Τελείωσε με τα αυθαίρετα. Το δικαστήριο είπε ότι είναι παράνομα και τέρμα. Τα κτίρια δεν θα ολοκληρώνονται και οι ιδιοκτήτες θα χάνουν τα χρήματα που έδωσαν για τούβλα και τσιμέντα. Είναι μια συνέπεια της επιλογής τους.
Η απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι σωστή επειδή αρνείται τη λογική της εκ των υστέρων διάσωσης. Το Δικαστήριο δεν δέχεται να παρακάμπτονται δικαστικές αποφάσεις με μεταγενέστερες ρυθμίσεις που επιτρέπουν την τακτοποίηση των ίδιων κτισμάτων.
Η απόφαση όμως δεν αφορά μόνο τους ιδιοκτήτες. Αφορά και τους γείτονες που θα έχουν το ημιτελές κτίριο απέναντί τους, αφορά τους περαστικούς που θα τα βλέπουν κάθε μέρα. Σε ποιον αρέσει να βλέπει μισοχτισμένους τοίχους, εκτεθειμένα σίδερα και εγκαταλειμμένα υλικά αντί για ένα περιποιημένο σπίτι;
Η Ελλάδα έχει μακρά παράδοση στη λογική της ρύθμισης. Από το «Αν το δηλώσεις, μπορείς να το σώσεις» του 1983 μέχρι τις αλλεπάλληλες ρυθμίσεις των επόμενων δεκαετιών, το μήνυμα ήταν συχνά ότι η αυθαίρετη δόμηση κάποτε θα μετατραπεί σε νόμιμη ιδιοκτησία με την καταβολή ενός προστίμου. Έτσι δημιουργείται η χειρότερη δυνατή πολεοδομική κουλτούρα: χτίζεις σήμερα και περιμένεις τη ρύθμιση αύριο.
Τα αυθαίρετα, όμως, δεν είναι ιδιωτική υπόθεση. Η συζήτηση συνήθως περιστρέφεται γύρω από τους ιδιοκτήτες: πόσα έδωσαν, πόσο θα πληρώσουν, αν θα μπορούν να μεταβιβάσουν τα ακίνητα. Δεν εστιάζουμε ποτέ στο σύνολο. Οι κατασκευές επηρεάζουν το τοπίο, τους γείτονες, τους οικισμούς και τον χαρακτήρα μιας περιοχής, ακόμη και όταν βρίσκονται σε ιδιωτικά οικόπεδα.
Η ζημιά είναι μεγαλύτερη όταν πρόκειται για «κουφάρια». Ένας σκελετός από μπετόν σε μια πλαγιά, σε ένα νησί, στην είσοδο ενός χωριού ή δίπλα σε έναν δρόμο δεν είναι απλώς ένα αποτυχημένο ιδιωτικό εγχείρημα. Με τα χρόνια γίνεται ασχήμια του τοπίου, χωρίς κανείς να έχει επιλέξει να το βλέπει. Γιατί δεν μιλά κανένας δικαστής, κανένας υπουργός για την αισθητική υποβάθμιση;
Υπάρχει και το ουσιαστικό περιβαλλοντικό κόστος. Για να ανεγερθούν τα κτίρια έχει ήδη καταληφθεί γη και έχει μεταβληθεί η μορφολογία του χώρου. Η διακοπή της κατασκευής δεν αναιρεί την επέμβαση. Γι’ αυτό η περιβαλλοντική επιβάρυνση αποτελεί ήδη παράμετρο της πολεοδομικής νομοθεσίας, ιδίως σε προστατευόμενες και άλλες ευαίσθητες περιοχές.
Το δύσκολο ερώτημα είναι τι γίνεται με όσα έχουν ήδη χτιστεί. Η κατεδάφιση έχει κόστος, δημιουργεί απόβλητα και απαιτεί πόρους. Αλλά ούτε η διατήρηση είναι περιβαλλοντικά ουδέτερη. Το γεγονός ότι έχει ήδη πέσει μπετόν δεν σημαίνει ότι πρέπει να παραμείνει για πάντα. Αν ένα κτίριο δεν μπορεί να ενταχθεί στον πολεοδομικό σχεδιασμό και επιβαρύνει σοβαρά το περιβάλλον, η κατεδάφιση και η αποκατάσταση του χώρου μπορεί να είναι η καλύτερη λύση. Ποιος θα πληρώσει για να γκρεμιστούν τα αυθαίρετα;
Εδώ βρίσκεται η αμφισημία της απόφασης του ΣτΕ αλλά και το όριό της. Είναι σωστή επειδή εμποδίζει την εκ των υστέρων διάσωση κτισμάτων των οποίων οι άδειες έχουν ακυρωθεί. Δεν λύνει όμως την καταστροφή που έχει ήδη συντελεστεί. Δεν αποκαθιστά μια πλαγιά, δεν επαναφέρει ένα τοπίο και δεν εξαφανίζει τα κουφάρια που έχουν μείνει για χρόνια. Η πολιτική για τα αυθαίρετα δεν μπορεί να τελειώνει στην επιβολή προστίμων ή στην απόφαση ότι κάποια κτίρια δεν θα νομιμοποιηθούν. Πρέπει να αφορά και τον χώρο που έχει ήδη αλλοιωθεί. Όπου επιβάλλεται κατεδάφιση, αυτή πρέπει να συνδέεται με πραγματική αποκατάσταση του τοπίου και όχι απλώς με τη μεταφορά των μπάζων αλλού.
Η απόφαση του ΣτΕ βάζει ένα αναγκαίο όριο στη λογική «χτίζω και κάποτε θα τακτοποιηθεί». Το πρόβλημα όμως είναι ότι όσα χτίστηκαν παραμένουν. Και μαζί τους παραμένει η υποχρέωση του κράτους απέναντι σε όλους εκείνους που θα συνεχίσουν να τα βλέπουν.
Διαβάστε επίσης
Greece Retirement Guide: Ένας πρακτικός οδηγός για αλλοδαπούς συνταξιούχους
Άδωνις Γεωργιάδης: Ψηφιακό αρχείο και καχυποψία
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Δύο Mercedes-Maybach, ένας LeBron James και οι συντεταγμένες του Akron
- Xclusiv: Οι Έλληνες εφοπλιστές αγόρασαν 66 φορτηγά πλοία και πούλησαν 100 πλοία
- Ιωάννης Ζαφειράκης: Σιβυλλική προειδοποίηση για τις μετοχές της Genco και για τη διοίκηση της
- Καστέλι: «Φουσκώνει» ο λογαριασμός του νέου αεροδρομίου – Στα 444 εκατ. ευρώ οι αποζημιώσεις