» του προσανατολισμού.
Η εξέλιξη του ΝΑΤΟ αναδεικνύει την ορθότητα του εξοπλιστικού προγράμματος της κυβέρνησης, καθώς και η Ελλάδα βρίσκεται εκ των πραγμάτων εγκλωβισμένη σε μία κατάσταση όπου, αν η τουρκική επιθετικότητα ξεφύγει από τη λογική των «ήρεμων νερών», ο Μητσοτάκης δεν έχει την πολυτέλεια να μην απαντήσει.
Και είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν η πολιτική της ειρηνικής συνύπαρξης εντάσσεται στον νέο ρόλο που η Τουρκία θέλει να εμφανίσει ότι διαθέτει: τον ρόλο του αναγκαίου εταίρου στους εξοπλισμούς. Απέναντι στην αναβίωση της ανίερης συμμαχίας Ισπανίας, Γερμανίας και Τουρκίας, με τις ευλογίες του Rutte, η χώρα μας έχει να αντιτάξει πρωτίστως τις δικές της δυνάμεις, τη συμπαράσταση της Γαλλίας και, μάλλον ανάλογα με τη συγκυρία, τη βοήθεια των ΗΠΑ.
Το συμπέρασμα είναι δυσάρεστο αλλά αναπόφευκτο. Η Ευρώπη μιλά για στρατηγική αυτονομία, αλλά κινείται ακόμη με δανεική βούληση. Το ΝΑΤΟ δηλώνει ενωμένο, αλλά η ενότητά του στηρίζεται όλο και περισσότερο σε συμβιβασμούς με καθεστώτα που περιφρονούν τις αξίες τις οποίες υποτίθεται ότι υπερασπίζεται. Και η Ελλάδα, σ’ αυτό το ασταθές περιβάλλον, δεν έχει το δικαίωμα να επενδύει σε ψευδαισθήσεις. Όταν οι σύμμαχοι μετρούν συμφέροντα και όχι αρχές, η ασφάλεια παύει να είναι υπόσχεση τρίτων. Γίνεται εθνική υποχρέωση.
Διαβάστε επίσης
Ένα δίπολο που κρατά εγκλωβισμένη την ελληνική οικονομία από το 1953
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- ΑΕΛ: Στον Ζήση Στυλιανό περνά η ιδιοκτησία της ομάδας
- Μotor Oil: Το παρασκήνιο και οι πωλήσεις μετοχών αξίας 86,5 εκατ. ευρώ από τα δύο παιδιά του Θόδωρου Βαρδινογιάννη
- Bugatti Mistral Blanc Éternal: 1.600 άλογα από πορσελάνη
- Booking και ξενοδόχοι: Το χρονικό ενός δεκαετούς πολέμου με ευρωπαϊκές προεκτάσεις